Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Οι επτά "πληγές" της κρίσης

Τις επτά πληγές στην παγκόσμια οικονομία, που συνθέτουν τις βασικές παραμέτρους της τρέχουσας συγκυρίας και εξηγούν ακριβώς την ιδιαίτερη φύση της κρίσης, περιέγραψε σε ομιλία του ο πρόεδρος του ΣΟΕΠ κ. Πλούταρχος Σακελλάρης.

  • της Έλενας Λάσκαρη
Οι επτά πληγές της κρίσης
Επτά πληγές στην παγκόσμια οικονομία συνθέτουν τις βασικές παραμέτρους του εύφλεκτου μίγματος της τρέχουσας συγκυρίας και εξηγούν ακριβώς την ιδιαίτερη φύση της κρίσης.

Περιγράφηκαν ευκρινώς στην ομιλία του προέδρου του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων κ. Πλούταρχου Σακελλάρη στο Ινστιτούτο Δημοκρατίας Κ. Καραμανλής και συνοδεύτηκαν από την εκτίμηση για συγκριτικά περιορισμένες επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία αλλά και για σοβαρές αβεβαιότητες και ανησυχίες που δημιουργεί η δοκιμασία την οποία περνά τους τελευταίους μήνες το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Οι επισημάνσεις του κ. Σακελλάρη για τις πληγές που προκάλεσαν τη δοκιμασία δείχνουν και το βάθος αυτής.

Σύμφωνα με τον κ. Σακελλάρη, η κρίση «τράφηκε» από:

1. Τις μακροοικονομικές ανισορροπίες που χαρακτηρίζουν εδώ και αρκετά χρόνια την παγκόσμια οικονομία.

Βασική εκδήλωση αυτών των ανισορροπιών αποτελούν τα μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής λόγω της πλεονάζουσας κατανάλωσης τόσο των νοικοκυριών όσο και της γενικής κυβέρνησης.

Τα ελλείμματα αυτά αντικατοπτρίζουν τα μεγάλα πλεονάσματα στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών της Κίνας και των πετρελαιοπαραγωγών χωρών που δημιουργούνται λόγω της πλεονάζουσας αποταμίευσης.

Ειδικά για την Κίνα, η πλεονάζουσα αποταμίευση οφείλεται κυρίως στην ανεπάρκεια του δικτύου κοινωνικής προστασίας και στις ατέλειες των εγχώριων χρηματοπιστωτικών συστημάτων. Η κατάσταση ανισορροπίας στην παγκόσμια οικονομία επιδεινώνεται περαιτέρω και από την πολιτική της τεχνητής διατήρησης των πραγματικών συναλλαγματικών ισοτιμιών των χωρών αυτών σε χαμηλά επίπεδα. Με λίγα λόγια, για πολλά χρόνια η παγκόσμια ανάπτυξη στηριζόταν υπέρμετρα στον Αμερικανό καταναλωτή.

2. Την παρατεταμένη περίοδο υψηλής ρευστότητας τα τελευταία δέκα χρόνια.

Αυτή οφειλόταν εν μέρει στα χαμηλά επιτόκια παρέμβασης των κεντρικών τραπεζών και στην παρεμβατική συναλλαγματική πολιτική που ακολούθησαν ορισμένες χώρες.

3. Την παρατεταμένη περίοδο χαμηλού πληθωρισμού.

Σε αυτό συνέτεινε η επιτυχία των νομισματικών αρχών στην εφαρμογή αντιπληθωριστικών πολιτικών μετά τη δεκαετία του ’70 καθώς και η παγκοσμιοποίηση, η οποία στις πρώτες επιδράσεις της ήταν ευνοϊκή.

Οι παραπάνω παράγοντες συνδέονται με υπερβολικό δανεισμό από την πλευρά των νοικοκυριών στην Αμερική αλλά, ακόμη πιο σημαντικό, με υπερβάλλουσα μόχλευση από την πλευρά των επενδυτών σε παγκόσμια κλίμακα. Έτσι ο χρηματοοικονομικός τομέας γιγαντώθηκε σε επίπεδα πέραν των συνηθισμένων μεγεθών, χωρίς οι μηχανισμοί εποπτείας και ρύθμισης να ανταποκρίνονται βήμα προς βήμα στις εξελίξεις.

4. Η αλλαγή του παραδοσιακού επιχειρηματικού υποδείγματος ορισμένων τραπεζών.

Στις αγγλοσαξονικές οικονομίες, κυρίως, η πρακτική της «δημιουργίας και διακράτησης δανείων» αντικαταστάθηκε από αυτή της «δημιουργίας και διανομής δανείων».

