Η δύσκολη εξίσωση για τη διάσωση των συντάξεων

Πώς το πλεόνασμα του ΕΦΚΑ ανοίγει τον δρόμο για παροχές στους συνταξιούχους. Γιατί αναλογιστικά η ανατροπή του μέτρου της περικοπής των προσωπικών διαφορών «δεν βγαίνει».

Η δύσκολη εξίσωση για τη διάσωση των συντάξεων

Δημοσιονομικά εφικτό αλλά αναλογιστικά δύσκολο φαντάζει το εγχείρημα της κυβέρνησης για μη εφαρμογή των περικοπών στις συντάξεις από το 2019, το μεγάλο κοινωνικό και πολιτικό πρόβλημα που έχει μπροστά της η κυβέρνηση και το οποίο εκτιμάται ότι θα προσδιορίσει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τις εξελίξεις.

Κυβερνητικά στελέχη επιδίδονται εδώ και μήνες στη διατύπωση έμμεσων ή και άμεσων υποσχέσεων προς τους συνταξιούχους, στήνοντας ένα σκηνικό ανατροπής των συμφωνημένων όσον αφορά τις συντάξεις και τις περικοπές του 2019. Στην κυβέρνηση φαίνεται πως προεξοφλούν πως οι συντάξεις δεν θα περικοπούν, έχοντας σε αυτό συμμάχους αλλά και έντονες επικριτές εντός κι εκτός συνόρων.

Σήμερα στον ΣΚΑΪ, η υπουργός Εργασίας Έφη Αχτσιόγλου συνηγόρησε υπέρ του σεναρίου για επανεξέταση της μείωσης των συντάξεων το 2019, δηλώνοντας ότι «μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, στις 20 Αυγούστου, η κυβέρνηση θα εξετάσει τα δεδομένα και θα προβεί στις απαραίτητες κινήσεις». 

Το πλεόνασμα-μαμούθ του ΕΦΚΑ ανοίγει δημοσιονομικά τον δρόμο

Σύμφωνα με τις προβλέψεις στην οδό Σταδίου, δημοσιονομικά, η μη εφαρμογή του μέτρου για το 2019 δεν είναι απαγορευτική. Βάσει των εκτιμήσεων, το πλεόνασμα του ΕΦΚΑ για το 2018 εκτιμάται ότι μπορεί να ξεπεράσει και το 1,3 δισ. ευρώ. Ήδη για το πρώτο 5μηνο του 2018, το πλεόνασμα διαμορφώνεται στα 437 εκατ. ευρώ, με τους αρμόδιους στο υπουργείο Εργασίας να μπορούν να εκτιμήσουν ότι το έτος θα κλείσει με πλεόνασμα-μαμούθ. Βασικό ρόλο σε αυτό διαδραματίζει η αύξηση της μισθωτής απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα, με τα έσοδα από τις ασφαλιστικές εισφορές των μισθωτών να αναμένεται πως θα ξεπεράσουν κατά 504 εκατ. ευρώ την αρχική πρόβλεψη του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Στρατηγικής.

Ειδικότερα προβλέπεται να ανέλθουν στα 6,75 δισ. ευρώ έναντι πρόβλεψης 6,24 δισ. ευρώ. Ήδη για το πρώτο 5μηνο, όπου σημειωτέον είναι εκτός η αιχμή της τουριστικής περιόδου, τα έσοδα από ασφαλιστικές εισφορές μισθωτών -εξαιρουμένων των μισθωτών της Κεντρικής Διοίκησης- ξεπέρασαν κατά 195 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 8% σε σχέση με τα αντίστοιχα έσοδα του περσινού 5μήνου (2,63 δισ. ευρώ έναντι 2,43 δισ. του αντίστοιχου 5μήνου του 2017). Εντός στόχων εκτιμάται ότι βρίσκονται και τα έσοδα από τις εισφορές μη μισθωτών.

Την ίδια στιγμή, η δαπάνη για κύριες συντάξεις ανήλθε στο 5μηνο σε 10,5 δισ. ευρώ έναντι 10,6 δισ. ευρώ το πρώτο 5μηνο του 2017. Συνεκτιμώντας την εικόνα Ιουνίου και Ιουλίου, οι υπηρεσίες προβλέπουν πως η συνταξιοδοτική δαπάνη για κύριες συντάξεις θα ανέλθει συνολικά για το 2018 στα 25 δισ. ευρώ. Σημαντικά έσοδα έχουν ήδη μπει στο ταμείο και αναμένεται να αυξηθούν και από το ΚΕΑΟ, καθώς ήδη έχουν εισπραχθεί 398 εκατ. ευρώ έναντι 350 εκατ. ευρώ το πρώτο πεντάμηνο πέρυσι, από παλαιές ρυθμίσεις αλλά και τις πιέσεις που ασκούν οι υπηρεσίες του Κέντρου.

Το αναλογιστικό πρόβλημα

Στην πρόσφατη αναλογιστική μελέτη που κατατέθηκε στην Ε.Ε. αλλά και την αντίστοιχη έκθεση της Κομισιόν για τις συντάξεις, η χώρα μας «επιτυγχάνει» να μειώσει τη συνταξιοδοτική δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ από 17,3% το 2016 στο 10,6% το 2070. Μάλιστα, αν και η στρατηγική των περικοπών στις συντάξεις χαρακτηρίζει και τα τρία μνημόνια που εφαρμόστηκαν στη χώρα από το 2010 μέχρι σήμερα, στη μελέτη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής επισημαίνεται ότι ο… συντελεστής βαρύτητας της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης που εφαρμόστηκε σταδιακά από το 2015 (αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης) έως το 2017 (περικοπή των συντάξεων έως 18% από το 2019, μέσω της προσωπικής διαφοράς) ήταν καθοριστικός στον δραστικό περιορισμό της σχετικής δαπάνης.

Συγκεκριμένα, συγκρίνοντας τις συνέπειες των νέων μέτρων σε σχέση με αυτά που ίσχυαν το 2015 (νόμος 3863 που ψηφίστηκε το 2012, έμεινε γνωστός ως νόμος Λοβέρδου-Κουτρουμάνη και θα εφαρμοζόταν πλήρως από το 2017), η ανεξάρτητη αρχή διαπιστώνει τα εξής: Με το παλαιό σύστημα (Ageing report 2015), η συνταξιοδοτική δαπάνη, από 15,6% το 2016, θα έπεφτε σε 14,4% το 2030 και θα διατηρούνταν πέριξ του 14% έως το 2060. Με το νέο (Ageing report 2018), η δαπάνη, από 17,3% που τελικά έφθασε το 2016, πέφτει στο 12% το 2030, φθάνει σε 11,5% το 2060, ενώ μειώνεται και έως το 10,6% δέκα χρόνια μετά.

Η βαρύτητα των μακροοικονομικών παραδοχών στη «θεαματική» αυτή μείωση της δαπάνης είναι της τάξης του 30%, ενώ οι αλλαγές που θεσμοθετήθηκαν «βαραίνουν» κατά 70% το τελικό αποτέλεσμα.

Το οποίο οδηγεί, όπως αποδεικνύεται στην τελευταία έκθεση της Ε.Ε. (Ageing report 2018), σε μια κάθετη και βίαιη μείωση της μέσης σύνταξης ως ποσοστού του μέσου μισθού. Μάλιστα, η μείωση αυτή είναι η μεγαλύτερη που επιτυγχάνεται στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία επισημαίνει ότι ο δείκτης των δημόσιων συνταξιοδοτικών παροχών αναμένεται να μειωθεί στη χώρα μας περισσότερο από 35 μονάδες μεταξύ 2016 και 2070, με αποτέλεσμα από περίπου 80% να προσεγγίζει το 45%.

Η Ε.Ε., μάλιστα, χαρακτηρίζει αυτά τα μεταρρυθμιστικά μέτρα, που υιοθετήθηκαν πρωτίστως για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας των συνταξιοδοτικών συστημάτων, «πολιτικά δύσκολα» και παραδέχεται ότι οι προβολές ισχύουν στο πλαίσιο της υπόθεσης «χωρίς αλλαγή πολιτικής». Το μόνο ανοιχτό «παραθυράκι» που αφήνεται, εάν υπάρχει ενδεχόμενο οι συντάξεις να θεωρηθούν στο μέλλον «πολύ χαμηλές», να εφαρμοστεί υψηλότερη τιμαριθμική αναπροσαρμογή…

Είναι χαρακτηριστική -και για κάποιους υποκριτική- η αναφορά της Ε.Ε., σε επίσης πρόσφατη έκθεσή της για την επάρκεια των συντάξεων, ότι ειδικά στην Ελλάδα οι συνταξιούχοι κινδυνεύουν εξαιτίας των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής πολύ περισσότερο να περάσουν το κατώφλι της φτώχειας από τους συνταξιούχους στις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε., καθώς παράλληλα επισημαίνουν ότι τα μέτρα που ελήφθησαν (νόμος Κατρούγκαλου, μείωση των παλαιών συντάξεων έως 18%, κατάργηση ΕΚΑΣ κ.ά.) είναι απόλυτα αναγκαία για την επίτευξη των στόχων οικονομικής ανάπτυξης και πρωτογενών πλεονασμάτων.

Ο παράγων Δημογραφικό

Σύμφωνα με την Κομισιόν, η δημοσιονομική επίπτωση της γήρανσης αναμένεται να αποτελέσει σημαντική πρόκληση σε όλα σχεδόν τα κράτη-μέλη, με ήδη εμφανείς επιπτώσεις κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο δεκαετιών. Για τον λόγο αυτό, το συνολικό κόστος της γήρανσης (δημόσιες δαπάνες για συντάξεις, υγειονομική και μακροχρόνια περίθαλψη, επιδόματα) αναμένεται να αυξηθεί στην Ε.Ε. κατά 1,7 ποσοστιαίες μονάδες στο 26,7% του ΑΕΠ μεταξύ 2016 και 2070. Βέβαια, η Ελλάδα, μέσω των μνημονίων και της έντονης πίεσης των δανειστών, μαζί με άλλα 7 κράτη επιτυγχάνει μείωση της δαπάνης (μαζί με Κροατία, Γαλλία, Λετονία, Εσθονία, Ιταλία, Λιθουανία και Ισπανία). Στα υπόλοιπα κράτη παρατηρείται αύξηση, ακόμη και πάνω από 3 ποσοστιαίες μονάδες.

Αναλυτικά, στην Ελλάδα, ο πληθυσμός μειώνεται, ενώ το προσδόκιμο ζωής για τους άνδρες από 78,8 έτη το 2016 ανεβαίνει σε 79,6 το 2020, και συνεχίζει να αυξάνεται συνολικά 7,7 χρόνια, φθάνοντας τα 86,5 έτη το 2070. Για τις γυναίκες, από 83,9 έτη το 2016 ανεβαίνει σε 84,5 το 2020, και συνεχίζει να αυξάνεται συνολικά 6,4 χρόνια, φθάνοντας τα 90,3 έτη το 2070. Αυτό, αυξάνει και το πραγματικό όριο ηλικίας συνταξιοδότησης.

Συγκεκριμένα, η έξοδος για πλήρη σύνταξη με 15-20 έτη ασφάλισης από το 67ο έτος ανεβαίνει έως το 69ο έτος μετά το 2021 και εκτινάσσεται στο 72ο έτος από το 2040 και μετά. Η σύνταξη με 40 χρόνια ασφάλισης αυξάνεται στο 64ο έτος από το 2021 έως το 2030 και φτάνει στα 66 από το 2040 και μετά.

Ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων (άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω σε σχέση με τα άτομα ηλικίας 15 έως 64 ετών) το 2016 ήταν 33,4 και αναμένεται να αυξηθεί κατά 29,7 μονάδες, φθάνοντας, τελικά, στο 63,1. Όμως είναι τρομακτικό ότι από 59,2 το 2040 εκτιμάται ότι θα εκτιναχθεί στα 71 μέσα σε μόλις 10 χρόνια, το 2050. Που σημαίνει ότι για κάθε 10 άτομα σε παραγωγική ηλικία, θα υπάρχουν τουλάχιστον 7 άτομα σε ηλικία άνω των 65 ετών.

Τα σενάρια ελάφρυνσης

H μεταρρύθμιση του 2016 μαζί με τη συμπληρωματική νομοθεσία του 2017 εφόσον εφαρμοστεί, οδηγεί σε εξοικονομήσεις πόρων 2,8% του ΑΕΠ έως το 2020 και έχουν σημαντικό αντίκτυπο στη μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη οικονομική βιωσιμότητα του συστήματος.

Μάλιστα, βάσει των ασκήσεων επί χάρτου που γίνονται στο οικονομικό επιτελείο, για να διατηρηθεί η συνταξιοδοτική δαπάνη στο επίπεδο που παρουσιάζεται στη μελέτη που κατατέθηκε στην Ε.Ε. και να μην «κοκκινίσει» εκ νέου το ασφαλιστικό, χωρίς τις νέες περικοπές στις προσωπικές διαφορές κύριων και επικουρικών συντάξεων, θα πρέπει το πρωτογενές πλεόνασμα στο τέλος του 2018 να ξεπεράσει το 4,8%.

Στόχος που δεν φαίνεται να επιτυγχάνεται, με αποτέλεσμα ήδη να εξετάζονται σενάρια όπως η μη εφαρμογή του μέτρου για ένα 6μηνο, ή έστω για ένα χρόνο και για συνταξιούχους που λαμβάνουν σύνταξη έως 800 ευρώ (πρόκειται για περίπου 700.000 συνταξιούχους).

Σύμφωνα με πληροφορίες, σε αυτό το ενδεχόμενο, θα απαιτηθούν περί τα 800 εκατ. ευρώ, έναντι 2,4 δισ. ευρώ που θα απαιτούνταν αν δεν εφαρμοζόταν καμία περικοπή, όχι μόνο στις κύριες αλλά και στις επικουρικές συντάξεις.

Η αλληλεγγύη των γενεών και τα αντίμετρα

Στη ζυγαριά, τόσο κατά τη διάρκεια της πολιτικής διαπραγμάτευσης με τους δανειστές όσο και για την τελική απόφαση της κυβέρνησης, τίθεται ένα ακόμη θέμα, που αφορά την αλληλεγγύη των γενεών σε συνδυασμό και με τις δεσμεύσεις για εφαρμογή των αντίμετρων.

Όπως φαίνεται και σε μια ακόμη πρόσφατη έκθεση της Κομισιόν για την επάρκεια των συντάξεων, στην Ελλάδα, ο ρυθμός της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού των ατόμων ηλικίας 65 ετών μειώθηκε κατά 6,1 ποσοστιαίες μονάδες εν μέσω της κρίσης, ήτοι από 28,1% το 2008 σε 22% το 2016 , έναντι 35,6% του συνολικού πληθυσμού. Σε σοβαρή υλική στέρηση το 2016 βρισκόταν το 15,2% των ηλικιωμένων, ποσοστό ελαφρώς υψηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό των ατόμων ηλικίας 75+ (14,8%), όμως σημαντικά χαμηλότερο από το σοβαρό ποσοστό υλικής υποβάθμισης του συνολικού πληθυσμού (22,4%). Στην πράξη, κατά τη διάρκεια της κρίσης, οι συνταξιούχοι παρά τις μειώσεις των συντάξεων ήταν αυτοί που επλήγησαν λιγότερο σε σχέση με τους εργαζόμενους, τους άνεργους ή και τους νέους σε ηλικία πολίτες.

Αν λοιπόν η κυβέρνηση αποφασίσει να μην εφαρμόσει την περικοπή των συντάξεων το 2019, θα «κάψει» και τα αντίμετρα που αναμένεται να στηρίξουν, από τον επόμενο χρόνο, εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες. Και αυτό γιατί μόνο με την πιστή εφαρμογή των συμπεφωνημένων, η κυβέρνηση θα μπορεί να υλοποιήσει τη δέσμευσή της για «δημοσιονομικά ουδέτερο αποτέλεσμα», με μέτρα όπως η επιδότηση ενοικίου. Πρόκειται για ένα μέτρο που αφορά 550.000 οικογένειες, οι οποίες θα λάβουν μηνιαίως ποσό έως και 1.000 ευρώ, το οποίο μπορούν να χρησιμοποιήσουν ακόμα και για την πληρωμή του στεγαστικού δανείου. Μέτρο το οποίο βέβαια δεν θα εξουδετερώσει τις απώλειες, καθώς δεν θα δοθεί στους συνταξιούχους -τουλάχιστον όχι στο σύνολό τους-, που θα υποστούν τις περικοπές των εισοδημάτων τους…

Στα αντίμετρα του 2019 συγκαταλέγονται ακόμη μέτρα όπως αυτό των οικογενειακών επιδομάτων, η επέκταση του προγράμματος σχολικών γευμάτων σε δημοτικά και γυμνάσια περιοχών με υψηλά ποσοστά ανεργίας και φτώχειας, η αύξηση κατά 50% του συνολικού αριθμού παιδιών προσχολικής ηλικίας (0-4) που θα μπορούν δωρεάν να εγγραφούν σε βρεφονηπιακούς σταθμούς, εκπτώσεις στη συμμετοχή για φάρμακα, καθώς και δημιουργία πάνω από 30.000 νέων θέσεων εργασίας.

Ρούλα Σαλούρου salourou@euro2day.gr

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus