Ο
κίνδυνος να μην μπορούν μία ή περισσότερες χώρες της ευρωζώνης να εξυπηρετήσουν το δημόσιο χρέος τους
έγινε αντιληπτός.
Με δεδομένο ότι
η ελληνική οικονομία αντιπροσωπεύει μόλις το 2% του ΑΕΠ της ευρωζώνης, οι κοινοτικοί αξιωματούχοι εστίασαν την προσοχή τους σε αυτό το στοιχείο για να δείξουν ότι οι ανησυχίες των αγορών για τις επιπτώσεις από την κρίση του ελληνικού δημοσίου χρέους στην ευρωζώνη και το ευρώ
ήταν υπερβολικές.
Για να γίνουν μάλιστα πιο πειστικοί
επικαλέστηκαν το επιχείρημα της πολιτείας της Καλιφόρνιας, η οποία αντιστοιχεί στο 13% του αμερικανικού ΑΕΠ και αντιμετωπίζει επίσης δημοσιονομικά προβλήματα.
Όμως, δεν έμειναν μόνο εκεί.
Οι κοινοτικοί αξιωματούχοι και κυρίως οι της ΕΚΤ επισήμαναν επίσης ότι
η δημοσιονομική κατάσταση της ευρωζώνης είναι πολύ καλύτερη σε σχέση με εκείνη των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας, παραπέμποντας στις προβλέψεις του ΔΝΤ για τα κρατικά ελλείμματα.
Οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ βλέπουν το δημοσιονομικό έλλειμμα της ευρωζώνης στο 6,5% του ΑΕΠ το 2010 έναντι 10% και πλέον στις ΗΠΑ και στην Ιαπωνία.
Το μήνυμα των κοινοτικών αξιωματούχων ήταν
σαφές.
Οι αγορές θα έπρεπε να επικεντρωθούν στα οικονομικά της ευρωζώνης συνολικά και όχι κάθε κράτους ξεχωριστά.
Όμως,
δεν εισακούστηκαν.
Ίσως γιατί οι αγορές είχαν ήδη πάρει το
μάθημά τους, έχοντας ακούσει και έχοντας πιστέψει το ίδιο κήρυγμα παλαιότερα.
Ως γνωστόν, μετά την εισαγωγή του ευρώ, οι
αγορές πόνταραν στη σύγκλιση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων των χωρών της ευρωζώνης, χωρίς να δώσουν μεγάλη σημασία στις διαφορές δημοσιονομικής κατάστασης και ανταγωνιστικότητας.
Έτσι, το ελληνικό 10ετές ομόλογο έφτασε σε κάποιο σημείο να είναι διαπραγματεύσιμο με spread μικρότερο των 20 μονάδων βάσης έναντι του αντίστοιχου γερμανικού, καθιστώντας τον δανεισμό του Δημοσίου εξαιρετικά φθηνό.
Όμως, το ποντάρισμα των επενδυτών και των κερδοσκόπων -που τότε ήταν μάλλον καλοί, με βάση τα ελληνικά κριτήρια- στη σύγκλιση των αποδόσεων βασιζόταν στην υπόθεση ότι τα θεμελιώδη μακροοικονομικά στοιχεία των χωρών της ευρωζώνης
θα συνέκλιναν επίσης.
Κάτι τέτοιο προφανώς
δεν έγινε.
Θα ήταν λοιπόν
οξύμωρο αν οι αγορές αποδεχόντουσαν σήμερα τα ίδια επιχειρήματα των κοινοτικών αξιωματούχων και έβλεπαν την ευρωζώνη συνολικά και όχι κάθε χώρα ξεχωριστά.
Πολύ περισσότερο όταν
δεν υπάρχουν
μεγάλες θεσμικές αλλαγές στην Ε.Ε. στο τρόπο αντιμετώπισης κρίσεων χρέους.
Μάλιστα, εκ των υστέρων αποδεικνύεται ότι
για την Ελλάδα και για άλλες χώρες της ευρωζώνης θα ήταν πιθανόν καλύτερα από δημοσιονομικής πλευράς αν οι αγορές τιμολογούσαν τα χρεόγραφά τους
ακριβότερα στο παρελθόν, δίνοντας μεγαλύτερο ειδικό βάρος στα ιδιαίτερα μακροοικονομικά και δημοσιονομικά χαρακτηριστικά καθεμιάς.
Υπό αυτήν την έννοια,
η χώρα πληρώνει και το λάθος των επενδυτών και των κερδοσκόπων που συμπίεσαν πάρα πολύ τα spreads στο παρελθόν, δίνοντας την εντύπωση στις κυβερνήσεις των συγκεκριμένων χωρών ότι
θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν τα ελλείμματά τους με φθηνό χρήμα για πάντα καθότι μέλη της ευρωζώνης.
Κοινώς, οι επενδυτές ενθάρρυναν τη δημοσιονομική απειθαρχία στο παρελθόν. Dr. Money dr@euro2day.gr