Σύμφωνα με αυτό το επιχειρηματικό υπόδειγμα, oι τράπεζες παρέχουν δάνεια και κατόπιν μέσω της τιτλοποίησης κατανέμουν το μεγαλύτερο μέρος του πιστωτικού κινδύνου που συνδέεται με τα δάνεια αυτά σε πολλούς τελικούς επενδυτές. Η διασπορά του κινδύνου συντελεί στην αποτελεσματικότερη λειτουργία ολόκληρου του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Όμως, η πρακτική αυτή έχει οδηγήσει στη χαλάρωση των πιστοδοτικών κριτηρίων, καθώς οι τράπεζες δεν έχουν ισχυρό κίνητρο να αξιολογήσουν ορθά την πιστοληπτική ικανότητα του οφειλέτη, με δυσμενείς επιπτώσεις στην ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου. Παράλληλα, τα κίνητρα για μετέπειτα επίβλεψη αυτών των δανείων έχουν εξασθενήσει επικίνδυνα.

Επιπλέον, οι επενδυτές στους οποίους μεταβιβάζεται ο κίνδυνος τείνουν να έχουν ελλιπή πληροφόρηση για τους οφειλέτες καθώς βασίζονται αποκλειστικά στις αξιολογήσεις των διεθνών οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης. Οι αξιολογήσεις αυτές έχουν αποδειχτεί σε πολλές περιπτώσεις λανθασμένες.

5. Η διασυνοριακή χρήση σύνθετων και πολύπλοκων χρηματοοικονομικών εργαλείων.

Η πολυπλοκότητα των νέων αυτών εργαλείων καθιστά ιδιαίτερα δυσχερή τη σωστή αποτίμησή τους. Έτσι, η δυσκολία αξιολόγησης των προϊόντων αυτών, σε συνδυασμό με την επιδίωξη όλο και μεγαλύτερων αποδόσεων και τη μείωση της αποστροφής προς τον κίνδυνο, οδήγησε τους επενδυτές σε αλόγιστη χρήση τους, χωρίς να υπάρχει από την πλευρά τους πλήρης κατανόηση του μεγέθους του επενδυτικού ρίσκου που αναλάμβαναν.

Ως συνέπεια, η λειτουργία των αγορών γι' αυτά τα «εξωτικά» προϊόντα παρουσίασε προβλήματα, ιδιαίτερα όσον αφορά στη ρευστότητα. Όταν ξέσπασε η αναταραχή στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και οι επενδυτές άρχισαν να επανεκτιμούν την έκθεσή τους στις αγορές αυτές, η όποια ρευστότητα εξανεμίστηκε, ενισχύοντας έτσι τη νευρικότητα των επενδυτών.

Όπως έγινε αντιληπτό μετά το καλοκαίρι του 2007, ουδείς είναι σε θέση να γνωρίζει επακριβώς μέχρι πού εκτείνεται η αλυσίδα των επενδύσεων μέσω των σύνθετων χρηματοοικονομικών προϊόντων και ποιο είναι το πραγματικό μέγεθος της έκθεσης των πιστωτικών ιδρυμάτων στα προϊόντα αυτά. Έτσι, η αδιαφάνεια σχετικά με τη διασπορά του κινδύνου οδήγησε σε έλλειψη εμπιστοσύνης ανάμεσα στα αντισυμβαλλόμενα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, γεγονός που επέφερε σημαντικά προβλήματα στη διατραπεζική αγορά χρήματος.

6. Το σύστημα αμοιβών των διοικητικών στελεχών στον χρηματοοικονομικό τομέα, το οποίο συμβάλλει στην ανάληψη υπερβολικών κινδύνων.

Το σύστημα αμοιβών είναι έτσι διαμορφωμένο ώστε να υπάρχει μεγάλη ανταμοιβή στις καλές εποχές των υψηλών κερδών, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχη «τιμωρία» σε περίπτωση αρνητικών αποτελεσμάτων.

7. Η ανεπαρκής εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Η χαλαρότερη ή και πλήρης έλλειψη εποπτείας σε ορισμένα τμήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματος οδήγησε τις τράπεζες σε ένα είδος «εποπτικού αρμπιτράζ», δηλαδή μεταφοράς μέρους των κεφαλαίων τους μακριά από τη στενή εποπτεία των αρχών, με συνέπεια ένα τμήμα του ισολογισμού τους να μην ελέγχεται.

Πιο συγκεκριμένα, οι τράπεζες, προκειμένου να ξεφύγουν από τους στενούς περιορισμούς κεφαλαιακής επάρκειας που τους επέβαλε το θεσμικό πλαίσιο, χρησιμοποίησαν μη εποπτευόμενα χρηματοπιστωτικά οχήματα (structured investment vehicles ή conduits) που λειτουργούν οιονεί τράπεζες, ενώ δεν εποπτεύονται. Τα οχήματα αυτά οδήγησαν στην περαιτέρω ανάληψη κινδύνου από την πλευρά των τραπεζών και στη μεγαλύτερη διασπορά του πιστωτικού αυτού κινδύνου ανάμεσα στις αγορές.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο