Γιώργος Παπανικολάου

Διευθυντής του Euro2day.gr και της Media2day, σκοπευτής, σύζυγος και πατέρας. Στο χρόνο που περισσεύει, σκέφτομαι, συζητάω και διαβάζω, όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά.

Αποποίηση ευθυνών

Παρά τα όσα έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια, οι πολιτικοί σχηματισμοί της χώρας πορεύονται σαν να μην έχει αλλάξει σχεδόν τίποτε.

Μπορεί οι κυβερνήσεις μας να είναι υποχρεωμένες να κινούνται με βάση τις εντολές των δανειστών, φαίνεται όμως να έχουν προσαρμοστεί, λιγότερο ή περισσότερο, σε αυτή τη «νέα κανονικότητα», χωρίς να αντιλαμβάνονται τους βαθύτερους κινδύνους που δημιουργεί αυτή η οικονομική, θεσμική και σταδιακά ολοένα και περισσότερο κοινωνική αδυναμία της χώρας.

Διότι οι αντιλήψεις αλλά και οι δράσεις των πολιτικών μας σχηματισμών δείχνουν ότι είτε δεν έχουν αντιληφθεί τις τεκτονικές αλλαγές που συντελούνται στο διεθνές σκηνικό, είτε ότι αδιαφορούν γι' αυτές, εξαντλούμενοι στην προάσπιση του κομματικού και όχι του εθνικού συμφέροντος.

Πριν ακόμη κλείσουν καλά καλά οι κάλπες στην Ολλανδία, ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, ο πολύς Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, έγραψε ανοικτή επιστολή στους ψηφοφόρους της Γαλλίας να αντισταθούν στον λαϊκισμό, υπονοώντας -υποθέτω- κυρίως τη Μαρίν Λεπέν.

Είναι αλήθεια ότι οι εκλογές στη Γαλλία αποτελούν το πλέον επίφοβο γεγονός για την ανάδειξη ενός ακροδεξιού υποψήφιου στην κεντρική πολιτική σκηνή του πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης.

Ωστόσο η σπουδή του κ. Σόιμπλε να απευθυνθεί στους ψηφοφόρους μιας άλλης χώρας (επιφέροντας πιθανώς το… αντίθετο αποτέλεσμα) αποτελεί δείγμα πανικού, που συνεχίζει να υπάρχει παρά τα σχετικώς ανώδυνα εκλογικά αποτελέσματα στην Ολλανδία.

Οι πρόσφατες βαρύγδουπες δηλώσεις εκ μέρους της ηγεσίας των πιο μεγάλων κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περί μιας Ευρώπης «πολλών ταχυτήτων, μιας Ευρώπης των… «προθύμων», αποτελούν εξαιρετικά δυσάρεστη είδηση για τους πραγματικούς ευρωπαϊστές, διότι αποτελούν πρωτίστως -αν όχι και αποκλειστικά- μια ομολογία αποτυχίας.

Αποτελεί τη δημόσια πολιτική ομολογία ότι η Ένωση δεν μπορεί να συνεχίσει ως έχει (γνωστό εδώ και καιρό σε πλήθος αναλυτών), αλλά και ότι δεν υπάρχει «συναίνεση» μεταξύ των μελών της, εντός και εκτός Ευρωζώνης, για το πώς θα πρέπει να «μεταλλαχθεί» για να επιβιώσει.

Τα πρώτα χρόνια, η φράση αποτέλεσε περίπου σταθερή επωδό των επώδυνων μέτρων. Η Ελλάδα, δεδομένου ότι δεν έχει δικό της νόμισμα να υποτιμήσει, θα πρέπει να μπει στην επώδυνη διαδικασία της εσωτερικής υποτίμησης, μέσω -κυρίως- της μείωσης των απολαβών, είτε πρόκειται για μισθούς, είτε και για συντάξεις. Λίγο-πολύ όλοι το «μάθαμε» αυτό.

Εδώ και μεγάλο διάστημα ωστόσο, καθώς τα χρόνια πέρασαν, η συγκεκριμένη φράση πέρασε στο περιθώριο. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι η διαδικασία έχει σταματήσει. Κάθε μέτρο που περιορίζει τα εισοδήματα και την αγοραστική δύναμη του πολίτη, είτε αφορά στην αύξηση των φόρων, είτε τη μείωση των συντάξεων, πέρα από το γεγονός ότι αυξάνει τα έσοδα ή μειώνει τις δαπάνες του κράτους, έχει κι άλλες επιπτώσεις.

Είναι εντυπωσιακό πόσος λόγος γίνεται για τις μεταρρυθμίσεις, τόσο από το εγχώριο πολιτικό σύστημα όσο και από τους δανειστές μας, όταν είναι ηλίου φαεινότερο ότι η χώρα δύσκολα θα περάσει σε φάση «δίκαιης βιώσιμης ανάπτυξης» (για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία της περιόδου), αν δεν λυθούν τα δύο πιο ακανθώδη προβλήματα των δημόσιων οικονομικών: το φορολογικό και το συνταξιοδοτικό.

Στο φορολογικό, το κεντρικό πρόβλημα ήταν και παραμένει ότι στη χώρα μας υπάρχουν δύο κατηγορίες φορολογούμενων. Αυτοί που μπορούν να κρύψουν σημαντικά εισοδήματα και αυτοί που δεν μπορούν.
Οι μεν πρώτοι συμβάλλουν πολύ λιγότερο απ’ όσο τους αναλογεί (κυρίως ελεύθεροι επαγγελματίες, αγρότες, μικροεπιχειρηματίες, καθώς και ιδιαίτερα εύποροι άνθρωποι/μεγάλες επιχειρήσεις, που βρίσκουν τεχνοκρατικούς τρόπους να φοροαποφεύγουν).