Οι τραπεζίτες στο λονδρέζικο Σίτι, που είτε έχουν δει τα μπόνους τους να μειώνονται είτε έχουν χάσει τη δουλειά τους, φροντίζουν να καταθέσουν αιτήσεις στα δικαστήρια προκειμένου να υπάρξει περικοπή και στη διατροφή που πληρώνουν στις πρώην συζύγους τους.
Η τάση αυτή ισχύει για τους τραπεζίτες οι οποίοι όταν πήραν διαζύγιο δεν είχαν όλα τα χρήματα του αντίστοιχου διακανονισμού που επιτεύχθηκε και προτίμησαν να "αποπληρώσουν" τις πρώην συζύγους τους με μηνιαίες καταβολές. Όμως, αυτοί οι μηνιαίοι διακανονισμοί είχαν στηριχτεί και στις μελλοντικές υψηλές απολαβές των εν λόγω προσώπων από τα μελλοντικά τους μπόνους.
"Κατά τη διάρκεια του τελευταίου 18μήνου υπάρχει κάθετη αύξηση των ανθρώπων που επιστρέφουν στα δικαστήρια για επαναδιαπραγμάτευση διατροφών", υποστηρίζει η κ. Julian Lipson, συνεργάτις σε βρετανική νομική εταιρία που ειδικεύεται στο οικογενειακό δίκαιο.
Από την πλευρά της, η κ. Camilla Baldwin -ιδιοκτήτρια της νομικής εταιρίας που ειδικεύεται στο οικογενειακό δίκαιο- υποστηρίζει ότι η αύξηση έχει φθάσει στο 40% και αφορά κυρίως σε τραπεζίτες του Σίτι που έχουν απολυθεί.
"Από τον Σεπτέμβριο του 2008 έως και σήμερα έχει υπάρξει εντυπωσιακή αύξηση, κυρίως από τραπεζίτες που έχουν χάσει τη θέση τους, στις αιτήσεις για επαναπροσδιορισμό των διατροφών", τονίζει η κ. Baldwin.
Μία περίπτωση αφορά σε τραπεζίτη του Σίτι που έχει χάσει τη δουλειά του και έχει ξεκινήσει δική του επιχείρηση. Κατέθεσε αίτηση στο δικαστήριο ώστε η μηνιαία διατροφή που καταθέτει στην πρώην σύζυγο και στα παιδιά του να μειωθεί στις 1.000 στερλίνες από 10.000 στερλίνες που ήταν ο αρχικός διακανονισμός. Ο αρχικός διακανονισμός είχε συμφωνηθεί στο συγκεκριμένο ύψος, καθώς ο τραπεζίτης λάμβανε, κατά παράδοση, ετήσιο μπόνους 1,5 εκατ. στερλινών.
Όπως τονίζουν οι δικηγόροι, οι δικαστές δείχνουν περισσότερη κατανόηση σε αυτές τις περιπτώσεις. "Παλαιότερα θα υπήρχε πολύ πιο λεπτομερής εξέταση των αιτίων για τις οποίες κάποιος ζητούσε μείωση της διατροφής, ενώ οι συγκεκριμένες αιτήσεις αντιμετωπίζονταν με ιδιαίτερο σκεπτικισμό. Σήμερα, με δεδομένη την οικονομική κατάσταση, οι δικαστές εμφανίζονται περισσότερο επιεικείς", υποστηρίζει η κ. Lipson.