Κυβερνήσεις vs τράπεζες στην Κεντροανατολική Ευρώπη

«Φωτιές» στις τράπεζες ανάβει νόμος που επιτρέπει στους Ρουμάνους να υπαναχωρήσουν από δανειακές συμβάσεις, με μόνη ποινή την επιστροφή του ενεχύρου. Οι φόβοι των τραπεζιτών ότι κάθε εκλογική αναμέτρηση θα φέρνει και νέα «βάρη».

της Stefanie Linhardt
Κυβερνήσεις vs τράπεζες στην Κεντροανατολική Ευρώπη

Η πολιτική προστασίας των καταναλωτών από τις τράπεζες συχνά ξεπερνά τα όρια και γίνεται αντικείμενο λαϊκιστικής προπαγάνδας στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη. Τη... νύφη βέβαια πληρώνουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, γράφει το The Banker.

Φανταστείτε να μπορούσατε να πάρετε δάνειο για αγορά ακινήτου, αλλά και να μπορούσατε απλώς να δώσετε την ιδιοκτησία σας στην τράπεζα χωρίς να έχετε καμία άλλη υποχρέωση, στην περίπτωση που δεν μπορείτε να αποπληρώνετε τις δόσεις του δανείου. Μοιάζει ουτοπικό; Σίγουρα οι δανειστές σας δεν θα συμφωνούσαν ποτέ σε κάτι τέτοιο. Εκτός αν η κυβέρνηση περάσει νόμο που να καθιστά μια τέτοια συμφωνία αναγκαστική, όπως συνέβη στη Ρουμανία.

Ανεξάρτητα από την αγοραία αξία του στοιχείου ενεργητικού, οι δανειολήπτες μπορούν τώρα να παραδώσουν τα κλειδιά τους και να φύγουν. Χιλιάδες άνθρωποι αναμένεται να κάνουν χρήση αυτής της δυνατότητας του νέου νόμου, αλλά οι τράπεζες... απλώς ατύχησαν. Οι δανειστές είναι πιθανό να καταλήξουν δυσαρεστημένοι ιδιοκτήτες ακινήτων και η Fitch προειδοποιεί ότι η νέα νομοθεσία «απειλεί να διακόψει τη βελτιούμενη επίδοση του ρουμανικού τραπεζικού κλάδου».

Υπό την επιρροή αυξανόμενων λαϊκιστικών κινημάτων, η πολιτική ανάμιξη, όπως φαίνεται στη Ρουμανία, είναι σε άνοδο σε όλη την κεντρική και ανατολική Ευρώπη και οι τράπεζες είναι αναγκασμένες να δώσουν μάχη.

Η υποχώρηση της παγκόσμιας οικονομίας που ακολούθησε την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση προκάλεσε δυσκολίες σε επιχειρήσεις και άτομα σε όλη την περιοχή της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, αλλά η τότε ευρέως διαδεδομένη πρακτική του δανεισμού σε ελβετικά φράγκα και όχι στην εγχώρια ισοτιμία προσέθεσε στο άγχος πολλών νοικοκυριών που προσπαθούσαν να ανταποκριθούν στο βάρος των τοκοχρεολυσίων, καθιστώντας το όλο θέμα εύφορο έδαφος για λαϊκίστικη προπαγάνδα.

«Φοβάμαι κάθε εκλογική διαδικασία στην κεντροανατολική Ευρώπη, μετά τα τόσα δώρα που δόθηκαν στο κοινό εις βάρος των τραπεζών», λέει ο Karl Sevelda, πρόεδρος του Δ.Σ. και CEO στη Raiffeisen Bank International, την τράπεζα με τη δεύτερη μεγαλύτερη αριθμητικά παρουσία σε χώρες της περιοχής. Σε κάποιες περιπτώσεις, οι φόβοι των τραπεζιτών είναι δικαιολογημένοι. Τον Σεπτέμβριο του 2015 o κεντροαριστερός συνασπισμός στην Κροατία πέρασε μια παρόμοια δέσμη νομοθετημάτων.

Αυτές οι παραχωρήσεις συνέπεσαν με μια εκλογική καμπάνια, αν και δεν βοήθησαν στην επανεκλογή του πρωθυπουργού Ζόραν Μιλάνοβιτς. Αλλά για τις τράπεζες, η ζημία είχε γίνει, αφού οι νόμοι επιτρέπουν στους πολίτες να μετατρέψουν τα δάνεια που έχουν πάρει σε ελβετικά φράγκα, σε ευρώ.

Κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίασης του Ευρωκοινοβουλίου στις 12 Μαΐου, ο Lord Jonathan Hill, τότε επίτροπος της ΕΕ για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα, τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και την ενοποίηση των κεφαλαιαγορών, δήλωσε πως «το να επιτρέπεις στους δανειολήπτες να αλλάζουν τα δάνειά τους από ελβετικά φράγκα σε ευρώ με τεχνητά χαμηλές ισοτιμίες και να μεταφέρεις το κόστος αποκλειστικά στους δανειστές, πάει πιο μακριά από ό,τι χρειάζεται για να αποφευχθεί μια κρίση και να προστατευτούν οι δανειζόμενοι».

