Τα σχόλια της κ. Merkel κατέφθασαν μετά την ανακοίνωση του
προγράμματος στήριξης της Ε.Ε., συνολικού ύψους 200 δισ. ευρώ, στόχος του οποίου είναι η αποφυγή βαθύτερης ύφεσης μέσω στήριξης φοροαπαλλαγών αλλά και προγραμμάτων βελτίωσης υποδομών. Μάλιστα, αρκετοί ήταν αυτοί που αναρωτήθηκαν -σχεδόν αμέσως μετά την ανακοίνωση των μέτρων- κατά πόσον τα κράτη-μέλη είναι πρόθυμα να τα εφαρμόσουν.
Υπενθυμίζεται ότι βάσει της πρότασης της Κομισιόν
τα 170 δισ. ευρώ θα προέλθουν από τα κράτη-μέλη, ενώ η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων θα προσφέρει τα εναπομείναντα 30 δισ. ευρώ, κυρίως μέσω της επιτάχυνσης επενδυτικών προγραμμάτων.
Οικονομολόγοι και πολιτικοί αντέδρασαν αμέσως
θέτοντας υπό αμφισβήτηση κατά πόσον όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. θα αντιδράσουν με τον τρόπο που είναι αναγκαίος ή ακόμη και για το εάν η αντίδραση κάποιων μελών δεν θα είναι ευθυγραμμισμένη με τα προτεινόμενα μέτρα της Κομισιόν.
«Τόσο η κ. Angela Merkel όσο και άλλοι
συντηρητικοί πολιτικοί της Ευρώπης (όπως ο Ιταλός πρωθυπουργός κ. Silvio Berlusconi) μπορεί να "γυρίσουν την πλάτη" στο πρόγραμμα και να αρνηθούν να πραγματοποιήσουν τις απαραίτητες εθνικές επενδύσεις», υποστηρίζει ο κ. Poul Nyrup Rasmussen, πρώην πρωθυπουργός της Δανίας και επικεφαλής του Σοσιαλιστικού Κόμματος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Τα μέτρα που προτείνει η Κομισιόν αντιστοιχούν
στο 1,5% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Θα πρέπει, όμως, να εξεταστούν από τους υπουργούς Οικονομικούς της Ένωσης και τους ηγέτες των κρατών-μελών στη σύνοδο που θα πραγματοποιηθεί στα μέσα Δεκεμβρίου.
Αναλυτές της
Capital Economics υποστηρίζουν ότι «τα μέτρα θα πρέπει να εγκριθούν από τα κράτη-μέλη και μάλλον δεν είναι αρκετά για να οδηγήσουν τις ευρωπαϊκές οικονομίες εκτός ύφεσης, τουλάχιστον σύντομα».
Το
Business Europe, το μεγαλύτερο επιχειρηματικό lobby στις Βρυξέλλες, συμφώνησε με τις προτάσεις, αλλά τόνισε ότι «η απόλυτη δέσμευση από τα κράτη-μέλη» είναι απαραίτητη προκειμένου να εφαρμοστούν μέτρα τόνωσης των οικονομιών, η αξία των οποίων θα φτάσει τουλάχιστον στο 1,2% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ.
Επίσης, τα μέτρα
δεν φαίνεται να ικανοποίησαν τις αγορές, όπως αποδεικνύει η πορεία τους στις συνεδριάσεις της Τετάρτης. Μάλιστα, η υποχώρηση της ευρωπαϊκής οικονομίας αποτέλεσε έναν από τους παράγοντες που οδήγησαν την
Κεντρική Τράπεζα της Κίνας να προχωρήσει -επίσης την Τετάρτη- σε μείωση επιτοκίων κατά 108 μονάδες βάσης, τη μεγαλύτερη που έχει αποφασίσει σε μία 10ετία.