Έναν πέπλο που ασφαλώς δεν άρχισε να υφαίνεται στις ημέρες μας, αλλά χρονολογείται περίπου από την εποχή όπου άρχισε να διογκώνεται το δημόσιο χρέος στην Ελλάδα.
Δημιουργεί, με άλλα λόγια, ένα καθεστώς υπό το οποίο οι τράπεζες -
σχεδόν εν χορώ- μπορούν να αυθαιρετούν επιβάλλοντας, συχνά με το πρόσχημα των
αυξημένων επισφαλειών που συνοδεύουν τους
Έλληνες δανειολήπτες, σαφώς υψηλότερα επίπεδα επιτοκίων πιστωτικών καρτών, έναντι εκείνων που ισχύουν
στην πλειονότητα των κρατών-μελών της ζώνης του ευρώ.
Ως προς αυτό συνηγορεί μάλιστα και η ίδια η Ένωση Ελληνικών Τραπεζών, επισημαίνοντας στην ιστοσελίδα της, μεταξύ άλλων, ότι "η χώρα μας (σ.σ.: εμφανίζει) τα υψηλότερα ονομαστικά επιτόκια στη ζώνη του ευρώ (Μάρτιος 2009: 14,46% έναντι 9,93% αντίστοιχα)", αν και αρνείται στη συνέχεια ότι τα
πραγματικά (ΣΕΠΠΕ) επίπεδα των επιτοκίων των πιστωτικών καρτών είναι όντως τα υψηλότερα στην ευρωζώνη.
Την εικόνα αυτή έρχεται τώρα να ανατρέψει, σύμφωνα πάντα με την πρόθεση που της αποδίδεται, η κ.
Κατσέλη, επιβάλλοντας ανώτατο όριο "πλαφόν" στα επιτόκια.
Με την ενέργειά της όμως αυτή
επιβεβαιώνει την αδυναμία της Πολιτείας να επιβάλει όρους ανταγωνισμού και ελεύθερης λειτουργίας στην ελληνική τραπεζική αγορά.
Εάν όντως η ελληνική πολιτεία επιθυμεί
να βελτιώσει τη θέση των δανειοληπτών, γιατί επιτρέπει στο τραπεζικό σύστημα να συνεχίσει να επιβάλει σειρά καταχρηστικών όρων στις συμβάσεις χορηγήσεων;
Εάν όντως είναι αυτή η πρόθεση της Πολιτείας,
γιατί στέκει αδιάφορη έναντι φαινομένων όπως τα ιδιαίτερα υψηλά επιτόκια υπερημερίας, ή οι προμήθειες κατάρτισης φακέλων, ή τα όποια άλλα κόστη
καταχρηστικά επιβάλλουν οι τράπεζες προς τους πελάτες τους, παρά τις περί του αντιθέτου δικαστικές αποφάσεις;
Η επιλογή της κ. Κατσέλη θυμίζει τη φράση του λαού μας "
πονάει κεφάλι, κόψει κεφάλι" και αντιστοιχεί με την κατάλυση των όρων της ελεύθερης αγοράς, ήτοι ενός εκ των θεμέλιων λίθων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και βεβαίως των αστικών δημοκρατιών δυτικού τύπου…
Με άλλα, λόγια, εάν προεκτείνουμε τη σκέψη της κ.
Κατσέλη στην ευρύτερη τραπεζική ή λοιπή αγορά, γιατί να μη θεσπίσουμε
τη διατίμηση και σε άλλα προϊόντα χορηγήσεων, όπως τα στεγαστικά δάνεια, ή ακόμη και τα είδη πρώτης ανάγκης, όπως τα τρόφιμα;
Ο ίδιος τρόπος σκέψης δεν είναι;
ngd@euro2day.gr