Ασκήσεις αντοχής σε τρία μέτωπα μετά την S&P

Τα νέα δεδομένα μετά την επενδυτική βαθμίδα που έδωσε στη χώρα μας η Standard & Poor’s. Η Βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη σημασία στην πολιτική στην οικονομία και στο Χρηματιστήριο.

Ασκήσεις αντοχής σε τρία μέτωπα μετά την S&P

Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και από την Standard and Poor’s ακόμη και αν δεν βελτιώσει ριζικά και άμεσα το χρηματιστηριακό κλίμα στο ΧΑ, αποτελεί ένα «καλό χαρτί» για τις ελληνικές μετοχές που κάποτε θα αποδώσει.

Δεν είναι μόνο η ίδια η ανακοίνωση της «επενδυτικής βαθμίδας» που στέλνει μήνυμα στους επενδυτές του εξωτερικού και σε πολλούς από αυτούς τους επιτρέπει πλέον να επενδύσουν στην Ελλάδα, αλλά και η αιτιολογική έκθεση της Standard and Poor’s που μεταξύ άλλων προβλέπει μέχρι το 2026 ισχυρή ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα της τάξεως του 2,3%.

Από την άλλη πλευρά, η ιστορία επαναλαμβάνεται και τo κλίμα φοβίας του περυσινού φθινοπώρου έχει επανέλθει για τα καλά στο προσκήνιο. Πέρσι, λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, επικρατούσε ο τρόμος για ενεργειακές ελλείψεις, για κλείσιμο εργοστασίων στην Ευρώπη, για χειμώνα χωρίς θέρμανση και φυσικά για πανάκριβα καύσιμα. Φέτος, λόγω των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή εκφράζονται φόβοι ακόμη και για τρίτο παγκόσμιο πόλεμο!

Το κοινό σημείο του περσινού και του φετινού φθινοπώρου είναι τα σενάρια γνωστών χρηματιστηριακών οίκων για τιμή πετρελαίου στα 200 και στα 300 δολάρια το βαρέλι, με τους πιο ψύχραιμους κύκλους να προβλέπουν ότι, όπως έγινε το 2022, έτσι και αυτή τη φορά τα δυσοίωνα αυτά σενάρια θα διαψευσθούν πλήρως.

Σε κάθε περίπτωση, όλα δείχνουν πως για αρκετό ακόμη χρονικό διάστημα οι επενδυτές θα βιώσουν ακόμη μια περίοδο αβεβαιότητας, καθώς σε περίπτωση μιας μεγάλης πολεμικής εμπλοκής και μιας σημαντικής αύξησης στην τιμή του πετρελαίου, τότε όλα μπορούν να αλλάξουν: η ήδη αναιμική οικονομία της Ευρωζώνης να πληγεί περαιτέρω, η ήδη υπάρχουσα αναστάτωση στη διεθνή αγορά ακινήτων να ενταθεί και όλα αυτά να επιδεινώσουν το οικονομικό κλίμα, με ό,τι θα σημάνουν όλα αυτά για την ελληνική οικονομία και τις επιχειρήσεις της.

Από την άλλη πλευρά, όσοι χρηματιστηριακοί επενδυτές εκτιμούν ότι τα γεγονότα στη Μέση Ανατολή δεν θα κλιμακωθούν περαιτέρω σε μεγάλο βαθμό, θεωρούν το επόμενο χρονικό διάστημα ως περίοδο ευκαιριών για αγορές στο Χρηματιστήριο της Αθήνας, με μεσομακροπρόθεσμους καταλύτες τους ελκυστικούς δείκτες των μετοχών, την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και τη δυνατότητα της ελληνικής οικονομίας να συνεχίσει να υπεραποδίδει έναντι των ευρωπαϊκών.

Μέτωπο 1: Μέση Ανατολή

Χαρακτηριστικά είναι τα όσα δηλώνει διευθύνων σύμβουλος εισηγμένης εταιρείας στο Χ.Α.: «Δεν πιστεύω στις καλές προθέσεις των εμπλεκόμενων δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, αλλά θεωρώ πως μια ευρεία εμπλοκή στην ευρύτερη περιοχή τελικά θα αποφευχθεί, βασιζόμενος στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης που όλοι τους διαθέτουν. Όσο κι αν οι εξελίξεις είναι ταχύτατες, απρόβλεπτες και δύσκολα διαχειρίσιμες, όλοι αντιλαμβάνονται (μεταξύ των οποίων και το Ιράν) πως αν εμπλακούν σε πολεμική σύρραξη, θα υποστούν βαρύτατες απώλειες. Και πέραν όλων αυτών, όλοι γνωρίζουν πως μια γενικευμένη εμπλοκή θα φέρει βαθιά διεθνή οικονομική κρίση και κατά συνέπεια οικονομικά προβλήματα σε όλους. Θα είναι σαν να πυροβολούν τα πόδια τους. Βέβαια, όλα αυτά θα πρέπει να αποδειχτούν και στην πράξη.

Ακόμη όμως και αν επιβεβαιωθεί το καλό σενάριο, φοβάμαι ότι θα περάσει αρκετός καιρός διεθνούς ανησυχίας, με ό,τι αυτό θα μπορούσε να σημαίνει για τα χρηματιστήρια, τα επιτόκια και τα ομόλογα.

Πέραν όμως όλων αυτών, από τις όλες εξελίξεις πιθανόν να προκύψουν και μακροπρόθεσμα οφέλη για την Ελλάδα. Για ακόμη μια φορά η Τουρκία ακολουθεί στάση πολύ διαφορετική από αυτή των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, η ρητορική της γειτονικής χώρας σε επίπεδο προέδρου και υπουργού Εξωτερικών εναντίον της αμερικανικής πολιτικής έχει ανεβεί σε τέτοιο επίπεδο, ώστε να ξεπεράσει οποιοδήποτε προηγούμενο.

Μετά απ’ όλα αυτά, στον λεγόμενο δυτικό κόσμο αντιλαμβάνονται ολοένα και περισσότερο ότι τα πολιτικά και οικονομικά σύνορα της Δύσης με την Ασία δεν βρίσκονται στην Τουρκία όπως παλαιότερα, αλλά στην Ελλάδα, με ό,τι αυτό σημαίνει για την στρατιωτική, πολιτική και οικονομική στήριξη της χώρας μας μέσω επενδύσεων και λοιπών μέσων. Παράλληλα, το ιδιαίτερα ισχυρό -οικονομικά και στρατιωτικά- Ισραήλ έχει διαπιστώσει πως μόνο δύο συμμαχικά κράτη διαθέτει στην ευρύτερη περιοχή: την Κύπρο και την Ελλάδα. Έτσι, η Ελλάδα θα μπορούσε να κερδίσει σε επενδύσεις και τουρισμό».

Με αυτό τον τρόπο περιγράφεται η τρέχουσα κατάσταση στη Μέση Ανατολή, με τον συγκεκριμένο CEO να εκφράζει μεν την ανησυχία του, ωστόσο να εκτιμά -ή έστω να ελπίζει- ότι οι επιπτώσεις για την παγκόσμια οικονομία δεν θα λάβουν έντονες διαστάσεις.

Μέτωπο 2: Σύννεφα στην οικονομία

Κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η διεθνής οικονομία, τα οποία δεν εδράζονται μόνο σε συγκυριακούς παράγοντες. Το παγκόσμιο δημόσιο χρέος έχει φτάσει πλέον στα 307 τρισ. ευρώ και μερικές από τις πλέον ισχυρές οικονομίες του πλανήτη, όπως οι ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία και η Ιταλία, είναι έντονα εκτεθειμένες.

Ακόμη χειρότερη κάνει την όλη κατάσταση, το ότι το υψηλό χρέος συνδυάζεται με τα υψηλά τρέχοντα επιτόκια, αλλά και με έντονες γεωπολιτικές αβεβαιότητες, όπως αυτή στη Μέση Ανατολή, αλλά και εκείνη της Ουκρανίας, πέρα από τις γνωστές «αψιμαχίες» μεταξύ της Δύσης και της Κίνας. Ειδικότερα στις ΗΠΑ, το δημόσιο χρέος τρέχει με ταχύτατους ρυθμούς, (από τα 24 τρισ. στο τέλος του 2022 σκαρφάλωσε πάνω από τα 33 τρισ. δολάρια τον φετινό Οκτώβριο). Για πρώτη φορά φέτος, οι δαπάνες για τόκους ξεπερνούν τις αντίστοιχες για την άμυνα, ενώ οι τόσο υψηλές αποδόσεις των κρατικών και των εταιρικών ομολογιακών τίτλων «βάζουν δύσκολα» στις μετοχικές επενδύσεις στην ισχυρότερη οικονομία του πλανήτη.

Κανείς φυσικά δεν υποστηρίζει ότι κάποια από τις μεγάλες οικονομίες θα οδηγηθεί σε default στο ορατό μέλλον, πλην όμως η όλη κατάσταση επιβάλλει σε αυτές να ακολουθήσουν μια περισσότερο περιοριστική πολιτική σε ό,τι αφορά τις κρατικές δαπάνες και στην επιβολή αυξημένων φορολογιών -και όλα αυτά σε μια περίοδο έντονου πληθωρισμού που πλήττει τα οικονομικά των νοικοκυριών.

Η επιβολή μιας πιο αυστηρής πολιτικής θα επηρεάσει αρνητικά τους ήδη χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και πολύ πιθανόν να οδηγήσει σε πολιτικές αναταράξεις. Πέραν αυτών, το τρέχον περιβάλλον αποτελεί crash test και για τις τράπεζες, οι οποίες καλούνται να ανταπεξέλθουν σε μια ενδεχόμενη νέα υποχώρηση των τιμών των ομολόγων, όσο και σε μια αυξημένη πίεση στο μέτωπο των επισφαλειών.

Η ελληνική οικονομία δεν θα μείνει ανεπηρέαστη σε ένα τέτοιο διεθνές οικονομικό περιβάλλον που διαμορφώνεται, πλην όμως φαίνεται να διαθέτει αρκετά ισχυρές άμυνες. Ειδικότερα, στον βαθμό που τα πράγματα στη Μέση Ανατολή δεν εκτραχυνθούν περαιτέρω, προβλέπεται να σημειώσει θετικό ρυθμό ανάπτυξης της τάξεως του 3% μέσα στο 2024 (ωθούμενη από τα κονδύλια του Ταμείου Ανάπτυξης, αλλά και από την τουριστική δραστηριότητα, καθώς παρατηρείται πως οι άνθρωποι περικόπτουν τα πάντα εκτός ίσως από τις διακοπές τους) και να δει τον δείκτη του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ να υποχωρεί κάτω από το 155%, όταν το 2020 βρισκόταν στο 206%.

Άλλο αμυντικό χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας είναι η κατάσταση του ευρύτερου χρηματοοικονομικού της τομέα. Η αμυντική στρατηγική που υιοθέτησε κατά την προηγούμενη δεκαετία η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει περιορίσει τους κινδύνους στον κλάδο, ενώ ειδικότερα σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, νοικοκυριά και επιχειρήσεις είναι -κατά μέσο όρο- σε μικρό βαθμό εκτεθειμένα σε τραπεζικό δανεισμό, λόγω και του ότι επί μακρά σειρά ετών οι κάνουλες της χρηματοδότησης είχαν στερέψει.

Πέραν αυτών, η Ελλάδα ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα, καθώς μετά την DBRS ακολούθησε χθες και η Standard & Poor’s. O CEO της ΕΧΑΕ Γιάννος Κοντόπουλος θεωρεί την επενδυτική βαθμίδα ως ένα ηχηρό μήνυμα που στέλνει η χώρα στο εξωτερικό, καθώς και ένα πρόκριμα για την προσέλκυση ξένων επενδυτών και για την αναβάθμιση του ΧΑ στις αναπτυγμένες κεφαλαιαγορές.

Σύμφωνα με παράγοντα της αγοράς, «κάνουν λάθος όσοι πιστεύουν ότι η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας δεν θα επηρεάσει θετικά το Χ.Α., βασιζόμενοι στα όσα είχαν γίνει με την προηγούμενη αναβάθμιση στις 8 Σεπτεμβρίου. Δεν θα μείνουμε στις εκτιμήσεις του CEO της ΕΧΑΕ Γιάννου Κοντόπουλου, που παρουσίασε στοιχεία για το πώς ανταποκρίθηκαν άλλες κεφαλαιαγορές κατά το παρελθόν σε αντίστοιχες περιπτώσεις, αλλά θα προχωρήσω σε μια προσωπική διαπίστωση. Επειδή οι ξένοι θεσμικοί δεν έχουν μεγάλες θέσεις σε ελληνικά assets, δεν ασχολούνται καθημερινά μαζί μας. Έχει συμβεί πολλές φορές κατά το παρελθόν να προχωρούν σε αγορές (ή σε πωλήσεις) όχι άμεσα, αλλά με αρκετή χρονική καθυστέρηση, όταν δηλαδή έχουν σωρευτεί αρκετά θετικά (ή αρνητικά) στοιχεία για την οικονομία και το Χ.Α. Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί και στην προκειμένη περίπτωση, καθώς το ενδιαφέρον των ξένων βρίσκεται στη Μέση Ανατολή, στον πληθωρισμό και στα επιτόκια και όχι στο αν και πότε η Ελλάδα θα ανακτήσει την επενδυτική της βαθμίδα».

Ήδη, ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας με πρόσφατες δηλώσεις του, έβαλε ουσιαστικά πάγο σε μια νέα αύξηση επιτοκίων από την ΕΚΤ στο ορατό μέλλον, ενώ οριοθέτησε μια πιθανή αρχή της αποκλιμάκωσής τους γύρω στα μέσα του 2024, υπό την προϋπόθεση ότι ο πληθωρισμός της Ευρωζώνης θα έχει υποχωρήσει κοντά στα επίπεδα του 3% (στο 4,3% έκλεισε το Σεπτέμβριο).

Πολλοί επίσης είναι οι αναλυτές που θεωρούν βέβαιη μια αποκλιμάκωση των επιτοκίων κατά το ίδιο χρονικό διάστημα στις ΗΠΑ, ή και λίγο νωρίτερα από την Ευρώπη, όχι απαραίτητα επειδή θα έχει αντιμετωπιστεί ο πληθωρισμός, αλλά γιατί οι ΗΠΑ και άλλα κράτη απειλούνται από το ραγδαία αυξανόμενο χρέος. Ένα άλλο παράδειγμα είναι αυτό της Ιταλίας που δεν έχει (όπως π.χ. η Ελλάδα) καλύψει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της επόμενης δεκαετίας και βλέπει την τρέχουσα απόδοση των δεκαετών της ομολόγων σε υψηλότερα επίπεδα από αυτά της χώρας μας.

Μέτωπο 3: Οι εισηγμένες εταιρείες

Μετά την ιδιαίτερα υψηλή κερδοφορία του 2022, η πλειονότητα των εισηγμένων εταιρειών ανέβασε την κερδοφορία της κατά το πρώτο φετινό εξάμηνο και η μείωση των κερδών σε αθροιστική βάση οφειλόταν: στα «ουρανοκατέβατα» κέρδη που είχαν σημειώσει συγκεκριμένοι κλάδοι κατά το πρώτο μισό του 2022 και στις μικρότερες θετικές υπεραξίες που κατέγραψαν οι εταιρείες ακινήτων.

Η ουσία είναι πως -όπως συμβαίνει και στην οικονομία- στις επιχειρήσεις παρατηρείται πορεία δύο ταχυτήτων, με άλλους κλάδους να ανεβάζουν ταχύτητες (π.χ. τράπεζες, κατασκευές, πληροφορική, εταιρείες συμβούλων) και άλλους να επηρεάζονται από τη χαμηλότερη ζήτηση στο εξωτερικό (π.χ. πλαστικά, κλωστοϋφαντουργία, ένδυση) και στο εσωτερικό (λιανικό εμπόριο).

Με τις φετινές χρηματικές διανομές να προσεγγίζουν τα 3 δισ. ευρώ και την τρέχουσα κεφαλαιοποίηση του Χ.Α. να κυμαίνεται κοντά στα 80 δισ. ευρώ, προκύπτει μια μέση μερισματική απόδοση κοντά στο 3,75%, ενώ από το 2024 στο χορό των μερισμάτων αναμένεται να επανέλθουν και οι συστημικές τράπεζες.

Γενικότερα, η πορεία λειτουργικών κερδών για το υπόλοιπο της φετινής χρονιάς δείχνει να κινείται σε αρκετά ικανοποιητικά επίπεδα, με την πορεία των δύο ταχυτήτων να συνεχίζεται, με περισσότερο ανησυχητικό παράγοντα να είναι η αύξηση του κόστους χρηματοδότησης στις εταιρείες με μεγάλα δανειακά ανοίγματα.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v