Μια απλή ματιά στο διάγραμμα
δείχνει ότι το σημείο όπου μπορεί τώρα να προσγειωθεί είναι δύσκολα προβλέψιμο.
Στο πλαίσιο αυτό, συμβαίνει και
κάτι που δεν έχει συμβεί τα τελευταία... 50 χρόνια. Η μερισματική απόδοση των μετοχών εμφανίζεται να είναι υψηλότερη από την απόδοση του
10ετούς αμερικανικού ομολόγου. Το κλίμα επιβαρύνει έτι περισσότερο η παντελής έλλειψη εμπιστοσύνης σε μετοχές εταιριών-κολοσσών που γενιές ολόκληρες
θεωρούνταν "αβύθιστες". Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της περιόδου η μετοχή της
Citigroup που έχασε περίπου 60% σε τρεις ημέρες και συγκεντρωτικά
πάνω από 82%, πέφτοντας κάτω κι από το όριο των 4 δολαρίων.
Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι η αγορά προεξόφλησε σημαντικά προβλήματα στη λειτουργία της που θα απαιτούσαν δραστικές λύσεις, ενώ ενδεικτικό είναι ότι η διοίκηση της μεγαλύτερης τράπεζας του κόσμου προσπάθησε τις τελευταίες μέρες να πετύχει
αναστολή του short selling στη μετοχή της, χωρίς έως τώρα κάποιο αποτέλεσμα.
Η λύση δοθηκε τελικά την Κυριακή από την αμερικανική κυβέρνηση
με μία νέα διάσωση-"μαμούθ".
Στο πλαίσιο αυτό, η ικανότητα των άλλων αγορών να αυτονομούνται ως προς τον βαθμό πτώσης είναι πιθανό ότι
θα αποδειχτεί προσωρινή. Η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου είναι επίσης και η μεγαλύτερη καταναλωτική αγορά αλλά κι ο τόπος προσέλκυσης του μεγαλύτερου μέρους του πλεονάσματος των άλλων χωρών, με χαρακτηριστικότερα ίσως παραδείγματα την αναδυόμενη Κίνα και την Ιαπωνία.
Το ερώτημα είναι κατά πόσον όλα αυτά δικαιολογούνται από τα μέχρι τώρα πραγματικά οικονομικά και επιχειρηματικά δεδομένα, ή αν ο χειρότερος εχθρός αυτή τη στιγμή είναι
ο ίδιος ο φόβος των καταναλωτών, των επενδυτών ακόμη και των ίδιων των επαγγελματιών.
Κάποιοι αναλυτές πιστεύουν ότι βρισκόμαστε ήδη σε
φάση υπερβολής. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα όμως δεν έχει και τόση σημασία.
Στην κατάσταση όπου βρίσκονται οι αγορές, αν δεν αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη και η αξιοπιστία, οι αριθμοί θα χειροτερέψουν,
επιβεβαιώνοντας τους υπερβολικούς φόβους… εξαιτίας τους! Το όπλο των μειώσεων στα επιτόκια έχει σχεδόν εξαντληθεί. Η Κεντρική Τράπεζα της Ιαπωνίας το παραδέχτηκε ήδη, στις ΗΠΑ τα πραγματικά επιτόκια overnight είναι ήδη στο 1% και
η μόνη που απομένει είναι η ΕΚΤ, η οποία βεβαίως καθυστέρησε αδικαιολόγητα να αντιληφθεί πως έπρεπε να τα μειώσει.
Έτσι, στην ουσία το ερώτημα είναι αν -και πότε- οι τεράστιες ποσότητες ζεστού χρήματος που έριξαν και ετοιμάζονται να ξαναρίξουν στις αγορές οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες ανά τον κόσμο θα καταφέρουν να αποκαταστήσουν
την εμπιστοσύνη του επενδυτή και κυρίως του καταναλωτή, αποτρέποντας την πιο βαριά ύφεση που έχει γνωρίσει ο παγκοσμιοποιημένος κόσμος μας.
Από την απάντηση στο ερώτημα αυτό θα κριθεί και το σημείο προσγείωσης των αγορών, αφού οι
απότομες άνοδοι που παρατηρούνται (όπως αυτή της Παρασκευής), που έφερε ξανά τον Dow Jones, πάνω απο τις 8.000 μονάδες και τον S&P στις 800,
δεν αναιρούν όσα αναφέρθηκαν παραπάνω.
Οι αγορές
σχεδον ποτέ δεν πέφτουν μονομιάς.
Πάντως, παρά τη γρήγορη αντίδραση των κυβερνήσεων, είναι δυσάρεστο (και δεν περνά απαρατήρητο από τις αγορές) το γεγονός ότι κάθε χώρα φαίνεται να ακολουθεί λιγότερο ή περισσότερο τη δική της πορεία, ενώ στις ίδιες τις ΗΠΑ υπάρχει
κενό στη λήψη αποφάσεων, εν αναμονή της ορκωμοσίας του νέου Προέδρου.
Αν η κατάσταση συνεχίσει να χειροτερεύει, οι κυβερνήσεις δύσκολα θα συνεργαστούν τόσο στενά όσο θέλουν να πιστεύουμε.
Διότι ακόμη και σε επίπεδο κρατών,
όταν γίνει ναυάγιο, επικρατεί το "ο σώζων εαυτόν σωθήτω".