Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Eρχεται το μεγάλο ξεκαθάρισμα για τις επιχειρήσεις

Αβεβαιότητα, έλλειψη ρευστότητας και capital controls γονατίζουν τις εξαντλημένες επιχειρήσεις. Την ίδια ώρα, μεγάλες -κυρίως πολυεθνικές- μονάδες κερδίζουν έδαφος εκμεταλλευόμενες χρηματοδοτική επάρκεια αλλά και τη συγκυρία.

Eρχεται το μεγάλο ξεκαθάρισμα για τις επιχειρήσεις

Τον κίνδυνο αποσάρθρωσης του παραγωγικού ιστού της χώρας και της δημιουργίας ενός άτυπου ολιγοπωλίου στην εγχώρια οικονομία υποδεικνύουν παράγοντες της αγοράς και στελέχη επιχειρήσεων.

Αν και το ενδεχόμενο ενός καταστροφικού Grexit αποσοβήθηκε, η «παύση» εργασιών που επήλθε μετά την επιβολή των capital controls σε ολόκληρο το φάσμα των παραγωγικών κλάδων εκτιμάται ότι επιταχύνει τη φάση «μεγάλου ξεκαθαρίσματος», στην οποία είχε ήδη εισέλθει η πραγματική οικονομία και οι επιχειρήσεις μετά από μια μακρά περίοδο χαμηλής ρευστότητας, μειωμένης ζήτησης και αβεβαιότητας.

«Αν στην πρώτη φάση της κρίσης έβαζαν λουκέτο οι επιχειρήσεις που είχαν υψηλό δανεισμό, κακή οργάνωση και κακή προϊοντική πρόταση, στις μέρες μας κινδυνεύουν μεσαίες και μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις λόγω έλλειψης ρευστότητας», αναφέρει ο πρόεδρος μεγάλης εισηγμένης λιανεμπορικής αλυσίδας.

Ο ίδιος συμπληρώνει πως αν δεν υπάρξουν σοβαρές παρεμβάσεις, τότε μαζί με την πίτα που μειώνεται, θα μειωθεί δραστικά και ο ανταγωνισμός, αφήνοντας λίγους ισχυρούς να νέμονται την εγχώρια αγορά, και τη χώρα να βυθίζεται στην ανεργία.

Μετά την επιβολή capital controls, τα προϋπάρχοντα προβλήματα εντείνονται. Ο ΣΕΒ κάνει λόγο για ραγδαία πτώση ζήτησης από 30% έως 80%, αναλόγως των κλάδων. Υπογραμμίζει ότι επιδεινώθηκαν σημαντικά οι όροι συναλλαγής (π.χ. εκτοξεύτηκαν οι απαιτήσεις για προκαταβολές μέχρι και 100%), ακρίβυναν οι εξαγωγές και απαξιώθηκε η εφοδιαστική αλυσίδα.

Οι εκπρόσωποι της πραγματικής οικονομίας κινούνται πια σε δύο ταχύτητες: Κάποιοι εκμεταλλεύονται τις ευκαιρίες και κάποιοι μετρούν τις ημέρες των αντοχών τους.

Η απουσία ή το πλεόνασμα ρευστότητας αποτελεί τον απόλυτο ρυθμιστικό παράγοντα, καθώς αυτός επιτρέπει την πρόσβαση σε αγορά πρώτης ύλης ή εμπορευμάτων και διευκολύνει την πρόσβαση στις ξένες αγορές. Έτσι κάποιες βιομηχανικές μονάδες πραγματοποιούν εξαγωγικά άλματα, και άλλες υπολειτουργούν, ξεμένοντας από πιστώσεις και πρώτη ύλη και κατ' επέκταση χάνοντας τη δικτύωσή τους στις ξένες αγορές και τα μερίδιά τους στην Ελλάδα. Με τη σειρά τους, όσες εμπορικές επιχειρήσεις διατηρούν υψηλή ρευστότητα στο εξωτερικό ή προνομιακές σχέσεις με τους βασικούς τους προμηθευτές, κερδίζουν διαρκώς μερίδια, περιορίζοντας τον ζωτικό χώρο των μεσαίων της αγοράς.

Οι χαμένοι

Είναι χαρακτηριστική η αναφορά του προέδρου του Συνδέσμου Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδος, κ. Κ. Λουφάκη, σύμφωνα με την οποία «στη συγκυρία υπάρχουν επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται την υγιή τους χρηματοοικονομική θέση, την όποια βελτίωση της ανταγωνιστικότητας έχει προέλθει από την πολυετή προσαρμογή της οικονομίας, αλλά και τις διεθνείς συγκυρίες όπως την ισοτιμία ευρώ/δολαρίου και την υποχώρηση των τιμών αργού πετρελαίου και επωφελούνται».

Ο αριθμός αυτών των μονάδων ωστόσο είναι μικρός σε σχέση με τον κύριο όγκο που υποφέρει. Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτή τη στιγμή υπάρχει υπερβάλλουσα παραγωγική δυναμικότητα που δυστυχώς δεν καταφέρνει να προσελκύσει επενδύσεις και παραγωγές τρίτων, εξαιτίας της διαρκούς αβεβαιότητας, της απειλής Grexit και εσχάτως της επιβολής capital controls. Η ερμηνεία μάλιστα από παράγοντες της αγοράς για τη στάση των ξένων επενδυτών ή εν δυνάμει συνεργατών είναι πως «περιμένουν τα χειρότερα», προκειμένου να εκμεταλλευτούν με ακόμη οικονομικότερους όρους το διαθέσιμο παραγωγικό capacity.

