Θα ήθελα εκ των προτέρων
να απολογηθώ για τη χρήση έντονων... χαρακτηρισμών που περιέχει η συνέχεια αυτού του κειμένου. Δυστυχώς, λόγω επικαιρότητας, η αγανάκτησή μου ξεπέρασε κάθε όριο πολιτικής ορθότητας. Κι έτσι βρίσκομαι στη δυσάρεστη θέση να ασχοληθώ για μια ακόμα φορά με τους...
«πουθενόφκσι»! Αναντίρρητα ο «μακεδονισμός» έχει τις ιστορικές του καταβολές στα τέλη του 19ου αιώνα εντασσόμενος στη στρατηγική της «μεγάλης Βουλγαρίας». Αργότερα, γνωρίζει μεγάλη αναζωπύρωση και εξελίσσεται εντόνως στη σημερινή του μορφή με τη λήξη του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, με τη μετονομασία της Vardaska σε «Μακεδονία» στα πλαίσια της Ομόσπονδης Γιουγκοσλαβίας.
Ωστόσο από τη διάλυσή της το 1991 και μετά, προστίθεται στο αλυτρωτικό οικοδόμημα η φαιδρή διάσταση διεκδίκησης ιστορικής συγγένειας με τους αρχαίους Μακεδόνες.
Όσο κι αν ο συγκεκριμένος Σλαβικός πληθυσμός αντιμετωπίζει εκτός όλων των άλλων και πρόβλημα ταυτότητας, είναι άξιο απορίας πώς ένας ολόκληρος λαός παραμυθιάζεται, αναζητώντας δάφνες καταγωγής που ούτε η Μαντάμ Σουσού στον ιστορικό Μπύθουλα δεν είχε διανοηθεί ποτέ να διεκδικήσει.
Πέραν των πολιτικών αιτιών που συντηρούν το προπαγανδιστικό κατασκεύασμα του «Μακεδονικού έθνους», αρχίζουμε να πιστεύουμε ότι σημαντικό ρόλο παίζει κι ένα συλλογικό σύμπλεγμα κατωτερότητας που υποβόσκει στην πολιτική και πνευματική ελίτ του γειτονικού λαού.
Είναι μάλλον προφανές ότι οι κάτοικοι του συγκεκριμένου κρατιδίου αποστρέφονται τη σλαβική καταγωγή τους και, στρουθοκαμηλίζοντας, απορρίπτουν την ιδέα ότι αποτελούν ένα –πρωτοφανές ακόμα και για τα Βαλκάνια- πολυεθνικό μωσαϊκό.
Εντύπωση δε προκαλεί το αυξανόμενο θράσος τους να επικαλούνται ότι έχουν Μακεδονικές –δηλαδή αρχαιοελληνικές – ρίζες όταν τίποτα από τον ανύπαρκτο πολιτισμό τους δεν θυμίζει ελληνικό μεγαλείο.
Χωρίς να το θέλουμε, όταν βλέπουμε στην τηλεόραση τους αξιωματούχους του κρατιδίου σκεφτόμαστε πόσο δίκιο είχε ο Μίκης Θεοδωράκης όταν στην προ εβδομάδων διακήρυξή του χρησιμοποίησε τη λέξη «ασχήμια».
Είναι εκτός όλων των άλλων εξόχως αντιαισθητικό, νεόκοποι σλαβογιάπις και διάφοροι άλλοι «όφσκι», να διεκδικούν φυλετική συγγένεια με τους αρχαίους Μακεδόνες.