Τράπεζες: Τα bonus και τα malus του β’ τριμήνου

Η πτώση του κόστους χρηματοδότησης, τα μη επαναλαμβανόμενα κέρδη και η ενίσχυση προβλέψεων από τις τελευταίες εξαγορές. Το καυτό θέμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, οι ειδικές προβλέψεις και το στοίχημα της ενεργητικής διαχείρισης.

Τράπεζες: Τα bonus και τα malus του β’ τριμήνου

Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο βελτιώνεται, οι εξαγορές ανακεφαλαιοποιημένων τραπεζών ή στοιχείων ενεργητικού και παθητικού προσθέτουν προβλέψεις και σε κάποιες περιπτώσεις έκτακτα κέρδη, το ενδιαφέρον, όμως, της αγοράς θα εστιάσει και πάλι στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.

Τα αποτελέσματα β' τριμήνου, που θα ανακοινώσουν τις επόμενες ημέρες οι τράπεζες, έχουν αρκετές ιδιαιτερότητες.

Κατ' αρχάς, για πρώτη φορά οι τρεις από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες (Πειραιώς, Alpha, Eθνική) θα παρουσιάσουν τα μεγέθη τους όπως διαμορφώθηκαν μετά την ολοκλήρωση των εξαγορών και απορροφήσεων υγιών στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, αλλά και την επιτυχή ανακεφαλαιοποίησή τους με συμμετοχή των ιδιωτών.

Ταυτόχρονα, τα αποτελέσματα του β' τριμήνου θα δώσουν δείγματα για το πόσο αυξάνεται η οργανική κερδοφορία, λόγω κυρίως της μείωσης του cost of funding, σχετικά με το πόσο διατηρήσιμη είναι η παραπάνω μείωση και σε τι βαθμό καλύπτει την ανάγκη σχηματισμού πρόσθετων προβλέψεων.

Επίσης, θα αποτυπωθεί η πορεία των μη εξυπηρετούμενων δανείων και το πώς διαχειρίζονται οι τράπεζες υφιστάμενα προβληματικά δάνεια.

Οι αναλυτές αναμένουν βελτίωση του καθαρού επιτοκιακού περιθωρίου, κατά τη διάρκεια του β' τριμήνου, λόγω της αποκλιμάκωσης των επιτοκίων προθεσμιακών καταθέσεων, αλλά και του κόστους άντλησης χρήματος από την ΕΚΤ και τον ELA.

Το μέσο επιτόκιο των νέων προθεσμιακών καταθέσεων μειώθηκε από το 4,36%, τον περασμένο Μάρτιο στο 3,89% τον Ιούνιο, ενώ για υφιστάμενες προθεσμιακές τα επιτόκια υποχώρησαν κατά 30 μονάδες βάσης.

Από αυτήν τη μείωση μέρος μόνο πέρασε, προς το παρόν, στα επιτόκια χορηγήσεων κι η πίεση τόσο από την αγορά, όσο και από την τρόικα αναμένεται σταδιακά να ενταθεί με στόχο να περάσει η αποκλιμάκωση του κόστους χρήματος και στην οικονομία. Επομένως, δημιουργούνται ερωτήματα για το πόσο διατηρήσιμο είναι το όφελος από την έως τώρα πτώση του κόστους χρηματοδότησης.

Με δεδομένο ότι η ΕΚΤ μείωσε στις 8 Μαΐου το βασικό επιτόκιό της στο 0,50% από 0,75%, οι τράπεζες θα εμφανίσουν και πτώση στο κόστος χρηματοδότησης από την EKT και τον ELA, παρότι μεσοσταθμικά η εξάρτηση από τον έκτακτο μηχανισμό παρέμεινε στο β' τρίμηνο σε αντίστοιχα επίπεδα με αυτά του α΄ τριμήνου (24,6 δισ. ευρώ).

Μη επαναλαμβανόμενα κέρδη από αρνητικό goodwill

Οι εξαγορές τραπεζών ή ανακεφαλαιοποιημένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού συνεχίσθηκαν και στο β' τρίμηνο του έτους (Πειραιώς - Millennium, Εθνική - FBB) και αναμένεται να προσθέσουν έκτακτα κέρδη (Πειραιώς) καθώς και να βελτιώσουν το ποσοστό κάλυψης μη εξυπηρετούμενων δανείων από προβλέψεις.

Όπως έγραψε ο Χαμαιλέων της αγοράς η Πειραιώς θα εμφανίσει στο δεύτερο τρίμηνο μη επαναλαμβανόμενα κέρδη 399 εκατ. ευρώ λόγω του αρνητικού goodwill από την εξαγορά της Millennium. Και αυτό γιατί έδωσε 1 εκατ. ευρώ για να αγοράσει μια τράπεζα με κεφάλαια 400 εκατ. ευρώ.

