Γολγοθάς χρεών και για τις επιχειρήσεις

Η κρίση χρέους επισκιάζει όλα τα άλλα. Η S&P, όμως, προειδοποιεί ότι οι επιχειρήσεις θα χρειαστούν $46 τρισ. στην πενταετία. Το ένα τέταρτο αφορά την Ευρώπη. Και οι τράπεζες δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν.

  • Tony Jackson
Γολγοθάς χρεών και για τις επιχειρήσεις
Το ελληνοϊσπανικό δράμα που βρίσκεται σε εξέλιξη είναι τόσο συνταρακτικό που δύσκολα προσέχει κανείς οτιδήποτε άλλο. Εάν, όμως, δούμε λίγο παραπέρα, θα αντιληφθούμε ένα μάλλον αποκαρδιωτικό γεγονός: ότι ο επιχειρηματικός κλάδος της ευρωζώνης αντιμετωπίζει τη δική του μακροχρόνια κρίση χρηματοδότησης.

Δεν είναι είδηση ότι οι επιχειρήσεις εκτός χρηματοοικονομικού κλάδου καλούνται να αντιμετωπίσουν τα επόμενα χρόνια ένα βουνό χρεών. Αυτό που ωστόσο δεν έχει γίνει σαφές -όπως επισημαίνει και έκθεση της Standard & Poor’s- είναι πως θα πρέπει επίσης να αντλήσουν μαζικά νέα κεφάλαια για να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη και την ανάκαμψη.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η S&P εκτιμά ότι τα επόμενα πέντε χρόνια θα χρειαστούν 43 - 46 τρισ. δολ. Εξ αυτών, τα 30 τρισ. είναι αναχρηματοδότηση παλαιών οφειλών. Τα υπόλοιπα είναι νέο χρήμα.

Σχεδόν το ένα τέταρτο από το συνολικό ποσό (μεταξύ 11 και 12 τρισ. δολαρίων) απαιτείται στην Ευρώπη και στη Βρετανία. Ισάξιες είναι οι ανάγκες για τις ΗΠΑ και το μεγαλύτερο μέρος των υπολοίπων αφορά την Κίνα. Και ενώ στις ΗΠΑ τα κεφάλαια αυτά θα συγκεντρωθούν μάλλον εύκολα, για την Ευρώπη η κατάσταση είναι διαφορετική.

Γιατί:

Κυρίως λόγω της δομής του χρηματοοικονομικού συστήματος. Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στις ΗΠΑ μόλις το 10% του εταιρικού δανεισμού προέρχεται από τις τράπεζες. Το αντίστοιχο ποσοστό για την ευρωζώνη και τη Βρετανία ανέρχεται στο 70%.

Οι ευρωπαϊκές τράπεζες, όμως, είναι σε πολύ χειρότερη κατάσταση από ό,τι οι αμερικανικές. Πέρα από την κρίση κρατικού χρέους, καλούνται επίσης να μειώσουν τη μόχλευσή τους. Κατά συνέπεια, έχουν μικρότερες δυνατότητες χρηματοδότησης. Με απλά λόγια, δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.

Αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις θα αναγκαστούν να στραφούν στην αγορά ομολόγων. Από τον εταιρικό δανεισμό των 11,4 τρισ. δολ. που εκκρεμεί στην ευρωζώνη και στη Βρετανία, μόλις το 15% χρηματοδοτείται από εταιρικά ομόλογα.

Ας υποθέσουμε -λέει η S&P- ότι αυτό το ποσοστό, απουσία τραπεζικού δανεισμού, αυξάνεται στο 50%. Χωρίς να υπολογίσουμε την αναχρηματοδότηση του υπάρχοντος δανεισμού, αυτό συνεπάγεται νέο δανεισμό της τάξεως των 210-260 δισ. δολ. ετησίως για τα επόμενα πέντε χρόνια. Την τελευταία δεκαετία -όπου σημειωτέον καταγράφηκε και η μεγαλύτερη πιστωτική φούσκα όλων των εποχών- υπήρξαν μόνο δύο χρόνια κατά τα οποία ο νέος δανεισμός στην Ευρώπη ξεπέρασε τα 100 δισ. δολ.

Θα πρέπει να προσέξουμε σε αυτό το σημείο να μην υπερβάλουμε. Συγκεκριμένα, το ΔΝΤ εκτιμά ότι η μείωση του τραπεζικού δανεισμού εντός της ευρωζώνης θα είναι διαχειρίσιμη. Ενδεχομένως να αγγίξει το 1,7% μέσα στα επόμενα δύο χρόνια ή το 4,4% βάσει του δυσμενούς σεναρίου. Κι αυτό γιατί, ενώ οι τράπεζες της ευρωζώνης προετοιμάζονται για μείωση των ισολογισμών τους κατά 7% -που αντιστοιχεί σε 2,6 τρισ. δολ. με βάση τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ-, η μείωση της χρηματοδότησής τους στην ευρωζώνη θα είναι λιγότερο από το ένα δέκατο αυτού του ποσού.

Η μερίδα του λέοντος θα αντιστοιχεί σε πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων και δραστηριοτήτων, στο κλείσιμο μονάδων trading κ.λπ.

Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι όλα αυτά αφορούν το σχετικά… καλό σενάριο βάσει του οποίου η ευρωζώνη τα καταφέρνει με την ισχύουσα πολιτική. Εάν η κατάσταση βγει εκτός ελέγχου στην Ελλάδα ή και στην Ισπανία, τότε όλοι οι υπολογισμοί βγαίνουν εκτός. Πόσο μάλλον όταν οι τράπεζες έχουν γεμίσει επικίνδυνα κρατικά ομόλογα, εξαιτίας της ίδιας πολιτικής της ευρωζώνης.

Το πρόβλημα του εταιρικού δανεισμού, όμως, μπορεί να εξελιχθεί ακόμη πιο δυσοίωνα. Τα στοιχεία της S&P για τα νέα κεφάλαια που θα πρέπει να αντλήσουν οι επιχειρήσεις στηρίζονται σε πρόβλεψη για ετήσια οικονομική ανάπτυξη 3% σε ονομαστικούς όρους -όπου περιλαμβάνεται ο πληθωρισμός- στην ευρωζώνη και 4% στη Βρετανία.

Το πρόβλημα είναι, βεβαίως, ότι είναι στο χέρι των επιχειρήσεων να δημιουργηθεί αυτή η ανάπτυξη. Οι κυβερνήσεις, εν μέσω αυστηρής λιτότητας, βρίσκονται εκτός παιχνιδιού. Και τα νοικοκυριά, στο μεγαλύτερο μέρος της ευρωζώνης, όπως επισημαίνει το ΔΝΤ, είναι σημαντικά υπερχρεωμένα. Πολύ περισσότερο από ό,τι ήταν στην Ιαπωνία κατά την κορύφωση της φούσκας το 1990.

Ενώ, όμως, το βάρος της ανάπτυξης πέφτει στις επιχειρήσεις, εκείνες αντιδρούν μάλλον περίεργα. Συγκεντρώνουν ρευστότητα και μειώνουν τις κεφαλαιουχικές επενδύσεις και τις θέσεις απασχόλησης. Αν συνεχίσουν έτσι, τότε το πρόβλημα χρηματοδότησης θα εξαφανιστεί απλούστατα επειδή δεν θα υπάρξει καθόλου ανάπτυξη που να χρειάζεται χρηματοδότηση.

Υπάρχει, δε, μία ευρύτερη και πιο ανησυχητική πλευρά σε όλα αυτά. Γνωρίζουμε από τους Αμερικανούς ακαδημαϊκούς Reinhart και Rogoff ότι οι υφέσεις που πυροδοτούνται από τραπεζικές καταρρεύσεις είθισται να είναι μακρύτερες και βαθύτερες από άλλες. Όλα τα παραπάνω συνηγορούν σε αυτό το συμπέρασμα.

Εξηγούν, όμως, επίσης γιατί η ευρωζώνη θα ανακάμψει με πιο αργούς ρυθμούς από ό,τι οι άλλοι. Με απλά λόγια, οι ευρωπαϊκές και οι βρετανικές τράπεζες είναι πολύ μεγάλες και ο επιχειρηματικός κλάδος εξαρτάται σε υπερβολικό βαθμό από αυτές.

Δύο είναι τα συμπεράσματα που απορρέουν. Βεβαίως, οι τράπεζες της ευρωζώνης θα πρέπει να συνεχίσουν στην πορεία συρρίκνωσης του ενεργητικού τους. Από την άλλη πλευρά, όμως, αυτό που χρειάζεται το χρηματοοικονομικό σύστημα είναι μία μεγάλη, βαθιά και με επαρκή ρευστότητα αγορά εταιρικών ομολόγων, κατά τα πρότυπα των ΗΠΑ.
© The Financial Times Limited 2012. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο