Έχουν περάσει πέντε χρόνια, αλλά η τραπεζική κρίση έχει ακόμη τη δύναμη να σοκάρει. Αυτή τη φορά, αυτό που εντυπωσιάζει δεν είναι η γνωστή ανάλυση για τις αιτίες και τις επιπτώσεις που παρουσιάστηκαν στην έκθεση που έγινε από την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή της Βρετανίας για τα Τραπεζικά Πρότυπα, αλλά το τεράστιο μέγεθος της ανασυγκρότησης που απαιτείται για τη μεταρρύθμιση ενός κλάδου που εξακολουθεί να πάσχει από την κορυφή ως τα νύχια.
Η σύνοψη που δόθηκε στην επιτροπή, η οποία σχηματίστηκε και από τα δύο σώματα του βρετανικού κοινοβουλίου, ήταν "τραπεζικά πρότυπα, αντί για χρηματοοικονομική σταθερότητα". Παρά τις κάποιες υπεκφυγές εδώ κι εκεί, στην ουσία αυτό θέτει και μάλιστα με εξονυχιστική λεπτομέρεια. Το βασικό νόημα διατυπώνεται περίπου στη μέση, στο δεύτερο από τους δύο ογκώδεις τόμους της έκθεσης. «Είναι μάλλον απίθανο να επιτευχθεί βαθιά αλλαγή νοοτροπίας σε θεσμούς τόσο μεγάλους και περίπλοκους όσο οι κύριες βρετανικές τράπεζες. Οι τραπεζικοί ηγέτες χρειάζεται να δεσμευθούν με σκληρή εργασία στο άχαρο καθήκον επιβολής τέτοιων αλλαγών για τα επόμενα πολλά χρόνια».
Το ίδιο θα πρέπει να γίνει, εάν εφαρμοστούν οι προτάσεις της Επιτροπής, και με τους νομοθέτες, τους γραφειοκράτες και τις ρυθμιστικές αρχές. Η έκθεση προτείνει ένα μπαράζ πρωτοβουλιών που μοιάζουν περίπλοκες στο σχεδιασμό και την εφαρμογή.
Προς τιμήν της Επιτροπής, οι ίδιες οι προτάσεις είναι λογικές σχεδόν στο σύνολό τους. Θα πρέπει να επιτραπεί στις μη υγιείς τράπεζες να καταρρεύσουν, οι ρυθμιστικές αρχές πρέπει να γίνουν πιο αυστηρές και προνοητικές, η διαχείριση των τραπεζών χρειάζεται να βελτιωθεί, οι τραπεζίτες θα πρέπει να έχουν τα απαραίτητα επαγγελματικά προσόντα και να ελέγχονται. Χρειάζεται να τονωθεί ο ανταγωνισμός, να βελτιωθεί η εξυπηρέτηση των πελατών, ενώ διατυπώνεται απειλή πλήρους έρευνας για θέματα ανταγωνισμού σε περίπτωση που δεν υλοποιηθούν αλλαγές.
Οι μέτοχοι απαλλάσσονται των ευθυνών τους, εξέλιξη που μπορεί να μοιάζει πολύ ήπια για αρκετούς, αλλά γεγονός είναι ότι δύσκολα θα διαφωνήσει κανείς με το γενικό πνεύμα της έκθεσης.
Το συνολικό πρόγραμμα πάντως, είναι πολύ αχανές που εγκυμονεί ο κίνδυνος να βυθιστεί όλος ο κλάδος σε έναν ακόμη γύρο επίτευξης πολυάριθμων προϋποθέσεων που θα ήταν αποπροσανατολιστικός και αυτοκαταστροφικός.
Για να αποφευχθούν όλα αυτά, η κυβέρνηση χρειάζεται να αναγνωρίσει λίγες μεταρρυθμίσεις – κλειδιά από τις προτάσεις της Επιτροπής. Οι πιο αποτελεσματικές ιδέες σχετίζονται με την ευθυγράμμιση των αμοιβών με τη μακροπρόθεσμη δημιουργία αξίας για πελάτες και μετόχους και την επιτάχυνση των κυρώσεων σε περιπτώσεις κακοδιαχείρισης. Το πρώτο θέμα, ήδη υλοποιείται, σε κάποιο βαθμό, χάρη στις αλλαγές που πραγματοποιούνται στις πρακτικές των αγορών. Θα μπορούσε όμως, να ενισχυθεί από τον προτεινόμενο κώδικα αμοιβών που θέτει επί τάπητος η Επιτροπή και από την πρόταση για 10ετή αναβολή στα μπόνους.
Η Επιτροπή όμως, βαδίζει σε νέο έδαφος σε ότι αφορά την πρότασή της να υπάρξει στη Βρετανία ένα νέο ποινικό αδίκημα: η ριψοκίνδυνη συμπεριφορά στη διαχείριση μίας τράπεζας. Αυτό σίγουρα θα είχε τη δυνατότητα να κινητοποιήσει τα ανώτερα τραπεζικά στελέχη. Οι ανώτατοι τραπεζίτες χρειάζεται να γνωρίζουν ότι θα αποδίδονται ευθύνες. Πόσες από τις παλαιές βρετανικές τράπεζες θα υπήρχαν εάν οι ευγενείς διευθύνοντες σύμβουλοι αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο ποινικής δίωξης για κακοδιαχείριση;
Μόνο έτσι υπάρχει πιθανότητα να εκμηδενιστεί με μιας η αμελής και ριψοκίνδυνη συμπεριφορά. Σε αυτό το σημείο, οι νομοθέτες και οι ρυθμιστικές αρχές πρέπει να επικεντρώσουν την προσοχή τους.
Η άμεση αντίδραση της κυβέρνησης θα ανακοινωθεί από τον υπουργό Οικονομικών. Ο George Osborne έχει να δύσκολο καθήκον: να καταστήσει λειτουργικές τις προτάσεις της επιτροπής, χωρίς όμως, να αφήσει τις τράπεζες να γλιτώσουν. Είναι μία λεπτή γραμμή.
Η επιτροπή επισημαίνει ότι το Λονδίνο είναι ένα διεθνές χρηματοοικονομικό κέντρο σε μία οικονομία μεσαίου μεγέθους η οποία παράλληλα ισορροπεί μεταξύ ανάκαμψης και ύφεσης. Και οι δύο αυτοί παράγοντες ενισχύουν την άποψη ότι θα πρέπει να στηριχθούν οι τράπεζες ώστε να παραμείνουν διεθνώς ανταγωνιστικές και να έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν δάνεια στην οικονομία. Αυτό όμως, θα σήμαινε ότι οι βρετανικοί τραπεζικοί κανόνες θα ευθυγραμμίζονται με εκείνους σε άλλα χρηματοοικονομικά κέντρα ώστε να προστατευθεί η θέση του City και πως θα υπήρχε χαλαρή αντιμετώπιση στην επιβολή επιπλέον κεφαλαιακών περιορισμών.
Αυτή όμως, είναι μία κρίσιμη στιγμή για τις τραπεζικές μεταρρυθμίσεις και ο υπουργός Οικονομικών θα πρέπει να αδράξει την ευκαιρία. Μετά την περσινή έκθεση της Ανεξάρτητης Τραπεζικής Επιτροπής και τη σημερινή αναθεώρηση των τραπεζικών προτύπων, δεν υπάρχει κυβέρνηση στον κόσμο με καλύτερη πληροφόρηση για το τι συμβαίνει κάτω από την επιφάνεια στην τραπεζική βιομηχανία και πιο πολύ ενημερωμένη για την ανάγκη αλλαγών, από τη Βρετανική.
Έχοντας θέσει τις βάσεις για αλλαγές σε έναν ζωτικό κλάδο, η κυβέρνηση δεν πρέπει να διστάσει. Θα χαθεί η αξιοπιστία του κοινοβουλίου εάν αναβληθεί η λήψη αποφάσεων. Είναι άλλωστε, μία μοναδική ευκαιρία για να τεθεί σε σωστή βάση ένας από τους πιο δυσλειτουργικούς, αλλά στρατηγικά σημαντικούς κλάδους της Βρετανίας.
*Ο Philip Augar είναι συγγραφέας του 'Reckless: the rise and fall of the City'
© The Financial Times Limited 2013. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation