Στουρνάρας: Μένουν πολλά μέχρι την βιώσιμη έξοδο στις αγορές

Να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις που απομένουν ζητά ο διοικητής της ΤτΕ σε ομιλία του. Βελτιωμένες οι προοπτικές της οικονομίας. Οι προϋποθέσεις για μια βιώσιμη ανάκαμψη.

Στουρνάρας: Μένουν πολλά μέχρι την βιώσιμη έξοδο στις αγορές

Η οικονομία πλέον ανακάμπτει και η ανάπτυξη αποκτά γρηγορότερο ρυθμό. Σημαντικός παράγοντας που συνέβαλε σ’ αυτή τη βελτίωση ήταν η διαμόρφωση μιας ισχυρής πολιτικής συναίνεσης υπέρ της παραμονής της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ.

Στην πλειοψηφία τους τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα όχι μόνο είναι υπέρ του ευρώ αλλά και έχουν ψηφίσει στη Βουλή μέτρα, πολλές φορές με βαρύ πολιτικό και κοινωνικό κόστος, για να παραμείνει η Ελλάδα στη ζώνη του ευρώ.

Αυτή η νέα πολιτική πραγματικότητα διαλύει, μια για πάντα, οποιαδήποτε μελλοντική αβεβαιότητα για την πορεία της χώρας και αποτελεί εγγύηση για την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που χρειάζεται η ελληνική οικονομία για να ακολουθήσει μια θετική πορεία στο πλαίσιο μιας βαθύτερης και ολοκληρωμένης Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης.

Με βάση αυτή την πολιτική συναίνεση, οι ελληνικές αρχές πρέπει σθεναρά να υλοποιήσουν και τις εναπομένουσες μεταρρυθμίσεις, έτσι ώστε να βελτιωθεί το επενδυτικό κλίμα, να αξιοποιηθούν πλήρως οι βελτιωμένες προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας και να τεθεί η οικονομία σε τροχιά διατηρήσιμης ανάπτυξης.

Οι πολιτικές αυτές θα αντιμετωπίσουν τις τρεις ανισορροπίες που εξακολουθούν να υφίστανται (υψηλή ανεργία, υψηλό δημόσιο χρέος και μεγάλος όγκος μη εξυπηρετούμενων δανείων), θα προσελκύσουν ξένες άμεσες επενδύσεις και θα διευκολύνουν την ανακατανομή παραγωγικών πόρων προς εμπορεύσιμα και εξαγώγιμα αγαθά και υπηρεσίες.

Αυτό με τη σειρά του θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη των χρηματοπιστωτικών αγορών στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και θα σηματοδοτήσει την έξοδο από την κρίση. Πάντως, παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα, έχουμε ακόμη αρκετό δρόμο να διανύσουμε προκειμένου η Ελλάδα να μπορεί να αντλήσει χρηματοδότηση από τις αγορές με διατηρήσιμους όρους μετά τον Αύγουστο του 2018, υπογραμμίζει.

Αυτό θα γίνει αν η χώρα αποκτήσει πιστοληπτική διαβάθμιση τέτοια που να της επιτρέπει να αναχρηματοδοτήσει το χρέος της με επιτόκια συμβατά με τη βιωσιμότητά του και οι τράπεζες να μπορούν να προσφέρουν κατάλληλες και επαρκείς εξασφαλίσεις ώστε να έχουν πλήρη πρόσβαση στις πράξεις αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ (και όχι μόνο στον ELA).

Προς το σκοπό αυτό, η μεταρρυθμιστική προσπάθεια πρέπει να ενταθεί, έτσι ώστε να περατωθεί η τρίτη αξιολόγηση. 

Όπως τόνισε ο διοικητής της ΤΕ,  οι βελτιωμένες προοπτικές της οικονομίας και η ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης συνέβαλαν στην αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ελληνικών κρατικών ομολόγων στα επίπεδα του τέλους του 2009 και διευκόλυναν την έξοδο στις διεθνείς αγορές στις 25 Ιουλίου. Επιπλέον, η κλίση της καμπύλης αποδόσεων αυξήθηκε, υποδηλώνοντας βελτιωμένες εκτιμήσεις των επενδυτών για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Παράλληλα, και οι αποδόσεις των ομολόγων που έχουν εκδοθεί από μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις έχουν υποχωρήσει σε ιστορικώς χαμηλά επίπεδα.

Πρόοδος υπάρχει και στον τομέα των μεταρρυθμίσεων, παρά τις ποικίλες καθυστερήσεις στην εφαρμογή του προγράμματος. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Συμβουλίου της Λισσαβώνας (Europlus Monitor, September 2017 Update), η Ελλάδα εξακολουθεί να κατατάσσεται στην πρώτη θέση μεταξύ των 28 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με βάση το Δείκτη Προώθησης Μεταρρυθμίσεων (Adjustment Progress Indicator). Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα ξεπέρασε την οπισθοδρόμηση του πρώτου εξαμήνου του 2015 και έχει αρχίσει να βελτιώνεται και πάλι.

Μεσομακροπρόθεσμες προκλήσεις

Πέρα από τους παραπάνω κινδύνους για την ανάκαμψη της οικονομίας, υπάρχουν και ορισμένες μεσομακροπρόθεσμες προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν προκειμένου να ισχυροποιηθούν οι θετικές προοπτικές.

Ειδικότερα:

Η μακροχρόνια ανεργία, η οποία παραμένει υψηλή, αυξάνει τον κίνδυνο διάβρωσης του ανθρώπινου κεφαλαίου , με αρνητικές συνέπειες για τη μακροπρόθεσμη δυνητική ανάπτυξη. Η δυνητική ανάπτυξη επηρεάζεται επίσης δυσμενώς από τη φυγή νέων επιστημόνων στο εξωτερικό. 

• Παρά την έως τώρα πρόοδο, οι τράπεζες εξακολουθούν να επιβαρύνονται με τη διαχείριση του μεγάλου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και αδυνατούν να στηρίξουν επαρκώς την οικονομική δραστηριότητα με πιστώσεις στον ιδιωτικό τομέα.

• Οι επενδύσεις παραμένουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα, και αυτό δεν οφείλεται μόνο σε καθυστερήσεις των πληρωμών από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και την έλλειψη τραπεζικού δανεισμού, αλλά και στο γεγονός ότι το επιχειρηματικό περιβάλλον στη χώρα μας δεν θεωρείται ακόμη αρκετά φιλικό προς τις ιδιωτικές επενδύσεις.

• Ο λόγος χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ έχει ανέλθει σε μη διατηρήσιμα επίπεδα. Αυτό σημαίνει ότι για πολλά χρόνια στο μέλλον ένα σημαντικό μέρος των δημόσιων πόρων θα πρέπει να κατευθύνεται προς την εξυπηρέτηση δανειακών υποχρεώσεων. Αυτό μπορεί να καταστεί δυνατόν είτε με τη συμπίεση των δαπανών και τον περιορισμό του μεγέθους του δημόσιου τομέα είτε με την αύξηση των εσόδων. Ωστόσο, η αύξηση των εσόδων μέσω της διατήρησης των υφιστάμενων υψηλών φορολογικών συντελεστών αποτελεί τροχοπέδη για τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.

Οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές αποτελούν αντικίνητρο για την ανάληψη επενδυτικών πρωτοβουλιών, επειδή οι επιχειρήσεις γνωρίζουν ότι σε μόνιμη βάση ένα σημαντικό μέρος των μελλοντικών κερδών τους θα πρέπει να διατίθεται στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Εξάλλου, οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές αποτελούν αντικίνητρο στην εργασία, ενώ τόσο στις περιπτώσεις των επιχειρήσεων όσο και των νοικοκυριών δημιουργούν κίνητρα για φοροδιαφυγή. Ακόμη περισσότερο, τα υψηλά επίπεδα φόρων και ασφαλιστικών εισφορών ωθούν τις επιχειρήσεις να μεταφέρουν την έδρα των δραστηριοτήτων τους σε χώρες με ευνοϊκότερο φορολογικό καθεστώς.

• Παρά τη σημαντική πρόοδο σε διάφορους τομείς, με βάση ορισμένους ποιοτικούς δείκτες που αντανακλούν το επιχειρηματικό περιβάλλον η Ελλάδα εξακολουθεί να κατατάσσεται χαμηλά σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στα κυριότερα εμπόδια για την επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα το WEF συγκαταλέγει την υψηλή φορολογία και το όλο φορολογικό πλαίσιο, τη γραφειοκρατία, την αστάθεια πολιτικής και την κυβερνητική αστάθεια, την περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και τη διαφθορά. Οι αρχές πρέπει να συνεχίσουν να δίνουν έμφαση στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας πέρα από την ανταγωνιστικότητα τιμών και της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα.

Αυτές οι προκλήσεις πρέπει να αντιμετωπιστούν επειγόντως ώστε να μην υπονομεύσουν την ανάκαμψη που έχει ήδη ξεκινήσει και τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Προϋποθέσεις για βιώσιμη ανάκαμψη

Μεσομακροπρόθεσμα, οι προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας είναι θετικές, διότι οι μεταρρυθμίσεις που έχουν εφαρμοστεί αυξάνουν τη συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών και κατά συνέπεια το αναπτυξιακό δυναμικό.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, η πλήρης εφαρμογή όλων των μεταρρυθμίσεων, τόσο εκείνων που έχουν ήδη αναληφθεί όσο και εκείνων που πρόκειται να εφαρμοστούν στο πλαίσιο του προγράμματος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), αναμένεται, ceteris paribus, να αυξήσουν το πραγματικό ΑΕΠ κατά 13% περίπου την επόμενη δεκαετία, χωρίς να συνυπολογίζονται οι περαιτέρω θετικές επιδράσεις από μεταρρυθμίσεις που δεν μπορούν εύκολα να ποσοτικοποιηθούν, όπως ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης και του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, η ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου περί αφερεγγυότητας και η επίλυση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων. 

Δημιουργία συνθηκών για την ενθάρρυνση των επενδύσεων

Η οικονομική προσαρμογή και οι διαρθρωτικές βελτιώσεις των τελευταίων επτά ετών έχουν καταστήσει την Ελλάδα πιο φιλική προς το επιχειρείν και έχουν δημιουργήσει σημαντικές επενδυτικές ευκαιρίες. Ωστόσο, οι εγχώριες αποταμιεύσεις δεν επαρκούν για να καλύψουν τις επενδυτικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, οι οποίες, μετά από μια μακρά περίοδο πολύ χαμηλής επενδυτικής δραστηριότητας, είναι σημαντικές. Έτσι, εκτός από την αποκατάσταση της πρόσβασης των επιχειρήσεων στις κεφαλαιαγορές, θα πρέπει να ενθαρρυνθεί και η δημιουργία συνθηκών που θα προσελκύσουν ξένα κεφάλαια, ιδίως ξένες άμεσες επενδύσεις.

Αυτό προϋποθέτει την ομαλή και έγκαιρη υλοποίηση του συμφωνηθέντος προγράμματος μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, με στόχο την περαιτέρω βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και τον περιορισμό της γραφειοκρατίας. Παράλληλα, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει προτείνει αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής ώστε να καταστεί πιο φιλικό προς την ανάπτυξη. Μεγαλύτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στην περικοπή μη παραγωγικών δαπανών και στην αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας. Αυτό είναι σημαντικό δεδομένου ότι, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, η δημόσια περιουσία στην Ελλάδα, ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι από τις υψηλότερες μεταξύ των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ. Ο περιορισμός του διογκωμένου και αναποτελεσματικού δημόσιου τομέα θα διευκολύνει τη μείωση των υπερβολικά υψηλών φορολογικών συντελεστών προς όφελος της ιδιωτικής οικονομίας και την επιστροφή στην ανάπτυξη.

Εκτός από τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και τη μείωση της φορολογίας, απαιτείται η αποφασιστική και οριστική άρση των εμποδίων που ανακύπτουν από διάφορα μικρά ή μεγάλα οργανωμένα συμφέροντα και συντεχνίες, τα οποία επιβαρύνουν το επιχειρηματικό κλίμα και δυσχεραίνουν την υλοποίηση νέων επενδύσεων και την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, ακόμη και αυτών που έχουν ήδη εγκριθεί.

Τέλος, η κατάργηση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων θα σηματοδοτήσει τη βελτίωση της εμπιστοσύνης τόσο στη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος όσο και στη βιώσιμη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Αυτό με τη σειρά του θα διευκολύνει τη βελτίωση του επενδυτικού κλίματος και θα συμβάλει στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων.

Επιτάχυνση ιδιωτικοποιήσεων και μεταρρυθμίσεων

Παρά την έως τώρα πρόοδο, υπάρχουν ακόμα πολλά που πρέπει να γίνουν στους τομείς των ιδιωτικοποιήσεων και των μεταρρυθμίσεων. Οι ιδιωτικοποιήσεις που βρίσκονται σε ώριμη φάση πρέπει να ολοκληρωθούν γρήγορα. Κάποιες άλλες μεταρρυθμίσεις πρέπει να ολοκληρωθούν πριν από το τέλος του προγράμματος, όπως για παράδειγμα η απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας και το άνοιγμα των επαγγελμάτων που παραμένουν ακόμη κλειστά. Επιπλέον, πρέπει να ενθαρρυνθεί η συνεργασία των πανεπιστημιακών και ερευνητικών ιδρυμάτων με τον ιδιωτικό τομέα, με σκοπό την προώθηση της καινοτομίας και της μετάβασης στην οικονομία της γνώσης. Οι πρωτοβουλίες αυτές θα αυξήσουν την παραγωγικότητα και θα μειώσουν το κόστος για τους καταναλωτές.

Αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων

Στον τραπεζικό τομέα, ο μεγάλος όγκος των μη εξυπηρετούμενων δανείων και το πρόβλημα των στρατηγικών κακοπληρωτών εμποδίζουν το τραπεζικό σύστημα να χρηματοδοτήσει την οικονομική ανάπτυξη. Έχουν πλέον νομοθετηθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα και έχει διαμορφωθεί το κανονιστικό πλαίσιο, ώστε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά και γρήγορα το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οι τράπεζες πρέπει να τηρούν πιστά τους στόχους που έχουν συμφωνηθεί με τις εποπτικές αρχές. Ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δοθεί στην αναδιάρθρωση επιχειρήσεων και στην εκκαθάριση όσων δεν είναι βιώσιμες. Αυτό θα απελευθερώσει πόρους που θα στηρίξουν νέες αλλά και υπάρχουσες υγιείς επενδυτικές και επιχειρηματικές πρωτοβουλίες, υποβοηθώντας έτσι την οικονομική ανάκαμψη.

Αντιμετώπιση του ζητήματος της βιωσιμότητας του χρέους

Είναι απαραίτητο να αναληφθούν αποφασιστικές και συγκεκριμένες δράσεις για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ελληνικού δημόσιου χρέους, ενώ, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, υπάρχει επίσης ένα ισχυρό επιχείρημα για μια πιο ρεαλιστική προσαρμογή των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων. Το Eurogroup επιβεβαίωσε τον Ιούνιο τη δέσμευσή του στις αρχές που περιέχονται στη δήλωση του Μαΐου 2016, και έδωσε μια πιο σαφή κατεύθυνση για πιθανά μέτρα αναδιάρθρωσης του χρέους, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο, σημείωσε ο κ. Στουρνάρας.

Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη κάνει συγκεκριμένες προτάσεις, π.χ. μετάθεση της μέσης σταθμικής διάρκειας αποπληρωμής των τόκων των δανείων του EFSF κατά 8,5 χρόνια τουλάχιστον. Οι υπολογισμοί δείχνουν ότι αυτό μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην επίτευξη βιωσιμότητας του χρέους, ακόμη και αν τα πρωτογενή πλεονάσματα μειωθούν στο 2% του ΑΕΠ από το 2021 και μετά, και όχι από το 2023, όπως συμφωνήθηκε στο Eurogroup. Αυτές οι προτάσεις, εφόσον υιοθετηθούν, είναι βέβαιο ότι θα ενισχύσουν τόσο την ανάκαμψη της οικονομίας όσο και το αξιόχρεο της χώρας, ιδίως αν ο δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργηθεί από τη μείωση των δημοσιονομικών στόχων χρησιμοποιηθεί για τη μείωση των φόρων επί της εργασίας και του κεφαλαίου.

Αυτή η πρόταση ήπιας αναδιάρθρωσης του χρέους είναι ζωτικής σημασίας για τη βιωσιμότητα του χρέους της Ελλάδος, ενώ για τους εταίρους της συνεπάγεται ελάχιστο μόνο κόστος. Θα ανοίξει το δρόμο για την ένταξη των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, το οποίο με τη σειρά του θα διευκολύνει τη διατηρήσιμη πρόσβαση στις αγορές. Αυτό θα θέσει σε κίνηση έναν ενάρετο κύκλο: η μεγαλύτερη εμπιστοσύνη των επενδυτών στις οικονομικές προοπτικές της Ελλάδος θα ενθαρρύνει την επιστροφή καταθέσεων στις τράπεζες, θα επιτρέψει την ομαλή έξοδο από το τρέχον πρόγραμμα, και, τελικά, την πλήρη άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων υπογράμμισε ο κ. Στουρνάρας.

 

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus