Τόλμησε να αγοράσει μια μεγάλη (τουρκική) τράπεζα, όταν για να το πετύχει αυτό έπρεπε να κάνει μια τεράστια αύξηση μετοχικού κεφαλαίου (τότε τη μεγαλύτερη που είχε γίνει ποτέ στη χώρα μας), ως συνέπεια της οποίας μειώθηκε δραστικά
το ποσοστό του κράτους κι αυξήθηκε των ξένων θεσμικών επενδυτών!
Τι για απάτες κατηγορήθηκε, τι
στο Κοινοβούλιο σύρθηκε για να απολογηθεί και τι δεν γράφτηκε εναντίον του... Εντούτοις
ο χρόνος… άλλα δείχνει. Η μετοχή και η κεφαλαιοποίηση της Εθνικής έφτασαν σε ύψη που ποτέ δεν είχε δει, ενώ τα αποτελέσματά της άφησαν μέχρι τώρα
άφωνους και τους επικριτές.
Ζήτησε κανένα από τα βαρύγδουπα πολιτικά και μη ονόματα
συγγνώμη για τα όσα του έσουραν;
Ασφαλώς και όχι.
Γιατί νομίζουν ότι η κοινή γνώμη και οι απλοί επενδυτές ξεχνούν, κι ότι οι ψηφοφόροι είναι λίγο καλύτεροι από τα ζώα. «Πέταξέ τους μια κορόνα να χορτάσει το θυμικό τους και βλέπουμε».
Και τώρα η κριτική αρχίζει να εστιάζει στο επόμενο «τόλμημα». Στο ότι
θέλει να θωρακίσει την επάρκεια εποπτικών κεφαλαίων της ΕΤΕ αλλά και να έχει διαθέσιμα, είτε για οργανική ανάπτυξη είτε
για μια νέα εξαγορά που διόλου απίθανο να φέρει τη «μεγάλη μας φίλη» να μπαίνει δυναμικά και στην αγορά της Αιγύπτου.
Προσέξτε, δεν λέμε ότι η πρώτη μεγάλη κίνηση Αράπογλου ήταν (και είναι) χωρίς ρίσκο. Ούτε ο ίδιος είπε κάτι τέτοιο. Αλλά
μια κίνηση με λελογισμένο ρίσκο είναι σαφώς καλύτερη από την… ακινησία. Γι' αυτό άλλωστε πληρώνονται και οι managers, για να κάνουν κινήσεις. Η συγκεκριμένη δε, μέχρι τώρα, αποδίδει ανέλπιστα καλά.
Σίγουρο είναι επίσης ότι εκτός κι αν η κατάσταση στην περιοχή μας έρθει τα πάνω κάτω (κι αν γίνει κάτι τέτοιο -πιστέψτε με- το τελευταίο που θα μας ενδιαφέρει θα είναι η αποτίμηση της Εθνικής) το εγχείρημα
μακροχρόνια θα είναι εξίσου επιτυχημένο.
Τι ρωτούν λοιπόν τώρα οι επικριτές; «Γιατί αυξήθηκε το ποσοστό των ξένων και παίζουν short την Εθνική οι κερδοσκόποι» και «γιατί θα ενισχύσει πάλι τα κεφάλαιά της κατά 1,5 δισ. εκδίδοντας προνομιούχες μετοχές υπέρ νέων επενδυτών».
Πρόκειται βέβαια περί αστειότητας.
Χωρίς συμμετοχή ξένων επενδυτών, αύξηση τέτοιου μεγέθους ΔΕΝ γινόταν, γιατί τέτοια λεφτά δεν υπάρχουν στην Ελλάδα. Αν έμεναν τα πράγματα όπως είχαν η Εθνική θα ήταν ό,τι και πριν κι όχι αυτό που είναι σήμερα.
Τουναντίον, το ότι κάποιοι ξένοι χρησιμοποιούν τη μετοχή της ως εργαλείο για ανοιχτές πωλήσεις (όπως άλλωστε ο ίδιος εξήγησε χωρίς να «καταγγέλλει» κάτι), συμβαίνει διότι η μετοχή αυτή λόγω και του μεγέθους της έχει
πολύ μεγάλη σημασία και επίδραση στον καθορισμό των δεικτών.
Στην πραγματικότητα, η Εθνική του κ. Αράπογλου είναι
παράδειγμα προς μίμηση και για το γεγονός ότι σπεύδει να χρησιμοποιήσει ένα νέο εργαλείο, που θα διευκολύνει την περαιτέρω ανάπτυξή της, χωρίς να κάνει μια «κλασική» αύξηση κεφαλαίου, που σε αυτήν την περίοδο
είναι βέβαιο ότι θα δημιουργούσε σημαντικές πιέσεις.
Κάνοντας αυτήν την κίνηση θα ειναι έτοιμη να εκμεταλλευτεί με όποιον τρόπο νομίζει καλύτερα ένα περιβάλλον στο οποίο «
όποιος έχει χρήμα, κάνει παιχνίδι», ένα περιβάλλον που, όπως σπάνια συμβαίνει, βρίσκει τους περισσότερους μεγάλους τραπεζικούς παίκτες λιγότερο ή περισσότερο τραυματισμένους.
Κι εδώ βρίσκεται η ευκαιρία... Ως τώρα η ΕΤΕ κατάφερε
να μείνει πρωταγωνιστής στο πλήρως απελευθερωμένο περιβάλλον του χρηματοπιστωτικού τομέα (χωρίς να έχει την
ιδιόμορφη προστασία που συνεχίζουν να απολαμβάνουν τόσο ο ΟΤΕ όσο και η ΔΕΗ), να παίζει ρόλο στην ευρύτερη περιοχή, να έχει υψηλότατη κερδοφορία και να απορροφά τεράστια ξένα κεφάλαια.
Κι όλα αυτά
χωρίς να χάσει την «ελληνική ταυτότητά της».
Ποια άλλη ελληνική εταιρία κρατικού «ενδιαφέροντος»
μπορεί να παινευτεί για κάτι αντίστοιχο;
Tα συγκριτικά γραφήματα 5ετίας της ΕΤΕ
σε σχέση με τον ΟΤΕ αλλά και σε σχέση με τον άλλον
κρατικού ενδιαφέροντος κολοσσό, τη ΔΕΗ, δείχνουν άλλωστε ξεκάθαρα και τη χρηματιστηριακή εικόνα.
Κι αν είναι έτσι, τι παραπάνω θα μπορούσαμε να επιθυμήσουμε; Σίγουρα όχι την
επιστροφή στο… παρελθόν. Αυτό που πρέπει να θέλουμε στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου περιβάλλοντος είναι μια Εθνική που θα
πρωταγωνιστεί στην ευρύτερη γεωγραφική περιφέρεια με ανεξάρτητη ελληνική διοίκηση και έδρα την Ελλάδα.
Προς το παρόν όμως φαίνεται ότι ο κ. Αράπογλου θα πρέπει να ζήσει με το «λάθος» του
να έχει όραμα, κι εμείς με την αίσθηση ότι κάποιοι, πολιτικοί και μη,
υποτιμούν τη νοημοσύνη της κοινής γνώμης γενικώς - και των επενδυτών…
ειδικώς.