Eλληνική πρωτιά σε… χασούρα στα 30χρονα του MSCI EM

Τις μεγαλύτερες απώλειες από κάθε άλλη αγορά που πέρασε από τον δείκτη αναδυόμενων αγορών προσέφερε η χώρα μας. Ποιες έδωσαν μεγάλες αποδόσεις και πώς η Μαλαισία έγινε… φτωχός συγγενής του δείκτη.

Eλληνική πρωτιά σε… χασούρα στα 30χρονα του MSCI EM
Του Steve Johnson

Ο δείκτης-ναυαρχίδα για τις μετοχές των αναδυόμενων αγορών θα γιορτάσει τα 30ά γενέθλιά του στα τέλη της χρονιάς, αλλά εορτασμοί ενδέχεται να μη γίνουν σε Μαλαισία και Ελλάδα.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του δείκτη MSCI EM, η Μαλαισία «κατάφερε» να μειώσει τη βαρύτητά της από το ισχυρό 33,8% σε μόλις 2,3%, όπως φαίνεται στο σχετικό γράφημα. Η Ελλάδα, από την άλλη, κατάφερε να προσφέρει στους πιστούς της επενδυτές ζημίες 39% με ονομαστικούς όρους δολαρίου (απώλεια 71%, αν γίνει προσαρμογή με τον πληθωρισμό), παρότι το Μεξικό επιβράβευσε τους υποστηρικτές του με 95% ονομαστική απόδοση (ή 45 φορές σε πραγματικούς όρους), η Αργεντινή με 78% (37 φορές στην πραγματικότητα) και η Βραζιλία με 60% (28 φορές).

Συνολικά από την 1η Ιανουαρίου του 1988, ο δείκτης EM έχει προσφέρει μια αξιοπρεπή, 25% ονομαστική απόδοση, 11,6 φορές πραγματική, υπερβαίνοντας με άνεση τη 10 φορές ονομαστική απόδοση (4,6 φορές πραγματική) των αναπτυγμένων αγορών του MSCI World.

Ο δείκτης MSCI EM ήταν, όμως, πολύ διαφορετικός το 1988 απ’ ό,τι σήμερα. Κάλυπτε μόλις 10 χώρες, περιλαμβανομένης της Πορτογαλίας και της Ελλάδας, που διένυσαν την περισσότερη από την εξεταζόμενη περίοδο ως αναπτυγμένες αγορές, αν και η Ελλάδα επέστρεψε πίσω στις «αναπτυσσόμενες».

Περιελάμβανε τέσσερις χώρες της Λατινικής Αμερικής, τρεις της νοτιοανατολικής Ασίας και την Ιορδανία, που έκτοτε υποβιβάστηκε στην κατηγορία «frontier». Η έλλειψη γεωγραφικής εμβέλειας αντανακλούσε την εποχή.

Με το τείχος του Βερολίνου ακόμα όρθιο, η Ανατολική Ευρώπη στερούνταν χρηματιστηρίων, ενώ καμία εταιρεία της κινεζικής ενδοχώρας δεν ήταν εισηγμένη στο χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ (έτσι δεν υπήρχαν «H Shares», που σήμερα έχουν τη μεγαλύτερη συμμετοχή στον δείκτη). Η Νότια Αφρική θεωρούνταν από πολλούς απαγορευμένη, λόγω του Απαρτχάιντ, και Ινδία, Νότια Κορέα και Ταϊβάν «ήταν ουσιαστικά αποκομμένες από τους ξένους επενδυτές», λέει ο Daniel Salter, επικεφαλής στρατηγικής για τις αναδυόμενες στη Renaissance Capital, μια επενδυτική τράπεζα που ειδικεύεται σε αυτές.

«Μια επενδυτική κατηγορία που αντιστοιχούσε σε κάτω του 1% της παγκόσμιας αγοράς μετοχών ήταν εύκολο να αγνοηθεί. Σήμερα οι αναδυόμενες αντιπροσωπεύουν το 11% των παγκόσμιων μετοχών, προσθέτει.

Από τις αρχικές δέκα, η Μαλαισία ήταν κάποτε μακράν η μεγαλύτερη, αντιστοιχώντας στο 33,8% του δείκτη EM. Μετά την πλημμυρίδα μεγάλων χωρών που εντάχθηκαν έκτοτε, ήταν αναπόφευκτο η στάθμιση να μειωθεί.

«Πριν, ήταν στη γυάλα με ψαράκια. Τώρα, είναι στη γυάλα με ιπποπόταμους», λέει ο Geoff Dennis, επικεφαλής στρατηγικής στις αναδυόμενες αγορές στην UBS.

Αυτό, ωστόσο, δεν μπορεί να εξηγήσει το σύνολο της μείωσης στο χαμηλό 2,3%. Το μερίδιο της Βραζιλίας υποχώρησε από το 18,9% στο 7,3% την ίδια περίοδο και το Μεξικό από το 7,7% έπεσε στο 3,6%. Ο Dennis πιστεύει ότι η Μαλαισία «έχει μετατραπεί σε ένα είδος φράγματος σε ό,τι αφορά τις αναδυόμενες αγορές που τοποθετεί κανείς χρήματα». Σε όποια αγορά κάνει τις επενδύσεις στην Ασία ο Βορράς της Ηπείρου, ειδικότερα η Νότια Κορέα, η Ταϊβάν, η Κίνα και ως ένα βαθμό η Ινδία, έχουν γίνει κυρίαρχες, λέει.

Η Νοτιοανατολική Ασία είναι μάλλον ένα μέρος που «οι άνθρωποι αγοράζουν όταν δεν είναι τόσο άνετοι με τη συνολική επενδυτική κατηγορία», εξαιτίας του περισσότερο αμυντικού status. Ακόμα και έτσι, οι Φιλιππίνες και η Ινδονησία είναι πιο δημοφιλείς, δεδομένης της δύσκολης πολιτικής σκηνής και των σκανδάλων διαφθοράς στη Μαλαισία.

Ο Gary Greenberg, επικεφαλής για τις αναδυόμενες αγορές στην Hermes, σημειώνει ότι τη δεκαετία του 1980 η Μαλαισία ήταν κυρίως εξαγωγέας εμπορευμάτων, με τον κασσίτερο και το καουτσούκ στο προσκήνιο, αλλά με την πάροδο του χρόνου, οι εμπορικοί όροι γύρισαν εναντίον της. Ως απάντηση, η κυβέρνηση προσπάθησε να μετατρέψει τη χώρα σε «οικονομία γνώσης», αλλά «η λογοδοσία δεν ήταν το ισχυρό χαρτί της κυβέρνησης και μολονότι άνθρωποι που συνδέονταν με μεγάλα οικοδομικά project ευημερούσαν, η Μαλαισία απλά δεν είχε ό,τι χρειαζόταν για να μιμηθεί τη Σιγκαπούρη», λέει.

Σε αντίθεση με τον μικρότερο, πλούσιο, γείτονα, η Μαλαισία προσέφερε λιγότερες ευκαιρίες για την πρόοδο του κινεζικού πληθυσμού, αναγκάζοντας πολλά από τα ταλέντα να φύγουν, υποστηρίζει ο Greenberg, ενώ οι μισθοί ήταν πολύ υψηλοί και η χώρα πολύ μικρή για να ανταγωνιστεί την Κίνα.

«Υπάρχει ένας βιομηχανικός τομέας στον χώρο της τεχνολογίας για τον οποίο δεν αναφέρεται τίποτα, αλλά ανήκει κυρίως σε ξένες επιχειρήσεις», υποστηρίζει. «Κασσίτερος, καουτσούκ και φοινικέλαιο παράγονται ακόμα, αλλά η προστιθέμενη αξία είναι το μυστικό και η Μαλαισία απλά δεν έχει την κλίμακα για να είναι ανταγωνιστική. Η πραγματική "ανωμαλία" ήταν ότι αποτελούσε το 30% του δείκτη κάποτε, με πληθυσμό 17 εκατομμύρια κατοίκους και σχετικά μικρό ΑΕΠ».

Ο Charles Robertson, επικεφαλής οικονομολόγος στη Renaissance Capital, υποστηρίζει ότι «ο εκδημοκρατισμός ανεστράφη στη Μαλαισία σε πολύ παρόμοιο επίπεδο εισοδήματος με αυτό σε Ρωσία και Τουρκία. Αυτές οι τρεις χώρες αποτελούν ξεχωριστές περιπτώσεις, καθώς η δημοκρατία δεν αντιστράφηκε ποτέ σε τόσο σχετικά υψηλά επίπεδα εισοδήματος».

Πιστεύει ότι αυτό μπορεί να είναι ένας επιπρόσθετος παράγοντας για τη σχετική υποχώρηση. «Οι εταιρείες ενδιαφέρονται λιγότερο για την αξία των μετόχων και περισσότερο για την πρόσβαση στους [προέδρους] Πούτιν και Ερντογάν και το κυβερνών κόμμα της Μαλαισίας», σημειώνει.

Στην πραγματικότητα, οι επενδυτές που εγκλωβίστηκαν στη Μαλαισία μετά το 1998 δεν καταστράφηκαν, με σχεδόν 8% απόδοση σε ονομαστικούς όρους, 3,5% σε πραγματικούς, καλύτερα δηλαδή απ’ ό,τι σε Πορτογαλία, Ιορδανία και Ελλάδα. Και παρά τη μείωση σε σχετικούς όρους, η Μαλαισία έχει ακόμα τον τρίτο υψηλότερο δείκτη επενδύσιμης κεφαλαιοποίησης προς ΑΕΠ από κάθε άλλη χώρα στον MSCI EM, πίσω μόνο από την Ταϊβάν και τη Νότια Αφρική.

Αλλα στοιχεία ωστόσο είναι λιγότερο κολακευτικά. Μετά το 1997, η χρηματιστηριακή της αγορά υποαπέδωσε έναντι κάθε άλλου συμμετέχοντα στον δείκτη και με μεγάλη διαφορά, όπως δείχνουν τα στοιχεία που επεξεργάστηκε η RenCap.

Επιπλέον, μετά το 1996 τουλάχιστον, ενεργητικά κεφάλαια αναδυόμενων αγορών κράτησαν μια διαρκή θέση «underweight» στις μετοχές της χώρας, εκτός από την περίοδο μεταξύ Δεκεμβρίου 1998-Ιουνίου 2000, όταν η Μαλαισία εκδιώχθηκε από τον δείκτη μετά την εισαγωγή capital controls που ακολούθησε την ασιατική χρηματοπιστωτική κρίση και έτσι είχε στάθμιση μηδέν, όπως φαίνεται και στο σχετικό γράφημα.

Σε ένα επίπεδο, φαίνεται ως η χρηματιστηριακή αγορά της Μαλαισίας να έχει χάσει κάθε ελπίδα: η Golden Hope Plantations, μια από τις μεγαλύτερες μετοχές το 1998, δεν υπάρχει πια, έχοντας ενταχθεί στον όμιλο Sime Darby. Η Malaysia Airlines, ένας ακόμα τίτλος με μεγάλη στάθμιση πριν από 30 χρόνι, έχει εξέλθει της αγοράς από το 2014, όταν ένα αεροσκάφος εξαφανίστηκε καθώς πετούσε προς το Πεκίνο και ένα άλλο καταρρίφθηκε, πέντε μήνες αργότερα, πάνω από την Ουκρανία.

Οι μεγαλύτερες εταιρείες του Bursa Malaysia σήμερα είναι κοινότοπες, με τρεις τράπεζες: Public Bank, Malayan Banking και CIMB Group και συμπληρώνονται στην πρώτη τετράδα από την Tenaga Nasional, μια επιχείρηση ηλεκτρισμού.

Αυτοί που θέλουν να βάλουν ένα στοίχημα στη Μαλαισία ότι θα επανακάμψει και θα αποκτήσει τουλάχιστον λίγη από την παλιά αίγλη, ίσως θα πρέπει να βάλουν τα χρήματά τους στην έκτη ισχυρότερη μετοχή, την Genting, έναν από τους μεγαλύτερους παγκοσμίως διαχειριστές καζίνο.


Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus