Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Υποβάθμιση της Ελλάδας από S&P σε Β-

Στενεύουν τα περιθώρια για συμφωνία με τους δανειστές, προειδοποιεί ο οίκος και υποβαθμίζει το αξιόχρεο κατά μία βαθμίδα. Περιορίζεται η ευελιξία της Αθήνας στις διαπραγματεύσεις. Βλέπει κίνδυνο διακοπής της ρευστότητας από ΕΚΤ μετά τις 28/2. Πότε αναμένεται η νέα έκθεση για Ελλάδα.

Υποβάθμιση της Ελλάδας από S&P σε Β-

Σε υποβάθμιση του ελληνικού αξιόχρεου κατά μία βαθμίδα, σε Β- από Β, προχώρησε το απόγευμα της Παρασκευής ο οίκος Standard & Poor's. Παράλληλα, διατηρεί την αξιολόγηση σε "creditwatch negative", υποδηλώνοντας ότι ενδέχεται να προχωρήσει και σε νέα κίνηση.

Την ίδια στιγμή, η Moody's θέτει υπό αναθεώρηση την αξιολόγηση Caa1 της Ελλάδας ενώ προειδοποιεί ότι εαν η ελληνική κυβέρνηση δεν καταφέρει να διασφαλίσει συμφωνία με την Ευρώπη τις επόμενες εβδομάδες αυξάνεται σημαντικά το ρίσκο στάσης πληρωμών.

Αναλυτικά, η S&P σημειώνει ότι οι περιορισμοί ρευστότητας έχουν "στενέψει" τα περιθώρια που έχει η νέα κυβέρνηση για να προχωρήσει σε συμφωνία με τους πιστωτές για ένα πρόγραμμα. 

Όπως σημειώνει, τα περιορισμένα ταμειακά "μαξιλάρια" και οι επικείμενες λήξεις ομολόγων προς τον επίσημο τομέα περιορίζουν την ευελιξία της κυβέρνησης στις διαπραγματεύσεις. 

Πιθανή παράταση στις διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω πιέσεις ως προς την χρηματοοικονομική σταθερότητα της Ελλάδας, λόγω πιθανών εκροών καταθέσεων. 

Tο αιτιολογικό της υποβάθμισης

Η υποβάθμιση αντανακλά την εκτίμηση της S&P ότι οι πιέσεις στην ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών και στην οικονομία έχουν συρρικνώσει τα χρονικά περιθώρια που έχει η ελληνική κυβέρνηση για να καταλήξει σε συμφωνία σε ένα νέο πρόγραμμα με τους ξένους δανειστές.

Αν και η νεοεκλεγμένη ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται στην εξουσία για λιγότερο από δύο εβδομάδες, η S&P εκτιμά ότι τα περιορισμένα «μαξιλάρια ρευστότητας» και οι επερχόμενες λήξεις ομολόγων του επίσημου τομέα περιορίζουν την διαπραγματευτική της ευελιξία.

«Κατά την άποψη μας, μια διαιώνιση των συζητήσεων με τους δανειστές μπορεί να οδηγήσει σε πιέσεις στην χρηματοπιστωτική σταθερότητα, με την μορφή της απόσυρσης καταθέσεων και στο δυσμενέστερο σενάριο, την επιβολή κεφαλαιακών ελέγχων και την απώλεια πρόσβασης στην χρηματοδότηση από έναν ύστατο δανειστή, οδηγώντας δυνητικά στον αποκλεισμό της Ελλάδας από την Οικονομική και Νομισματική Ένωση» προειδοποιεί ο οίκος αξιολόγησης.

Η απόφαση της ΕΚΤ να άρει την εξαίρεση (waiver) για την καταλληλότητα των ελληνικών κρατικών ομολόγων στις πράξεις του ευρωσυστήματος, μετέφερε την ευθύνη του ύστατου δανειστή από την ΕΚΤ στην ΤτΕ, μέσω του ELA, επισημαίνει η S&P. Όπως τονίζει, οι ελληνικές τράπεζες θα είναι σε θέση να ανταλλάξουν την χρηματοδότηση από την ΕΚΤ με τον ELA, αν και η δυνατότητα αυτή υπόκειται στην τελική έγκριση από την Φρανκφούρτη.

«Αναμένουμε ότι η ΕΚΤ θα διακόψει την παροχή ρευστότητας στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα (και συνεπώς και στην οικονομία της) αν η δίμηνη τεχνική παράταση του προγράμματος του EFSF δεν επεκταθεί πέρα από την ημερομηνία λήξης του στις 28 Φεβρουαρίου του 2015. Στην ανακοίνωση της στις 4 Φεβρουαρίου στην οποία ανέφερε την αναστολή της εξαίρεσης για τα ελληνικά ομόλογα, η ΕΚΤ σημείωνε ότι “αυτήν την στιγμή δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί δυνατή η επιτυχημένη ολοκλήρωση της αξιολόγησης του προγράμματος”» υποστηρίζει η S&P.

Σύμφωνα με τον οίκο αξιολόγησης, οι αβεβαιότητες για την παροχή ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες διογκώνουν την εκροή καταθέσεων, αποδυναμώνουν τις επενδύσεις και υπονομεύουν την πληρωμή φόρων, που ήδη επιδεινώνουν το οικονομικό και δημοσιονομικό προφίλ της χώρας.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η S&P δεν θεωρεί ότι ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ είναι το μόνο κρίσιμο στοιχείο για την αξιολόγηση της βιωσιμότητας. Αν και το χρέος έφτασε στο 178% του ΑΕΠ το 2014, ωστόσο άλλα στοιχεία του προφίλ του χρέους είναι λιγότερο επαχθή. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται η υπερβολικά μεγάλη διάρκεια ωρίμανσης και το πολύ χαμηλό επιτόκιο.

Οι τόκοι που πλήρωσε η Ελλάδα το 2014 ήταν λιγότερο από το 3% του ΑΕΠ, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της S&P.

O oίκος αξιολόγησης σημειώνει ακόμα πως η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας λαμβάνει υπόψη την δυνατότητα και την προθυμία της κυβέρνησης να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις της προς τους ιδιώτες πιστωτές, οι οποίοι έχουν στην κατοχή τους το 17% του χρέους. Οι αποπληρωμές χρέους προς τον ιδιωτικό τομέα το 2015 και το 2016 ανέρχονται στα 510 εκατ. ευρώ και στα 1,09 δισ. ευρώ, στο 0,3% και 0,6% του ΑΕΠ αντίστοιχα, πολύ χαμηλότερα από τις αποπληρωμές προς τον επίσημο τομέα.

Η ελληνική κυβέρνηση έχει επανειλημμένα δεσμευτεί να μην συμπεριλάβει τον ιδιωτικό τομέα σε οποιαδήποτε συζήτηση για περαιτέρω αναδιάρθρωση του χρέους.

To Credit Watch Negative

Σκοπεύουμε να αναθεωρήσουμε ή να λύσουμε το θέμα του CreditWatch (σ.σ. τώρα αρνητικό) στην επόμενη προγραμματισμένη έκθεση για την Ελλάδα, αναφέρει η S&P. Αυτή αναμένεται για τις 13 Μαρτίου. Εως τότε, σημειώνει ότι μπορεί να διατηρήσει το rating για το Creditwatch ή να το αφαιρέσει.

Θα επιβεβαιωθεί το rating, σημειώνει, αν εκτιμηθεί ότι οι διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με τους δανειστές θα ολοκληρωθούν, με επαρκή επίσημη χρηματοδότηση προκειμένου να καλυφθούν οι οικονομικές απαιτήσεις.

Αντίστροφα, μπορεί να προχωρήσει σε νέα υποβάθμιση αν αντιληφθεί ότι πιθανότητα για βίαιη αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους έχει αυξηθεί εξαιτίας του ότι η επίσημη χρηματοδότηση έχει περιοριστεί, αν οι απαιτήσεις για χρηματοδότηση έχουν επιδεινωθεί πέραν των εκτιμήσεων της S&P ή η εξωτερική χρηματοδότηση της χώρας βρεθεί υπό «περισσότερη πίεση».

«Καμπανάκι» για υποβάθμιση και από Moody's

Υπό αναθεώρηση για πιθανή υποβάθμιση θέτει ο οίκος Moody's την πιστοληπτική αξιολόγηση Caa1 για την ελληνική οικονομία.

Όπως επισημαίνει ο οίκος, βασικός λόγος για την κίνηση αυτή είναι η μεγάλη αβεβαιότητα για το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων μεταξύ της Ελλάδας και των επίσημων πιστωτών για το πρόγραμμα στήριξης της χώρας. 