Η Ρουμανία έχει εξάλλου περιέλθει υπό τη στενή εποπτεία της ΕΕ, ακόμη και πριν την ψήφιση του νόμου που αναφέρθηκε. Η έκθεση του 2016 της Κομισιόν για τη Ρουμανία, η οποία δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο, προειδοποίησε ότι ο νόμος «μπορεί να παράξει συστημικό κίνδυνο για ολόκληρο τον τραπεζικό κλάδο, με κινδύνους για τη σταθερότητά του και επιπτώσεις σε ολόκληρη την οικονομία», αν περνούσε με την αρχική του μορφή.

Στα ιδρύματα, οι απαιτούμενες καταθέσεις για νέες αιτήσεις στεγαστικών δανείων αυξήθηκαν καθώς ο νόμος σημαίνει ότι οι δανείστριες τράπεζες δεν χορηγούν πλέον δάνειο σε άτομα, αλλά χρηματοδοτούν ένα στοιχείο ενεργητικού, όπως επισημαίνει ο Steven van Groningen, CEO της Raiffeisen Bank Romania. Αυτό σημαίνει ότι «ο βασικός κίνδυνος δεν είναι ο δανειζόμενος ατομικά και η οικονομική του κατάσταση, αλλά η ίδια η αξία του ενεργητικού», έγραψε στο blog του. «Πρόκειται για έναν εντελώς διαφορετικό κίνδυνο και θα ήταν αφελές να σκεφτούμε ότι αυτό δεν θα αποτυπωθεί και στους όρους των στεγαστικών δανείων».

Εκτός της ΕΕ, στο Μαυροβούνιο, μια χώρα με 622.000 κατοίκους και ΑΕΠ εκτιμώμενο στα 4,04 δισ. ευρώ το 2015, σύμφωνα με το ΔΝΤ, μόνο ένα ίδρυμα ενεπλάκη σε δανεισμό σε ελβετικά φράγκα: Η πρώην Hypo Alpe Adria, η οποία είχε προβλήματα κατά την οικονομική κρίση. Στο μεταξύ, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη ήδη συζητά έναν νόμο που θα ρυθμίσει τη μετατροπή των δανειακών ισοτιμιών.

Παρά τη νομοθετική αβεβαιότητα σε ορισμένες χώρες της κεντροανατολικής Ευρώπης, ο αναπληρωτής κυβερνήτης της Τράπεζας της Αυστρίας Andreas Ittner πιστεύει ότι οι προσπάθειες των τραπεζών της περιοχής αποτελούν ένα "success story", κάνοντας έμμεση αναφορά στο γιατί οι τράπεζες είναι προετοιμασμένες να ξεπεράσουν τέτοιες πολιτικές.

«Αν και ο δρόμος είναι πιθανό να έχει αναταράξεις, η κεντροανατολική Ευρώπη έχει ισχυρότερους ρυθμούς ανάπτυξης από ό,τι η Δυτική -περίπου 150 μονάδες βάσης ισχυρότερους- και πολλές αγορές εμφανίζουν ακόμη περιορισμένη διείσδυση των τραπεζών, οπότε υπάρχουν πολλά να κριθούν εκεί», λέει. Η οικονομική άνοδος και η προοπτική αποτελούν ισχυρό πόλο έλξης, όπως συμβαίνει με την περίπτωση της Ρουμανίας, της οποίας οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης ευθύνονται για το ότι Unicredito και Raiffeisen αναζητούν τρόπους να επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους στη χώρα.

Πρακτικά, σύμφωνα με μελέτη της Unicredito, όλες οι οικονομίες της κεντροανατολικής Ευρώπης, πέρα από τη Ρωσία, θα επιδείξουν ανάπτυξη το 2016. Οι εκτιμώμενοι ρυθμοί ανάπτυξης που για Ρουμανία, Τουρκία, Βοσνία- Ερζεγοβίνη, Σλοβακία, Πολωνία, Βουλγαρία εκτιμώνται σε πάνω από 3%, θα ξεπεράσουν τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ για μέση αύξηση του ΑΕΠ της Ευρωζώνης κατά 1,6%.

Και θα μπορούσε να υπάρχει και ένα ακόμη bonus: σε κάποιες χώρες, η νομοθεσία κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση. Η κυβέρνηση της Ουγγαρίας μείωσε τον τραπεζικό φόρο στο 0,29% και δεσμεύθηκε για περαιτέρω μείωση έως το 0,21% στο 2017. Οπότε υπάρχει περιθώριο για αλλαγή.

«Με δεδομένη την αναταραχή μετά το Brexit, οι πολιτικοί συνειδητοποιούν περισσότερο από ποτέ πόσο σημαντικό είναι για τις χώρες τους να αποτελούν έναν ελκυστικό και σταθερό επενδυτικό προορισμό», λέει ο κ. Andreas Treichl, CEO της Erste Group. Και συνεχίζει λέγοντας πως «η εμπιστοσύνη επιστρέφει στην κεντροανατολική Ευρώπη. Εμείς και άλλες τράπεζες δανείζαμε περισσότερο φέτος και περιμένουμε να είμαστε κερδοφόροι».

Είναι η κατάλληλη στιγμή, οι κυβερνήσεις να καταλάβουν ότι τα μακροπρόθεσμα οφέλη ενός ισχυρού δικαιικού συστήματος και μιας σταθερής διοίκησης είναι κατά πολύ σημαντικότερα από οφέλη όπως η έκτακτη φορολόγηση.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus