Η προσφυγική κρίση έχει διχάσει την Ευρώπη, καθώς για πολλές ευρωπαϊκές χώρες οι πρόσφυγες είναι ανεπιθύμητοι. Αυτή όμως είναι η μία όψη του προβλήματος.
Η άλλη, η αθέατη, είναι ότι για κάποιες από αυτές το δημογραφικό πρόβλημα που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν τις επόμενες δεκαετίες θα είναι τόσο οξύ ώστε οι «εισαγωγές» να είναι απαραίτητες.
Τα πρόσφατα στοιχεία για την υπογεννητικότητα δείχνουν ότι πολύ συντομότερα απ' ότι προέβλεπαν οι μελέτες της προηγούμενης δεκαετίας, η ανεπτυγμένη Δύση δεν θα έχει ανθρώπους να... φορολογήσει και έτσι αναγκαστικά θα στραφεί στις αναπτυσσόμενες χώρες δημιουργώντας τις προϋποθέσεις μίας πρωτοφανούς για την ιστορία της Δύσης «εισαγωγής πληθυσμού».
Το μεγαλύτερο τμήμα της νότιας Ευρώπης σημειώνει ανησυχητικά χαμηλούς δείκτες γονιμότητας, καθώς κατά μέσο όρο σε κάθε γυναίκα αντιστοιχεί λιγότερο από 1,5 παιδί. Τα χαμηλά ποσοστά γεννήσεων απειλούν όχι μόνο τη βιωσιμότητα των κρατών πρόνοιας στον ανεπτυγμένο κόσμο, αλλά ακόμη και την ίδια την επιβίωσή του.
Οι μαζικές «εισαγωγές» πληθυσμού μπορεί να είναι μία διέξοδος όχι μόνο στο δημογραφικό αλλά και στο δημοσιονομικό αδιέξοδο όπου οδηγείται η Δύση.
Σε πολλά μέρη της Ευρώπης ο αποπληθυσμός είναι μια ρεαλιστική πιθανότητα. Οι χώρες σε αυτές τις περιοχές κινδυνεύουν να πέσουν σ' αυτό που οι δημογράφοι αποκαλούν «παγίδα της χαμηλής γονιμότητας», έναν φαύλο κύκλο όπου όλο και λιγότερες γυναίκες θα γεννούν όλο και λιγότερα παιδιά, πράγμα που θα οδηγεί σε μια επιταχυνόμενη σπείρα αποπληθυσμού.
Σε ορισμένες χώρες, όπως η Αυστρία και η Γερμανία, είναι ίσως ήδη πολύ αργά: Έρευνες δείχνουν ότι οι γυναίκες εκεί επιθυμούν έναν μέσο όρο τεκνοποίησης της τάξεως του 1,7 παιδιού μόνο, δηλαδή ένα ποσοστό πολύ κατώτερο από εκείνο που απαιτείται για να αποφευχθεί η συρρίκνωση του πληθυσμού, ενώ γεννούν κατά μέσο όρο 1,3 παιδί. Μια υποκουλτούρα ατεκνίας έχει επίσης αναπτυχθεί σ' αυτές τις χώρες, καθώς πολλοί είναι εκείνοι που επιλέγουν να μην κάνουν καθόλου παιδιά.
Την ίδια ώρα που στις ανεπτυγμένες χώρες οι γυναίκες γεννούν λιγότερα παιδιά, το προσδόκιμο ζωής έχει φθάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Ως αποτέλεσμα, η αναλογία μεταξύ των ηλικιακά ικανών και των μη ικανών για εργασία ατόμων γίνεται ολοένα δυσμενέστερη και προβλέπεται να επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο.
Σε πολλές χώρες, η ηλικιακή κατανομή θα πάρει κάποια μέρα τη μορφή της αντεστραμμένης πυραμίδας, όπου η βάση θα είναι με τους ηλικιωμένους και η κορυφή με τους νέους. Όταν θα έχουν λιγότερους οικονομικά ενεργούς ανθρώπους για να φορολογήσουν, οι κυβερνήσεις θα βρεθούν ενώπιον μερικών δυσάρεστων επιλογών: κατάργηση παροχών, αύξηση ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης, αύξηση της φορολογίας.
Αυτό που θα κάνει τα πράγματα χειρότερα είναι το γεγονός ότι η οικονομική ανάπτυξη θα επιτυγχάνεται πολύ δυσκολότερα, καθώς θα φθίνει η ηλικία των εργαζομένων μαζί με τον αριθμό τους. Οι γηράσκουσες κοινωνίες θα δυσκολευτούν να αντεπεξέλθουν σε μια εποχή γρήγορων τεχνολογικών αλλαγών, που απαιτεί εργαζομένους με ευελιξία.
Τα χαμηλά ποσοστά γεννήσεων μεταβάλλουν, επίσης, την ισορροπία στον παγκόσμιο πληθυσμό, με τις φτωχές χώρες να ξεπερνούν τις πιο πλούσιες. Ο πληθυσμός του Πακιστάν, για να αναφέρουμε μια μόνο αναπτυσσόμενη χώρα, αυξήθηκε από τα περίπου 50 εκατομμύρια το 1960 σε σχεδόν 190 εκατομμύρια σήμερα, ενώ ο γαλλικός πληθυσμός αυξήθηκε από 45 σε 65 εκατομμύρια κατά την ίδια περίοδο.
Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε ένα μέλλον στο οποίο οι προηγμένες χώρες θα μοιάζουν σαν μικρά νησιά μέσα σε μια τριτοκοσμική θάλασσα. Από μια άποψη, το πληθυσμιακό χάσμα μεταξύ των πλουσίων και των φτωχών μπορεί να διευρυνθεί τόσο, ώστε κάποιες ανεπτυγμένες χώρες θα χρειαστεί να δεχθούν μαζική εισροή μεταναστών για να καλύψουν τις ανάγκες τους σε εργατικό δυναμικό.
Πηγή: Premium.paratiritis.gr