Όπως λέει ο κ. Νίκος Βασιλείου, πρόεδρος του εμπορικού τμήματος του ΕΒΕΑ και συνιδιοκτήτης της Bright, «Οι περισσότερες επιχειρήσεις βρίσκονται από την άλλη πλευρά του ποταμιού. Είναι αυτές που σκοτώνουν τις τιμές για να πουλήσουν το εμπόρευμά τους προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις τρέχουσες υποχρεώσεις τους».

Ακόμη και όσοι διατηρούσαν μια ικανοποιητική ρευστότητα αντιμετωπίζουν πια με απελπισία τον χρηματοοικονομικό κύκλο που πρέπει να υπηρετήσουν ώστε να συνεχίσουν να δραστηριοποιούνται. Εκπρόσωπος των Ελλήνων εξαγωγέων αναρωτιέται πού θα βρεθεί το απαραίτητο κεφάλαιο ώστε «να πληρώσουμε τοις μετρητοίς τις προμήθειες πρώτων υλών, να καλύψουμε το δυσθεώρητο μεταφορικό κόστος και το κόστος ενέργειας και να καταβάλουμε προκαταβολή φόρου 100%, όταν εισπράττουμε με καθυστέρηση τουλάχιστον 90 ημερών και δεν εισπράττουμε και τον ΦΠΑ».

Οι κερδισμένοι

Ως οι κερδισμένοι της εγχώριας αγοράς καθ' όλη τη διάρκεια της κρίσης εμφανίζονται οι θυγατρικές πολυεθνικών που έχουν παρουσία στην Ελλάδα είτε παραγωγικά, είτε εμπορικά. Το 2014 η Procter & Gamble σημείωσε μικρή ωστόσο ουσιαστική αύξηση τζίρου στα 296,911 εκατ. ευρώ από 289,864 εκατ. ευρώ το 2013, ενώ τα κέρδη προ φόρων της άγγιξαν τα 8,1 εκατ. ευρώ από 7,632 εκατ. ευρώ το 2013.

Αύξηση πωλήσεων και σημαντική βελτίωση της κερδοφορίας της πέτυχε πέρυσι και η L'Oreal. Την ώρα λοιπόν που η εγχώρια αγορά καλλυντικών συνεχίζει να βρίσκεται υπό πίεση, με αποτέλεσμα το συνολικό μέγεθός της να διαμορφώνεται κάτω από 1 δισ. ευρώ, ο όμιλος της L'Οreal καταφέρνει να βελτιώνει μερίδια και στην Ελλάδα.

Συγκεκριμένα πέρυσι η ελληνική θυγατρική της παρουσίασε αυξημένες πωλήσεις κατά 4,6% έναντι του 2013 ενώ σε επίπεδο τελικών αποτελεσμάτων, το 2014 υπήρξε η καλύτερη χρονιά της τελευταίας τριετίας, με τα προ φόρων κέρδη να διαμορφώνονται στα 9,932 εκατ. ευρώ από 8,075 εκατ. ευρώ το 2013, και 7,671 εκατ. ευρώ το 2012.

Όπως παραδέχεται διευθύνων σύμβουλος θυγατρικής πολυεθνικού ομίλου στη χώρα, «εάν δεν υπήρχε κέρδος, κανείς δεν θα παρέμενε στη χώρα, ειδικά με την κατάσταση που επικρατεί στην ελληνική αγορά σήμερα».

Αρκετές πολυεθνικές συνεχίζουν να στηρίζουν τις εν Ελλάδι θυγατρικές τους και δη αυτές που έχουν παραγωγική παρουσία, αναθέτοντάς τους την παραγωγή προϊόντων που προορίζονται για αγορές όπως η Κίνα.

Αυτή τη λογική φαίνεται να εξυπηρετούν οι νέες επενδύσεις των εταιριών Αθηναϊκή Ζυθοποιία (Heineken), Παπαστράτος (Philip Morris) και Μύθος Ζυθοποιία (Carslberg). Το εργοστάσιο της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας στον Κηφισό ήδη πραγματοποιεί εξαγωγές στην Κίνα, παρά του ότι υπάρχει ήδη εργοστάσιο του πολυεθνικού ομίλου στη μακρινή χώρα. Η κίνηση αυτή μεταφράζεται ως έμπρακτη στήριξη της ολλανδικής μητρικής στην εγχώρια θυγατρική, δίνοντας τις παραγγελίες και πόρους να αντισταθμίσει την πτώση της ζήτησης στην Ελλάδα.

Την ίδια ώρα, η Παπαστράτος υλοποιεί επένδυση 25 εκατ. ευρώ στις εγκαταστάσεις της στον Ασπρόπυργο, μέσω της οποίας θα αυξηθεί η ετήσια παραγωγή της μονάδας στα 15 δισ. τσιγάρα ετησίως περίπου. Από αυτά το 50% περίπου αναμένεται να προωθηθεί σε 30 ξένες αγορές, μεταξύ αυτών σε Χονγκ Κονγκ και Σιγκαπούρη, διασφαλίζοντας ζωτικές εξαγωγές για το ελληνικό εργοστάσιο.

Εκτός από την ηθική και γεωγραφική στήριξη που δίνουν τα head offices στις εν Ελλάδι θυγατρικές τους, πλάτη βάζουν και στο θέμα της ρευστότητας και των εξαγορών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το deal της Μύθος Ζυθοποιία με την Ολυμπιακή Ζυθοποιία, που έκλεισε εν μέσω κρίσης (λίγο πριν προκηρυχθούν οι εθνικές εκλογές).

Απ' όλες τις περιπτώσεις γίνεται εμφανές ότι οι μητρικοί όμιλοι θυγατρικών πολυεθνικών στην Ελλάδα προετοιμάζονται για την επόμενη ημέρα στηρίζοντας τις θυγατρικές τους, τους τζίρους τους και τα μερίδια αυτών.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v