Το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων θα μπορούσε να έχει αρνητικές επιπτώσεις όσον αφορά στην ικανότητα της Ελλάδας να αντιμετωπίζει τις χρηματοδοτικές ανάγκες και τις ανάγκες ρευστότητας, καθώς και στην πιθανότητα στάσης πληρωμών επί διαπραγματεύσιμων τίτλων. 

Στο πλαίσιο της αναθεώρησης, η Moody's θα εξετάσει τα πιθανά αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων μεταξύ της νέας ελληνικής κυβέρνησης και ευρωπαϊκών αρχών. Ειδικότερα, θα εκτιμήσει την ικανότητα της κυβέρνησης να διασφαλίσει τη μεσοπρόθεσμη χρηματοδότηση μέσω επέκτασης ή προσαρμογής του τρέχοντος προγράμματος στήριξης, κάτι που θα επιτρέψει και στις ελληνικές τράπεζες να διατηρήσουν πρόσβαση στα χρηματοδοτικά εργαλεία της ΕΚΤ. 

Η ελληνική κυβέρνηση έχει ξεκαθαρίσει ότι θέλει να αλλάξει σημαντικά τους όρους του προγράμματος, με τη Moody's να τονίζει ότι υπάρχει σημαντική αβεβαιότητα σχετικά με τις διαπραγματεύσεις και την πιθανότητα συμφωνίας με τους δανειστές, κάτι που θα διασφαλίσει τη χρηματοδοτική θέση της Ελλάδας. 

Οι κυβερνήσεις των άλλων χωρών της ευρωζώνης αναμένεται να αντισταθούν στα αιτήματα της ελληνικής κυβέρνησης να αντιστρέψει τα μέτρα λιτότητας και να μειώσει τους στόχους για τα πλεονάσματα προϋπολογισμού, δεδομένης τόσο της πολιτικής που τηρούν τα τελευταία χρόνια, όσο και καθώς μια ελάφρυνση για το χρέος της Αθήνας θα μπορούσε να υπονομεύσει τις προσπάθειες περιορισμού του χρέους σε άλλες χώρες της ευρωζώνης.

Οι χρηματοδοτικές ανάγκες

Εάν η ελληνική κυβέρνηση δεν καταφέρει να διασφαλίσει μια συμφωνία με τους επίσημους πιστωτές τις επόμενες λίγες εβδομάδες, η πιθανότητα στάσης πληρωμών επί του χρέους που βρίσκεται στα χέρια του ιδιωτικού τομέα αυξάνεται έντονα και η Ελλάδα θα δυσκολευτεί να καλύψει τις βραχυπρόθεσμες ανάγκες ρευστότητας λόγω πολύ χαμηλού "ταμείου", τονίζει η Moody's.

Η καθυστέρηση στην αποπληρωμή 7,2 δισ. που προγραμματιζόταν να δοθούν στην Ελλάδα πέρυσι έχουν επιτείνει τα προβλήματα ρευστότητας. Το 2015 η χώρα καλείται να αποπληρώσει μακροπρόθεσμο χρέος 16 δισ. περίπου, να "ρολάρει" έντοκα γραμμάτια 14,6 δισ. και να πληρώσει τόκους 4 δισ. περίπου στον ιδιωτικό και τον επίσημο τομέα. Η πρώτη μεγάλη αποπληρωμή, των 3,5 δισ. ευρώ, είναι στις 20 Ιουλίου ενώ ακολουθούν 3,2 δισ. στις 20 Αυγούστου, και οι δυο για τίτλους που έχει στα χέρια της η ΕΚΤ.

Επίσης, μετά και τις αποφάσεις της ΕΚΤ για τις τράπεζες, η ικανότητά τους να χρηματοδοτούν το δημόσιο μέσω των αγορών εντόκων γραμματίων θα εξαρτηθεί από την πρόσβασή τους στον Μηχανισμό Έκτακτης Ρευστότητας, τον ΕLA. Η Moody's θεωρεί ότι η μελλοντική πρόσβαση των τραπεζών στα εργαλεία της ΕΚΤ όπως ο ELA θα εξαρτηθεί:

- από το αν η Ελλάδα θα βρίσκεται σε επίσημο πρόγραμμα και

- από το αν η ΕΚΤ θεωρεί ότι οι ελληνικές τράπεζες παραμένουν φερέγγυες για να διατηρήσουν πρόσβαση στον ELA.

Τέλος η αδύναμη ανάκαμψη της Ελλάδας μετά από την εξαετή ύφεση και η δυσκολία στην προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων παραμένουν βασικές αδυναμίες.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v