Έκτακτα κέρδη από αρνητικό goodwill θα εγγράψει και η Eurobank όταν ολοκληρωθεί και τυπικά το deal εξαγοράς της Proton Bank.

Επίσης οι τράπεζες αναμένεται να εμφανίσουν περαιτέρω πτώση στα λειτουργικά κόστη, λόγω μειώσεων στο δίκτυο και στις αμοιβές του προσωπικού και των εν εξελίξει αναδιαρθρώσεων.  

Το καυτό θέμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων

Παρά τα παραπάνω καλά νέα, το ενδιαφέρον της αγοράς θα παραμείνει στραμμένο στην πορεία των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στις ενέργειες των τραπεζών για την αντιμετώπισή τους καθώς οι επισφάλειες αποτελούν το υπ' αριθμόν ένα πρόβλημα του τραπεζικού συστήματος και η εν εξελίξει μελέτη της BlackRock το καθιστά ακόμη πιο επίκαιρο.

Σύμφωνα με τις διοικήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, ο ρυθμός δημιουργίας νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων επιβραδύνθηκε στο β' τρίμηνο του έτους. Πρόκειται για εικόνα που δεν συμβαδίζει με αυτήν της αγοράς και κλειδί για την εξήγηση της δυσαρμονίας είναι οι αναχρηματοδοτήσεις.

Το ύψος των αναχρηματοδοτήσεων στο α΄ τρίμηνο της φετινής χρονιάς ανήλθε στο 5,6% του συνολικού χαρτοφυλακίου χορηγήσεων και αντίστοιχα αναμένεται να είναι και τα νούμερα του β΄ τριμήνου.

Σε κάποιες -λίγες- περιπτώσεις η αναχρηματοδότηση δανεισμού εκκρεμούσε λόγω της μεταβατικής φάσης στην οποία βρίσκονταν οι τράπεζες.

Για παράδειγμα, αρκετά δάνεια ναυτιλιακών εταιρειών, που έληξαν εντός του 2012, αναχρηματοδοτήθηκαν τους τελευταίους μήνες με λήψη επιπρόσθετων εξασφαλίσεων. Πρόκειται για δάνεια επί των οποίων κυπριακές και γαλλικές εν Ελλάδι θυγατρικές είχαν σχηματίσει ειδικές προβλέψεις, που τώρα αντιστρέφονται.

Για τις περισσότερες επιχειρήσεις, όμως, υπάρχει σοβαρή δυσκολία αναχρηματοδότησης δανεισμού. Οι τράπεζες ζητούν να μπει φρέσκο χρήμα στις εταιρείες μέσω είτε αυξήσεων κεφαλαίου είτε έκδοσης μετατρέψιμων ομολογιακών δανείων.

Ήδη κάποιες εισηγμένες (Audiovisual, Dionic) προχωρούν σε αυξήσεις, ενώ πολύ περισσότερες βρίσκονται σε αναζήτηση κεφαλαίων στο εξωτερικό και στο εσωτερικό, χωρίς προς το παρόν σημαντικά αποτελέσματα.

Το μεγάλο στοίχημα των πιστωτικών ιδρυμάτων έγκειται στην ενεργητική διαχείριση των παραπάνω δανείων, ώστε να παραμείνουν ενήμερα, καθώς και στα μέτρα που έχουν λάβει ή θα λάβουν για να περιορίσουν περαιτέρω τη δημιουργία νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Στα ψιλά γράμματα ενδιαφέρον θα έχει και η διαχείριση ειδικών προβλέψεων από ομίλους όπως η Alpha και η Πειραιώς που έχουν εξαγοράσει θυγατρικές ξένων τραπεζών. Η Εμπορική και η Γενική συνήθιζαν να λαμβάνουν υψηλές ειδικές προβλέψεις για -επιχειρηματικά- δάνεια.

Τους τελευταίους μήνες η Πειραιώς όπως και η Alpha υλοποιούν διαδικασία εξίσωσης των ειδικών προβλέψεων επί δανείων συγκεκριμένων εταιρειών. Αν για παράδειγμα για δάνειο επιχείρησης που έχει σπάσει τα covenants η Alpha είχε σχηματίσει ειδικές προβλέψεις που αντιστοιχούν στο 15% της ονομαστικής αξίας του και η Εμπορική για το ίδιο δάνειο προβλέψεις της τάξης του 30%, τα ποσοστά εξισώνονται στο 20%.

Από την παραπάνω διαδικασία προκύπτει μερική αντιστροφή προβλέψεων. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου οι ειδικές προβλέψεις των μητρικών τραπεζών ήταν σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα (της τάξης του 5%) και ως εκ τούτου η εξίσωση θα πρέπει να γίνει με πρόσθετο σχηματισμό προβλέψεων.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v