Οι δομές των χρηματαγορών έχουν κατά το πλείστον υπάρξει ήπιες σε ό,τι αφορά το risk trading. Για όσους αξιοποίησαν τον κύκλο των δημόσιων εγγραφών, της κυκλοφορίας μετοχών δευτερογενών αγορών και των συναλλακτικών ροών, τα ιδιωτικά έσοδα και τις υψηλές αξιολογήσεις των αναλυτών, οι αμοιβές που προέκυψαν
ξεπέρασαν κατά πολύ όλες τις προσδοκίες.
Τελευταία, η τάση ήταν η απομάκρυνση από την ανταγωνιστική τιμολόγηση, καθώς οι κυρίαρχοι market makers και οι ειδικοί διαμεσολαβητές εκτοπίστηκαν ή μετακινήθηκαν.
Αγορά των αγοραστών Στις χρηματαγορές σήμερα ο τελικός πελάτης -είτε είναι retail είτε θεσμικός-
δεν είναι πλέον αναγκασμένος να παραμένει απλός λήπτης τιμών, να πραγματοποιεί δηλαδή συναλλαγές χωρίς να μπορεί να επηρεάσει την τιμή. Παλαιότερα, οι market makers καθόριζαν τις τιμές, υποχρεώνοντας τους επενδυτές να πληρώνουν premium με τη μορφή διευρυμένων spreads και φουσκωμένων προμηθειών, μόνο και μόνο για να έχουν το προνόμιο της πρόσβασης στην αγορά.
Σήμερα οι επενδυτές θέλουν να καθορίζουν οι ίδιοι τις τιμές. Να δέχονται προσφορές ή να ποντάρουν μόνο όποτε θέλουν. Αν ασκηθεί σωστά, αυτή η αγοραστική δύναμη εξ ορισμού αποτελεί πρόκληση για οποιαδήποτε τράπεζα θα ήθελε να διευκολύνει το trading των πελατών της. Τα πράγματα έχουν πλέον αλλάξει.
Τα εθνικά χρηματιστήρια δεν είναι πια το "φυσικό μονοπώλιο", ενώ τόσο η ορατή όσο και η σκοτεινή ρευστότητα είναι τώρα κατακερματισμένη σε διάφορες δωσιδικίες. Αποτέλεσμα αυτού είναι να ζούμε σε έναν κόσμο στον οποίο κυριαρχούν
οι πόλεμοι των ρομπότ- διαπραγματευτών με χιλιάδες συναλλαγές και εντολές να διακινούνται με ταχύτητα υπο-millisecond.
Λόγω των εσωτερικών τους πηγών χρηματοδότησης, θα περίμενε κανείς οι τράπεζες να λειτουργούν καλά σε αυτές τις συνθήκες αυξημένων απαιτήσεων. Ωστόσο, δεν έχουν πια αυτές το πάνω χέρι. Οι νέες είσοδοι στο παιχνίδι της διαπραγμάτευσης επιφέρουν
ραγδαίες αλλαγές στη δομή της αγοράς και "ρίχνουν το γάντι" σε όλα τα επιχειρηματικά μοντέλα που προσελκύουν παχυλά περιθώρια από τη μονοπώληση της ρευστότητας των επενδυτών.
Traders υψηλών συχνοτήτων
Υπό τον ενιαίο τίτλο "traders υψηλών συχνοτήτων" φιλοξενείται η τελευταία και πιο ουσιαστική πράξη της πορείας "εκδημοκρατισμού" των αγορών. Η δομή της αγοράς, που παλαιότερα καθορίζονταν από τις τράπεζες -ως κύριους φορείς των χρηματιστηριακών μονοπωλίων- καθορίζεται τώρα από έξυπνες και ανεξάρτητες ιδιωτικές εταιρίες διαπραγμάτευσης που λειτουργούν για λογαριασμό τους.
Παλαιότερα δεν ήταν δυνατόν να βρει κανείς κορυφαίες ικανότητες διαπραγμάτευσης παρά μόνο στο δυναμικό μιας τράπεζας. Με την έκρηξη των hedge funds οι τράπεζες ξεκίνησαν να παίζουν τον ρόλο του
εκκολαπτηρίου ταλαντούχων traders με τους πιο επιτυχημένους εξ αυτών να οδεύουν είτε προς ιδιωτικά desks είτε προς Hedge Funds Spin Offs, όπως είναι η Brevan Howard και οι CQS και GLG.
Έτσι σήμερα οι traders μπορούν να φτάσουν στην κορυφή
χωρίς να έχουν εργαστεί για τράπεζα.
Ενώ η αγορά σε ό,τι αφορά τις ικανότητες του prop trading καθίσταται περισσότερο ανταγωνιστική, οι πελάτες ασκούν τώρα μια νέα μορφή πίεσης. Οι διαχειριστές χρήματος -ασχέτως του τι πρεσβεύουν- καθίστανται περισσότερο προσεκτικοί σε ό,τι αφορά τη χρήση των πελατειακών προμηθειών προκειμένου να χρηματοδοτηθούν η outsourced έρευνα και η διαπραγμάτευση.
Καθώς προσαρμόζουν ανάλογα τις διαπραγματευτικές τους ικανότητες, είναι
περισσότερο ανήσυχοι από ποτέ για τις εγγενείς συγκρούσεις συμφερόντων εντός των τραπεζών. Έχουν ακόμη όλο και περισσότερο τον νου τους να αφήνουν διαθέσιμα κεφάλαια ώστε ενδεχομένως να χρησιμοποιηθούν για να χρηματοδοτήσουν δράσεις ιδιωτικής διαχείρισης.
Συνεπεία αυτού, η επιθυμία για υιοθέτηση μεθόδων αντιπροσώπευσης επί συναλλαγών (agency trading) -ένα μοντέλο που ελαχιστοποιεί τις συγκρούσεις συμφερόντων- μεγαλώνει. Αυτοί που βρίσκονται στην πλευρά των αγοραστών
όλο και περισσότερο καθίστανται market traders - για δικό τους όμως λογαριασμό.
Η διαδικασία της εποπτικής αναμόρφωσης είναι αργή, αναπόφευκτα συμβιβαστική και πενιχρά εστιασμένη. Παρ' όλα αυτά, καθώς η Ευρώπη τρεκλίζει προς τη MiFID II, υπάρχει η τάση για
μια ανοιχτή και δίκαιη δομή αγοράς.
Αυτή η τάση, σε συνδυασμό με τον ενισχυμένο ανταγωνισμό στον κλάδο του fund management και τη διάθεση για μεγαλύτερη διαφάνεια, θα αυξήσει την πίεση στις τράπεζες ώστε να προσφέρουν υπηρεσίες αντιπροσώπευσης επί συναλλαγών.
Κάτι τέτοιο, ωστόσο, θα καταστήσει δυσκολότερη την εξαγωγή κέρδους από τις ιδιωτικού τύπου συναλλαγές. Είναι πιθανό για τις τράπεζες να βγάλουν χρήματα εντός ενός τέτοιου περιβάλλοντος, αλλά για αρκετές από αυτές οι αμοιβές επιπέδου αντιπροσώπευσης στις οποίες θα μεταβούν θα είναι πιθανότατα κατώτερες από το υψηλό κόστος, όπως αυτό διαμορφώθηκε πέρυσι.
Ο κ. Richard Balarkas είναι CEO της εταιρίας παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών Instinet.