Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Εδωσε το investment grade στην Ελλάδα η S&P

Πρώτη από τους «τρεις μεγάλους» που δίνει status επενδυτικής βαθμίδας στη χώρα. Στο ΒΒΒ- με σταθερό outlook η αξιολόγηση. Εύσημα για τις μεταρρυθμίσεις, τι προβέπει για ανάπτυξη και χρέος. Τα swaps που μειώνουν το κόστος δανεισμού.

Εδωσε το investment grade στην Ελλάδα η S&P

Σε αναβάθμιση του ελληνικού αξιόχρεου σε καθεστώς επενδυτικής βαθμίδας, σε ΒΒΒ- από ΒΒ+, προχώρησε ο οίκος Standard and Poor's το βράδι της Παρασκευής, δίνοντας μάλιστα σταθερό outlook.

Πρόκειται για τον πρώτο από τους τρεις μεγάλους οίκους αξιολόγησης (Fitch, Moody's, S&P) που δίνει το investment grade στη χώρα. Εχει προηγηθεί σχετική κίνηση της DBRS στις αρχές Σεπτεμβρίου αλλά και οι Scope και R&I που ωστόσο δεν αναγνωρίζονται από την ΕΚΤ. Επόμενη ημερομηνία - σταθμός η 1η Δεκεμβρίου, οπότε και αναμένεται η αξιολόγηση από Fitch.

Οπως αναφέρει ο οίκος, τα δημόσια οικονομικά της χώρας βελτιώνονται, λόγω και των προσπαθειών δημοσιονομικής σύγκλισης ενώ από την κρίση του 2009-15 έχει καταγραφεί σημαντική πρόοδος στην αντιμετώπιση των οικονομικών και δημοσιονομικών ανισσοροπιών. 

Οι πρόσθετες δομικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, σε συνδυασμό με τα κεφάλαια της ΕΕ, θα στηρίξουν ισχυρή ανάπτυξη έως το 2026, υποστηρίζοντας και τη συνεχιζόμενη μείωση του χρέους.

Το σταθερό outlook αντανακλά τα ισορροπημένα ρίσκα στο εξωτερικό περιβάλλον που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την οικονομία, σε συνδυασμό με την προσδοκία ότι τα συνεχιζόμενα πρωτογενή πλεονάσματα θα συνεχίσουν να μειώνουν το χρέος. 

Ο οίκος θα μπορούσε να προχωρήσει σε υποβάθμιση του ελληνικού αξιόχρεου εάν οι επιδόσεις στον προϋπολογισμό και οι εξωγενείς ανισορροπίες, όπως από ένα αυξημένο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, επιδεινωθούν σημαντικά περισσότερο των εκτιμήσεων. 

Στον αντίποδα, ο οίκος θα μπορούσε να αναβαθμίσει την Ελλάδα εάν ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ υποχωρήσει περαιτέρω, σε αντίστοιχα επίπεδα με τις άλλες οικονομίες με αντίστοιχη αξιολόγηση. Ο οίκος θεωρεί ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί εάν συνεχιστούν τα ισχυρά πρωτογενή πλεονάσματα για μεγάλη χρονική περίοδο και από τις μεταρρυθίσεις που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, σε συνδυασμό με την πλήρη ανάπτυξη των κεφαλαίων του Ταμείου Ανάκαμψης που είναι διαθέσιμα για την Ελλάδα. 

Η λογική της αναβάθμισης

Η σημαντική δημοσιονομική σύγκλιση έχει θέσει την Ελλάδα σε συνεχώς βελτιούμενη δημοσιονομική θέση. Με στήριξη από την πολύ ισχυρή οικονομική ανάκαμψη, η ελληνική κυβέρνηση έχει καταφέρει να ξεπερνά διαρκώς τους στόχους προϋπολογισμού, παρά τις σταδιακά αυξανόμενες κοινωνικές μεταβιβάσεις.

Ο οίκος αναμένει ότι η Ελλάδα θα εμφανίσει πρωτογενές πλεόνασμα τουλάχιστον 1,2% του ΑΕΠ εφέτος, υπερβαίνοντας τον στόχο του 0,7%, παρά τα σημαντικά κόστη των πρόσφατων πυρκαγιών και πλημμυρών. Η S&P προβλέπει μέσο πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 2,3% έως το 2026. 

Πιθανή επιβράδυνση στη μείωση του χρέους

Κατά την άποψη του οίκου, οι πολιτικές πιέσεις θα περιπλέξουν τις προσπάθειες της κυβέρνησης να διατηρήσει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μεσομακροπρόθεσμα, κάτι που θα μπορούσε να επιβραδύνει τη μείωση του χρέους στα χρόνια μετά τον ορίζοντα των προβλέψεων της S&P. 

Οι εκλογές που διεξήχθησαν νωρίτερα εφέτος απέφεραν άλλη μια πλειοψηφία για το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Η σαφής εντολή και η αποφυγή ενός δυνητικά ασταθούς συνασπισμού επιτρέπει στην κυβέρνηση να συνεχίσει να βασίζεται στις προηγούμενες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες. Το εκλογικό αποτέλεσμα φαίνεται σε γενικές γραμμές να δίνει εντολή για τη συνέχιση της πολιτικής και αναμένουμε από την κυβέρνηση να προωθήσει το μεταρρυθμιστικό της πρόγραμμα. Αυτό περιλαμβάνει περαιτέρω αντιμετώπιση του υψηλού ακόμη δημόσιου χρέους της Ελλάδας (π.χ. συνεχίζοντας να κλείνει το έλλειμμα ΦΠΑ), κατοχυρώνοντας τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος και πραγματοποιώντας διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στα συστήματα δικαιοσύνης και υγείας, μεταξύ των άλλων προσπαθειών για την ενίσχυση της ελληνικής ανταγωνιστικότητας.

Σταθερή μείωση του χρέους

Ο οίκος εκτιμά ότι το καθαρό δημόσιο χρέος θα μειωθεί στο 146% περίπου του ΑΕΠ μέχρι το τέλος του έτους, το οποίο αντιπροσωπεύει αξιοσημείωτη βελτίωση από το ανώτατο όριο του 189% του ΑΕΠ το 2020. Αυτό αντανακλά κάπως και τον πληθωρισμό, αλλά επίσης και την ταχεία οικονομική ανάπτυξη μετά την πανδημία και την έντονη δημοσιονομική εξυγίανση. Ενώ το χρέος παραμένει υψηλό, το προφίλ του είναι ένα από τα πιο ευνοϊκά από όλα τα κράτη που αξιολογούμε. Η μέση σταθμισμένη λήξη του χρέους γενικής κυβέρνησης ήταν στα 19,7 έτη στο τέλος Ιουνίου 2023 και οι πληρωμές τόκων καταλαμβάνουν επί του παρόντος ένα σχετικά μέτριο 5,7% των εκτιμώμενων εσόδων της γενικής κυβέρνησης. Το εκτεταμένο πρόγραμμα αναχρηματοδοτήσεων διευκολύνει ουσιαστικά τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της κυβέρνησης.

Όπως και άλλες μικρές ανοιχτές οικονομίες, η Ελλάδα παραμένει εκτεθειμένη στις αλλαγές των συνθηκών στην παγκόσμια οικονομία. Αυτό περιλαμβάνει κινδύνους από πιθανή οικονομική επιβράδυνση που μπορεί να επηρεάσει τους σημαντικούς εξωτερικούς τομείς του τουρισμού ή της ναυτιλίας, ή μια άλλη ξαφνική άνοδο των τιμών της ενέργειας. Αυτές οι εξελίξεις θα μπορούσαν να επιβραδύνουν τη βελτιωμένη δυναμική των πιστωτικών μετρήσεων της Ελλάδας. Οι αξιολογήσεις μας εξακολουθούν να περιορίζονται από το υψηλό ακόμη δημόσιο χρέος και την αδύναμη εξωτερική θέση, τονίζει ο οίκος.

Η ανάπτυξη 

Η ελληνική κρίση χρέους (2009-2015) πυροδότησε μια μακρά περίοδο οικονομικής ύφεσης και θεσμικής αστάθειας, που συνοδεύτηκε από μεγάλο έλλειμμα επενδύσεων, καθώς οι διαδοχικές κυβερνήσεις μείωσαν τις δαπάνες για την υγεία, την εκπαίδευση και τις υποδομές. Μέχρι το 2019, η κατάσταση βελτιώθηκε καθώς ανέκαμψαν οι άμεσες ξένες επενδύσεις (συμπεριλαμβανομένων των πωλήσεων μη εξυπηρετούμενων δανείων από τις τράπεζες), ενώ η επιχειρηματική εμπιστοσύνη ενισχύθηκε έντονα σε συνδυασμό με την πρόοδο στη δημοσιονομική εξυγίανση και τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένης της φορολογικής συμμόρφωσης, της αγοράς εργασίας, της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού και πτυχές της δικαστικής μεταρρύθμισης (δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί πλήρως).

Η ανάκαμψη από την κρίση χρέους και στη συνέχεια, η πανδημία του COVID-19, έδωσαν ώθηση στην αρχική ανάκαμψη των επενδύσεων και της εμπιστοσύνης στην οικονομία. Η ταχεία ψηφιοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών οδήγησε σε σημαντική πρόοδο στη μείωση της φοροδιαφυγής και στην απελευθέρωση άλλων βελτιώσεων στην αποδοτικότητα του δημόσιου τομέα. Οι ισχυρές επιδόσεις του τουρισμού, της ναυτιλίας και της μεταποίησης τα τελευταία χρόνια, παράλληλα με την πρόοδο των τραπεζών στην πώληση και την επίλυση μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, ώθησαν πρόσθετες επενδύσεις.

Επιπλέον, η ανάπτυξη της Ελλάδας έχει αντέξει τις καταστροφικές πυρκαγιές και πλημμύρες το 2023. Δεν αναμένουμε ότι αυτά τα κλιματικά φαινόμενα θα επηρεάσουν ουσιαστικά την ελληνική οικονομική ανάπτυξη, λόγω του εξαιρετικά εντοπισμένου και χρονικά περιορισμένου χαρακτήρα των γεγονότων. Τα δεδομένα από τους δείκτες κλίματος υποδηλώνουν οριακή μόνο επιδείνωση της εμπιστοσύνης, καθώς οι πληγείσες περιοχές αντιπροσωπεύουν μόνο ένα μικρό μέρος της οικονομικής δραστηριότητας.

Ο οίκος προβλέπει αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 2,5% το 2023, σε γενικές γραμμές σύμφωνα με την ανάπτυξη 2,4% που παρατηρήθηκε το πρώτο εξάμηνο του έτους. Ο τουριστικός τομέας τα πάει ιδιαίτερα καλά. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα είχε το καλύτερο πρώτο εξάμηνο από πλευράς εισερχόμενης τουριστικής κίνησης από τότε που καταγράφονται στοιχεία, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τις τουριστικές εισπράξεις των πρώτων επτά μηνών που ήταν 18% πάνω από τα επίπεδα του 2019. Αυτή είναι η ταχύτερη ανάκαμψη μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών τουριστικών προορισμών. 

Η διεύρυνση των επενδυτικών ροών, η βελτίωση της αγοράς εργασίας (η ανεργία αναμένεται να μειωθεί στο 9,2% το επόμενο έτος από το ρεκόρ του 28,2% το τρίτο τρίμηνο του 2013) και οι υποστηρικτικές πιστωτικές συνθήκες μετά την βελτίωση του τραπεζικού τομέα θα υποστηρίξουν την ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια και προβλέπεται ότι θα είναι κατά μέσο όρο 2,6% την περίοδο 2024-2026.

Η απουσία σημαντικής περαιτέρω σύσφιξης της δημοσιονομικής πολιτικής θα βοηθήσει, ενώ ο αντίκτυπος της σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής στην ανάπτυξη δεν θα είναι πλέον συσταλτικός.

Η οικονομία της Ελλάδας έχει αναπτυχθεί κατά 26% (σε πραγματικούς και εποχικά προσαρμοσμένους όρους) από το κατώτατο σημείο της που προκλήθηκε από την πανδημία το δεύτερο τρίμηνο του 2020. Ωστόσο, παραμένει περίπου 22% κάτω από το υψηλό της πριν από την κρίση του δημοσίου χρέους το δεύτερο τρίμηνο του 2007 ( παρά το γεγονός ότι τα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών πριν από το 2010 δεν είναι πλήρως συγκρίσιμα καθότι έχουν διαφορετικό έτος βάσης) υποδηλώνοντας περιθώρια για ανάπτυξη πάνω από την τάση τα επόμενα χρόνια.

Το Ταμείο Ανάκαμψης

Οι βουλευτικές εκλογές διεξήχθησαν τον Μάιο και τον Ιούνιο του τρέχοντος έτους και έδωσαν πλειοψηφία για το κόμμα της ΝΔ. Το αποτέλεσμα φαίνεται να συνεπάγεται εντολή για συνέχεια και περαιτέρω οικονομικές και δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις.

Στις 31 Αυγούστου 2023, η Ελλάδα υπέβαλε αίτημα τροποποίησης του Ταμείου Ανάκαμψης (RFF), με αίτημα για επιπλέον δάνεια 5 δισ. ευρώ που συνδέονται με την RePowerEU, μαζί με επιπλέον 795 εκατ. ευρώ που συνδέονται με νέα μεταρρυθμιστικά μέτρα. Αυτό θα ανεβάσει τα συνολικά κεφάλαια που είναι διαθέσιμα στην Ελλάδα σε 36 δισεκατομμύρια ευρώ (18,2 δισεκατομμύρια ευρώ σε επιχορηγήσεις και 17,7 δισεκατομμύρια ευρώ σε δάνεια) για την περίοδο 2021-2026. Η Ελλάδα είναι ο μεγαλύτερος δικαιούχος του RRF στην ΕΕ σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας της.

Περισσότερο από το ένα τρίτο των πόρων από το RRF θα κατευθυνθεί για την πράσινη μετάβαση της χώρας, σχεδόν το ένα τέταρτο για την ψηφιοποίηση και το υπόλοιπο για τη στήριξη ιδιωτικών επενδύσεων, πολιτικών στην αγορά εργασίας, την υγειονομική περίθαλψη και τη δημόσια διοίκηση, συμπεριλαμβανομένης της φορολογικής διοίκησης και της Δικαιοσύνης.

Η Ελλάδα υπέβαλε το τρίτο της αίτημα εκταμίευσης RRF στις 16 Μαΐου 2023, το οποίο θα ξεκλειδώσει χρηματοδότηση 1,72 δισεκατομμυρίων ευρώ. Ήταν μεταξύ των τριών πρώτων χωρών που υπέβαλε τρίτο αίτημα εκταμίευσης, υπογραμμίζοντας την ισχυρή απορρόφηση. Κατά τη γνώμη μας, εάν χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά, αυτά τα κεφάλαια θα μπορούσαν να φέρουν γρήγορα διαρθρωτικές οικονομικές βελτιώσεις, να συμβάλλουν σε ισχυρότερη ανάπτυξη και να ενισχύσουν την ικανότητα εξυπηρέτησης του χρέους του κράτους στον προβλεπόμενο ορίζοντα. Ωστόσο, παρά τις επιτυχείς εκταμιεύσεις, το ποσοστό εκτέλεσης αυτών των κεφαλαίων ήταν μέχρι στιγμής χαμηλό και αναμένουμε ότι θα επιταχυνθεί.

Δικαιοσύνη και κτηματογράφηση  

Από το 2015, οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο στη μείωση της φοροδιαφυγής, στην αναμόρφωση των κρατικών επιχειρήσεων, στη μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας, στο σύστημα αφερεγγυότητας, στην υγειονομική περίθαλψη, στη νομοθεσία περί ανταγωνισμού και σε ορισμένες πτυχές του δικαστικού συστήματος. Ωστόσο, το σύστημα απονομής δικαιοσύνης στην Ελλάδα, που περιλαμβάνει μεγάλους χρόνους αναμονής στα δικαστήρια και αβέβαιη επιβολή του νόμου, παραμένει αποτρεπτικός παράγοντας για τις επιχειρήσεις και τις επενδύσεις. Αν και η κτηματογράφηση και η οριοθέτηση ακινήτων συνεχίζονται και ψηφιοποιούνται ολοένα και περισσότερο, δεν είναι καταχωρημένες όλες οι περιοχές της Ελλάδας στο εθνικό κτηματολόγιο (αυτό είναι μοναδικό στην Ευρώπη).

Η ναυτιλία

Ο μεγάλος, ευέλικτος και ανταγωνιστικός ναυτιλιακός τομέας της Ελλάδας περιπλέκει την ανάλυση της ευρύτερης οικονομίας, καθώς αντιπροσωπεύει ένα αρκετά μέτριο μερίδιο της απασχόλησης και της προστιθέμενης αξίας, αλλά αποτελεί το μεγαλύτερο μερίδιο του εξωτερικού χρέους του μη χρηματοπιστωτικού τομέα. Εξηγεί επίσης μια μεγάλη συνιστώσα του εξωτερικού δανεισμού και των επενδύσεων στην ελληνική οικονομία μέσω ξένων θυγατρικών (καθώς και ασταθή στοιχεία εισαγωγών και σημαντικές επανεξαγωγές).

Ο προϋπολογισμός

Προφίλ ευελιξίας και απόδοσης: Τα πρωτογενή πλεονάσματα του προϋπολογισμού επέστρεψαν στην Ελλάδα μετά την πανδημία, επιταχύνοντας τη μείωση του δημόσιου χρέους

Η υπεραπόδοση των κρατικών εσόδων έχει δημιουργήσει δημοσιονομικό χώρο και την επιστροφή πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων. Aναμένουμε ότι το έλλειμμα του προϋπολογισμού της γενικής κυβέρνησης θα είναι κατά μέσο όρο 0,5% του ΑΕΠ την περίοδο 2023-2026.

Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας έχει έναν από τους μεγαλύτερους μέσους όρους διάρκειας στον κόσμο, συνοδεύεται από πολύ ευνοϊκό κόστος τόκων και μειώνεται σταθερά από το 2020.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών επιδεινώθηκε σημαντικά το 2022 στο 10,3% του ΑΕΠ, καθώς οι εισαγωγές ενέργειας και κεφαλαίων αυξήθηκαν και αναμένουμε ότι θα είναι κατά μέσο όρο 5,8% την περίοδο 2023-2026, σημειώνει η έκθεση.

Τα δημόσια έσοδα

Οι δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας παραμένουν ισχυρές. Αναμένουμε ότι το πρωτογενές δημοσιονομικό ισοζύγιο θα φτάσει σε πλεόνασμα τουλάχιστον 1,2% του ΑΕΠ φέτος, παρά το δημοσιονομικό κόστος που συνδέεται με τις πρόσφατες πυρκαγιές και τις πλημμύρες. Η υπεραπόδοση των εσόδων ήταν κεντρικής σημασίας για τη βελτίωση της δημοσιονομικής θέσης.

Ενώ η Ελλάδα έχει μέχρι στιγμής επιτύχει στην μερική κάλυψη του χάσματος του φόρου προστιθέμενης αξίας (η διαφορά μεταξύ των εκτιμώμενων εισπράξεων ΦΠΑ και των πραγματικών εσόδων ΦΠΑ που αποτελεί μέτρο φορολογικής συμμόρφωσης), παραμένει χειρότερη από άλλες χώρες. Αυτό συνεπάγεται κάποιο περιθώριο για περαιτέρω αύξηση των εσόδων, αν και ο λόγος των συνολικών κρατικών εσόδων προς το ΑΕΠ στην Ελλάδα είναι από τους υψηλότερους μεταξύ των κρατών που αξιολογούμε. Αν και αυτό υποδηλώνει ότι μπορεί να υπάρξει πολιτική πίεση για μείωση των φόρων, αναμένουμε ότι το ποσοστό των κρατικών εσόδων στο ΑΕΠ θα μειωθεί σταδιακά καθώς το ΑΕΠ συνεχίζει να ανακάμπτει στα προ της κρίσης χρέους επίπεδα, επισημαίνει.

Ο προϋπολογισμός του 2024 που κατατέθηκε προβλέπει περαιτέρω εξυγίανση, με στόχο πρωτογενές πλεόνασμα 2,1% του ΑΕΠ. Για να επιτευχθεί αυτό, οι αρχές έχουν ανακοινώσει περαιτέρω σχέδια για αυστηρότερη φορολογική συμμόρφωση. Ωστόσο, ένα μεγάλο μέρος της εξυγίανσης είναι αποτέλεσμα προηγούμενων μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος του 2016 (Νόμος Κατρούγκαλου), που σημαίνει ότι ακόμη και σε ένα σενάριο χωρίς αλλαγή πολιτικής, η δημοσιονομική τροχιά της Ελλάδας θα συνεχίσει να βελτιώνεται. Υπό αυτή την έννοια, η κυβέρνηση φαίνεται να έχει περιθώρια ενώ εξακολουθεί να επιτυγχάνει δημοσιονομικούς στόχους για να συνεχίσει τα σχέδιά της για αύξηση των δαπανών το 2024, σύμφωνα με τις προεκλογικές υποσχέσεις, συμπεριλαμβανομένων των εξαγγελιών όπως αυτοί για τους μισθούς στο δημόσιο τομέα.

Το χρέος

Το χρέος βρίσκεται πλέον σταθερά σε πτωτική τροχιά. Αφού κορυφωθεί στο 207% το 2020, εκτιμούμε ότι το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης θα μειωθεί περίπου στο 139% του ΑΕΠ έως το 2026. Εκτιμούμε ότι περίπου 45 ποσοστιαίες μονάδες αυτής της βελτίωσης θα έχουν πραγματοποιηθεί μεταξύ 2020 και 2023, κυρίως χάρη στην έντονη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ. Ωστόσο, αναμένουμε ότι το αυστηρό δημοσιονομικό καθεστώς της Ελλάδας θα διαδραματίσει αυξανόμενο ρόλο και ήδη αναμένουμε ότι οι καθαρές ροές χρέους θα γίνουν αρνητικές έως το 2025.

Αν και αναμένουμε να επιτευχθεί οριστικό δημοσιονομικό ισοζύγιο μόνο το 2026, ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (PDMA's) με το εκτεταμένο πρόγραμμα swaps αναμένεται να μειώσει τις ανάγκες χρηματοδότησης του χρέους της Ελλάδας κατά περίπου 1,2 δισ. ευρώ σε κάθε ένα από τα επόμενα χρόνια. Τα ταμειακά αποθέματα είναι μεγάλα στην Ελλάδα και ανέρχονται σήμερα σε περίπου 37,2 δισ. ευρώ (17% του ΑΕΠ). Αφαιρούμε αυτά τα ποσά από το ακαθάριστο δημόσιο χρέος στη βασική μέτρηση και εκτιμούμε ότι θα υποχωρήσει στο 125% του ΑΕΠ μέχρι το τέλος του 2026.

Το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης της Ελλάδας παραμένει πολύ χαμηλό σε περίπου 1,64% από τον Ιούνιο του 2023. Ωστόσο, αυτό αρχίζει να αυξάνεται καθώς η Ελλάδα δανείζεται από τις αγορές. Υπολογίζεται ότι το μέσο κόστος του νέου δανεισμού εκτινάχθηκε στο 3,3% το πρώτο εξάμηνο του 2023 από 1,3% το 2022. Ωστόσο, το προαναφερθέν πρόγραμμα swaps και η εξαιρετικά μεγάλη μέση ληκτότητα του χρέους, αποτελούν σημαντικούς παράγοντες μείωσης της πίεσης.

Μετά από μια σημαντική επιδείνωση πέρυσι, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (CAD) της Ελλάδας παρουσιάζει σημάδια χαλάρωσης. Οι τελευταίες αναθεωρήσεις δείχνουν ότι έφτασε στο 10,3% του ΑΕΠ το 2022. Ωστόσο, τους πρώτους επτά μήνες του 2023 μειώθηκε στα 7,3 δισεκατομμύρια ευρώ, από 11,5 δισεκατομμύρια ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2022. Η βελτίωση μπορεί να εξηγηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ανάκαμψη στις τουριστικές δαπάνες καθώς και τη μείωση του κόστους για εισαγωγές ενέργειας.

Ο εγχώριος πληθωρισμός αρχίζει να ομαλοποιείται. Οι τιμές της ενέργειας έχουν σαφώς αποπληθωριστικό αντίκτυπο στις συνολικές τιμές για το μεγαλύτερο μέρος του 2023, αν και δεδομένων των πρόσφατων εξελίξεων στις τιμές του πετρελαίου, αναμένουμε ελαφρά αντιστροφή αυτής της τάσης για τους τελευταίους μήνες του έτους και πρόβλεψη πληθωρισμού 4% για το 2023 συνολικά. Τελικά, βλέπουμε τον πληθωρισμό να μειώνεται στο 2,1% κατά μέσο όρο την περίοδο 2024-2026.

Οι τράπεζες

Η Ελλάδα έχει αρχίσει να εκποιεί τις συμμετοχές της στις τράπεζες. Στις 9 Οκτωβρίου, το Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) πούλησε το 1,4% που κατείχε στην Eurobank, με έσοδα 94 εκατ. ευρώ. Το ΤΧΣ εξακολουθεί να έχει μερίδια στις τράπεζες κατέχοντας αντίστοιχα το 40,4%, το 27% και το 9% της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, της Τράπεζας Πειραιώς και της Alpha Bank. Δεδομένης της πολύ ισχυρής απόδοσης των μετοχών των ελληνικών τραπεζών το 2023 (ο Δείκτης Τραπεζών FTSE/ATHEX έχει αυξηθεί περίπου 45% φέτος), μαζί με ευρύτερες σαφείς βελτιώσεις στην ποιότητα του ενεργητικού σε όλο το σύστημα θεωρούμε ότι τα σχέδια εκποίησης των μεριδίων αυτών ως γενικά αξιόπιστα, γράφει η S&P.

Με τη βελτίωση της κατάστασης στο τραπεζικό σύστημα, η ιδιωτική πίστη άρχισε επιτέλους να επεκτείνεται σε καθαρούς όρους, αντιστρέφοντας την τάση συρρίκνωσης του καθαρού δανεισμού από το 2010. Αυτό εξηγείται εν μέρει από τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης που διοχετεύονται μέσω του τραπεζικού συστήματος, αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό αντικατοπτρίζει την πρόοδο στο τραπεζικό σύστημα.

Χατζηδάκης: Παραπάνω από θετική η έκθεση 

Μετά τη δημοσιοποίηση της έκθεσης της S&P με την οποία η Ελλάδα αποκτά την επενδυτική βαθμίδα ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κωστής Χατζηδάκης έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Η S&P είναι ο τέταρτος κατά σειρά οίκος αξιολόγησης και ο δεύτερος αναγνωρισμένος από την ΕΚΤ που αποδίδει τους τελευταίους μήνες επενδυτική βαθμίδα στην Ελλάδα μετά από 13 χρόνια. Η ίδια η έκθεση της S&P είναι παραπάνω από θετική και τόσο εύγλωττη που προσωπικά δεν έχω τίποτε να προσθέσω. Ας τη διαβάσουν όσοι κατ’ εξακολούθηση προσπαθούν να υποτιμήσουν τις προσπάθειες και τα αποτελέσματα της κυβερνητικής πολιτικής στην οικονομία.

Η χώρα είναι μπροστά σε ένα ιστορικό παράθυρο ευκαιρίας καθώς συνδυάζονται το σωστό μείγμα οικονομικής πολιτικής με την πολιτική σταθερότητα. Και είναι πατριωτικό μας καθήκον να αξιοποιήσουμε την ευκαιρία και να προχωρήσουμε μπροστά προς όφελος όλων των Ελλήνων, ιδιαίτερα δε των ασθενέστερων.
Όπως υπογράμμισα πρόσφατα και στο ECOFIN, η Ελλάδα ανεξάρτητα από την έκβαση των διαπραγματεύσεων που είναι σε εξέλιξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τους νέους κανόνες δημοσιονομικής σταθερότητας, είναι και θα παραμείνει προσανατολισμένη στην πολιτική της δημοσιονομικής σοβαρότητας. Πολιτική που αποτελεί τη μοναδική σταθερή βάση για την διατήρηση της αξιοπιστίας της χώρας στις διεθνείς αγορές, την προσέλκυση επενδύσεων και την διατηρήσιμη ανάπτυξη».

Υπενθυμίζεται ότι η S&P υπογραμμίζει στη σχετική της έκθεση, πως αποδίδει στην Ελλάδα την επενδυτική βαθμίδα επειδή συντρέχουν οι ακόλουθοι παράγοντες:

1. Η σημαντική δημοσιονομική εξυγίανση που έχει επιτευχθεί, η οποία υποστηρίζεται από ταχεία ανάκαμψη της οικονομίας και έχει σαν αποτέλεσμα, η ελληνική κυβέρνηση να υπερκαλύπτει τους δημοσιονομικούς στόχους που η ίδια θέτει.

2. Η καθαρή εντολή που έλαβε η Νέα Δημοκρατία στις εκλογές, η οποία επιτρέπει στην κυβέρνηση να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις.

3. Η συνεχιζόμενη μείωση του δημοσίου χρέους το οποίο σύμφωνα με την S&P αναμένεται να διαμορφωθεί στο 145% του ΑΕΠ το 2023 και στο 138 % το 2026, έναντι 189 % του ΑΕΠ το 2020. Ο οίκος σημειώνει ακόμη ότι ενώ το χρέος παραμένει υψηλό, «το προφίλ του είναι ένα από τα πιο ευνοϊκά από όλα τα κράτη που αξιολογούμε καθώς η μέση σταθμισμένη διάρκεια του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης ήταν 17,2 έτη στο τέλος Ιουνίου 2023 και οι πληρωμές τόκων αντιστοιχούν σε σχετικά χαμηλό (5,6%) ποσοστό των εσόδων της γενικής κυβέρνησης».

Όπως επισημαίνεται στην έκθεση: «Η ανάκαμψη από την κρίση χρέους και στη συνέχεια από την πανδημία COVID-19 ενίσχυσε την αύξηση των επενδύσεων και την εμπιστοσύνη στην οικονομία. Η ταχεία ψηφιοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών οδήγησε σε σημαντική πρόοδο στη μείωση της φοροδιαφυγής και σε βελτίωση της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα. Οι ισχυρές επιδόσεις του τουρισμού, της ναυτιλίας και της μεταποίησης τα τελευταία χρόνια, παράλληλα με την πρόοδο στην πώληση και διευθέτηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ώθησαν σε πρόσθετες επενδύσεις».

Σημειώνεται ακόμη το υψηλότερο ποσοστό ανάπτυξης σε σχέση με τις άλλες χώρες της ΕΕ, παρά τις επιπτώσεις των φυσικών καταστροφών. Και αυτό λόγω των επιδόσεων – ρεκόρ στον τουρισμό, της αύξησης των επενδύσεων, της μείωσης της ανεργίας και της βελτίωσης της χρηματοδότησης της οικονομίας. Επίσης, ότι ο πληθωρισμός αρχίζει να εξομαλύνεται και βαδίζει προς τον στόχο της ΕΚΤ για επίπεδα κάτω του 2%.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v