Οι «εμμονές» Σόιμπλε και η γερμανική ιδεολογία

Πώς εξηγούνται οι θέσεις του Γερμανού υπουργού Οικονομικών για την Ελλάδα. H Realpolitik και οι βλέψεις του Βερολίνου για οικονομική κυριαρχία. Το γαλλικό «χαλινάρι» μέσω ΚΑΠ και ΕΚΤ και γιατί απέτυχε. Γράφει ο Κ. Μελάς.

του Κώστα Μελά*
Οι «εμμονές» Σόιμπλε και η γερμανική ιδεολογία
Οι περισσότεροι παρατηρητές της σύγχρονης γερμανικής σκηνής επισημαίνουν ότι μετά την ενοποίηση της Δυτικής και Ανατολικής Γερμανίας άλλαξε ο τόνος της γερμανικής πολιτικής κουλτούρας. Άρχισαν να εμφανίζονται εκ νέου προβληματισμοί και θέματα που είχαν ξεχαστεί μετά τις πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν την ήττα του Β' Παγκόσμιου Πολέμου.

Κυρίως επανήλθαν στο προσκήνιο οι συζητήσεις που είχαν αναπτυχθεί την περίοδο της δεκαετίας του 1920, το κύριο περιεχόμενο των οποίων ήταν προσανατολισμένο στις γερμανικές εθνικοεπαναστατικές παραδόσεις. Βεβαίως, σήμερα τουλάχιστον, το γερμανικό ζήτημα φαίνεται να μη συνδέεται τόσο με τα παραδοσιακά θέματα της Machtpolitik και της Realpolitik, τα οποία έχουν βρει μια λύση(;) με την ένταξη της Γερμανίας στο ΝΑΤΟ και στο πολιτικοοικονομικό πλαίσιο της Ενωμένης Ευρώπης. Συνδέεται κατά πρώτο και κύριο με τη γερμανική ταυτότητα. Προκρίνεται η συζήτηση σε πολιτιστικό επίπεδο.

Όμως, πριν αναφερθούμε σε αυτά τα ζητήματα θεωρούμε σκόπιμο να πούμε δύο λόγια για τον τρόπο που οι Γερμανοί, ιστορικά, αντιλαμβάνονται τη Realpolitik. Η αναφορά δεν είναι τυχαία, όπως θεωρούμε ότι θα δειχθεί στη συνέχεια.

Στη ρίζα της Realpolitik βρισκόταν ένα μεγάλο μέρος της γερμανικής εθνικής ιδεολογίας, που μπορεί να συνοψισθεί στα εξής: « Ό,τι κι αν λένε οι άλλοι, η μόνη ρεαλιστική θέση είναι ότι η πολιτική βασίζεται στην αχαλίνωτη χρήση βίας. Πιο συγκεκριμένα, η διεθνής πολιτική δεν είναι τίποτε άλλο παρά η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα. Διότι παρά τις ωραίες λέξεις που μπορεί να μεταχειρίζονται οι ξένοι πολιτικοί ηγέτες, την κρίσιμη ώρα βασίζονται κι αυτοί στην ισχύ τους, για να πραγματοποιήσουν τους πολιτικούς τους σκοπούς. Και τη χρησιμοποιούν δίχως αναστολές, όπως κι οι Γερμανοί. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι Γερμανοί είναι πιο ειλικρινείς» (Νόρμπερτ Ελίας, Ναζισμός και Γερμανικός Χαρακτήρας).

Η γερμανική «ταυτότητα»

Ας επανέλθουμε τώρα στα ζητήματα που ανέκυψαν μετά την ενοποίηση και αφορούν στην εκ νέου αναζήτηση της γερμανικής ταυτότητας. Μια συζήτηση που αποτελούσε ταμπού κατά το μεγαλύτερο μέρος της μεταπολεμικής περιόδου. Η συζήτηση γίνεται στη βάση της ιστορικής ιδιαιτερότητας της γερμανικής κοινωνίας και επιδιώκεται να δειχθεί ότι αυτή η ιδιαιτερότητα ισχύει μέχρι και σήμερα. Η πολιτιστική στροφή που έχει επισυμβεί στη Γερμανία προκαλεί αναπόφευκτη διάζευξη με τη, μέχρι την ενοποίηση, πολιτική πρακτική, προαναγγέλλοντας μια διαφορετική πολιτική αντίληψη στις γερμανικές ελίτ. Οι συζητήσεις για τη γερμανική ταυτότητα μοιραία λαμβάνουν χώρα σε ένα πλαίσιο στο οποίο τον πρώτο ρόλο έχουν παλαιές ιδέες που αποπνέουν συντηρητισμό και αντιδραστικό εθνικισμό.

Ιδέες που, παρακάμπτοντας εντέχνως την περίοδο του ναζισμού, θέλουν να ξαναγυρίσουν στις ιερές παραδόσεις της Δεύτερης Αυτοκρατορίας (τις οποίες κατέστρεψαν οι ναζί ως μικροαστοί). Η συντηρητική αυτή αντίληψη έχει απλώσει την επιρροή της σε ένα ευρύ φάσμα πολιτικών και διαμορφωτών της κοινής γνώμης.

Παράλληλα ο γερμανικός εθνικιστικός ιδεαλισμός στηρίζει την αποτελεσματικότητα της οικονομίας αλλά και στηρίζεται από αυτή. Στηρίζει την υπέρμετρη «ωμή βία» με την οποία επιβάλλουν, εκεί που μπορούν, την οικονομική τους λογική, η οποία συνάδει με μερκαντιλιστικά πρότυπα (το εθνικό οικονομικό συμφέρον είναι πρώτιστο) και με τη σειρά της στηρίζεται στη δύναμη που παρέχει η οικονομική ισχύς.

Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Wolfgang Schauble αποτελεί την επιτομή αυτών των αντιλήψεων. Ενώ η προηγούμενη γενιά πολιτικών ηγετών καθόρισε απόλυτα την εξωτερική πολιτική της με βάση τον στόχο της πλήρους ενσωμάτωσης της Γερμανίας στην Ευρώπη και στο ΝΑΤΟ, μια νέα γενιά, αντιπροσωπευτικό δείγμα είναι ο Wolfgang Schauble, δεν κάνουν καμία προσπάθεια να κρύψουν τη θεμελιώδη και απόλυτη πίστη τους στις αξίες του γερμανικού εθνικισμού.

Τώρα είναι γνωστόν ότι στην ιστορία της Γερμανίας, οι συζητήσεις για τη γερμανική ταυτότητα καθορίστηκαν από τη διάχυτη και εγγενή αντίληψη της γερμανικής κοινωνίας περί της ιδιαιτερότητάς της σε σχέση με τη Δύση. Δεν πρόκειται, όπως λανθασμένα πολλές φορές αναφέρεται, περί απλού ιδεολογήματος, αλλά για συγκεκριμένο περιεχόμενο που πήρε το κυρίαρχο πολιτιστικό υπόδειγμα σε πλήρη αλληλεξάρτηση με τις ιδιαίτερες αναπτυξιακές διαδικασίες της γερμανικής κοινωνίας.

Από ιστορική άποψη, οι συζητήσεις αυτές παραπέμπουν στην εικόνα της Γερμανίας που ακολουθεί τον δικό της δρόμο. Έτσι το ζήτημα με τη γερμανική πολιτική της ταυτότητας είναι ότι τα βασικά σημεία αναφοράς της, τόσο ιστορικά όσο και πολιτισμικά, διαπνέονται από το ήθος της γερμανικής εξαίρεσης. Αναπόφευκτα, λοιπόν, όταν τίθενται σήμερα εκ νέου ζητήματα που αφορούν την εξέλιξη της γερμανικής εθνικής ταυτότητας είναι δύσκολο -αν όχι αδύνατο- να αποφευχθεί η χρήση της εθνοκεντρικής φρασεολογίας των παλαιότερων συζητήσεων για τη γερμανική ταυτότητα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επιστήσουμε την προσοχή του αναγνώστη. Το πρόβλημα δεν είναι η γερμανική ιδιαιτερότητα, άλλωστε όλοι οι λαοί έχουν τις ιδιαιτερότητές τους, που ανιχνεύονται σε ολόκληρη την ιστορική τους διαδρομή, παρά τις ισοπεδωτικές επιδράσεις που έχει επιφέρει η νεωτερικότητα, κύρια συνιστώσα της οποίας αποτελεί το καπιταλιστικό σύστημα. Το ζήτημα είναι γιατί η γερμανική ιδιαιτερότητα διάκειται τόσο εχθρικά στις υπόλοιπες εθνικές ιδιαιτερότητες, που προσπαθεί ουσιαστικά να τις απαλλοτριώσει, να τις υποτάξει, να τις υποδουλώσει και εν τέλει να τις εξαφανίσει.

Η ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας

Η τρομακτική ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας σε συνδυασμό με την ενοποίηση της χώρας, παρά τις επίμονες, αλλά ατελέσφορες προσπάθειες της Γαλλίας, να θέσουν πολιτικούς φραγμούς ελέγχου (Κώστας Μελάς, Από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση) οδήγησαν στη Συνθήκη του Μάαστριχτ και εκεί τελείωσαν όλα.

Η πρόταξη της οικονομικής ισχύος της Γερμανίας δικαιολογήθηκε με βάση την ιδιαιτερότητά της (το γνωστό: κάν' το όπως η Γερμανία), στην οποία όμως προσέδιδαν οικουμενικά ή τουλάχιστον ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά και καλούσαν τις υπόλοιπες χώρες να μιμηθούν το συγκεκριμένο πρότυπο.

Γνώριζαν(ουν) σαφέστατα ότι αυτό δεν μπορεί να συμβεί (κάθε χώρα έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες) αλλά το προέτασσαν για να αναδείξουν τη δικιά τους ισχύ και την αδυναμία των άλλων, επιδιώκοντας να τους μειώσουν ηθικά σύμφωνα με το προτεσταντικό δόγμα αλλά επί της ουσίας να επιβάλλουν εντελώς λανθασμένα μέτρα, τα οποία εξουθενώνουν τις οικονομίες των υπόλοιπων χωρών αλλά μακροπρόθεσμα υποσκάπτουν συστηματικά τη δικιά τους οικονομική ισχύ.

Προσοχή, οι μηχανισμοί που υποσκάπτουν την οικονομική ισχύ της Γερμανίας δεν είναι μόνο οικονομικοί αλλά πρωτίστως είναι λόγοι πολιτικοί και ως γνωστόν η Γερμανία ως πολιτικό υποκείμενο ταλανίζεται από απίστευτο αριθμό λανθασμένων επιλογών και πρακτικών.

Τίποτα δεν δείχνει καλύτερα τον μη ρεαλιστικό χαρακτήρα της γερμανικής Realpolitik από τους γερμανικούς πολεμικούς στόχους τον προηγούμενο αιώνα. Μολονότι οι ηγετικές ομάδες της Γερμανίας στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους διέφεραν σημαντικά ως προς την κοινωνική τους καταγωγή, οι πολεμικοί τους στόχοι ήταν ουσιαστικά οι ίδιοι: αποσκοπούσαν στη δημιουργία μιας γερμανικής αυτοκρατορίας στην Ευρώπη, πιθανώς με κάποιες υπερπόντιες κτήσεις. Στην πράξη δεν ήταν παρά μια γερμανική αποικιοκρατική αυτοκρατορία στην Ευρώπη και πέραν αυτής.

Η σημερινή πολιτική ηγεσία της Γερμανίας παρακάμπτει τη ναζιστική περίοδο για πολλαπλούς λόγους, αλλά επανέρχεται ποικιλοτρόπως στο αυτοκρατορικό παρελθόν της χώρας της.

Το μη ρεαλιστικό και των δύο Παγκόσμιων Πολέμων ήταν, ακόμα και σε περίπτωση νίκης της Γερμανίας στο πεδίο του πολέμου, η απόλυτη αδυναμία ενός λαού με πληθυσμό 60-70 εκατομμύρια να μπορέσει να επιβληθεί πολιτικά, οικονομικά, σε ευρωπαϊκούς πληθυσμούς ανεπτυγμένων εθνικών κρατών μεγέθους 450-500 εκατομμυρίων.

Η αφέλεια των γερμανικών πολιτικών ηγεσιών εδραζόταν στο ότι φθάνει να κερδίσει τον πόλεμο και όλες οι χώρες θα ήταν έτοιμες να δεχθούν τη γερμανική κυριαρχία. Επί της ουσίας, τα σχέδια των πολιτικών ελίτ στερούνταν ρεαλισμού και αντίληψης της πραγματικότητας. Ο τρόπος που ονειρεύονταν να επιβληθούν στους ευρωπαϊκούς λαούς δεν θα ήταν αποτελεσματικός ούτε για υποανάπτυκτες χώρες της Αφρικής.

Η αντίδραση των άλλων ευρωπαϊκών κρατών

Η Γερμανία αυτή τη στιγμή κατέχει περισσότερο από το ένα τέταρτο του πλούτου της ευρωζώνης, αλλά η χώρα τα βρίσκει δύσκολα να χειριστεί τον ηγεμονικό ρόλο που έχει αποκτήσει και που ποτέ δεν ήθελε.
Αυτό που διαφαίνεται με σχετική ακρίβεια είναι ότι υπάρχουν χώρες σήμερα στην ΕΕ που δεν «χωρούν» στο σχέδιο Schauble σε μια ένωση υπό την απόλυτη κυριαρχία της Γερμανίας.

Το ΗΒ είναι η πρώτη και ισχυρή χώρα που βρίσκεται σε αυτή τη κατηγορία. Βεβαίως η Β. Ιρλανδία, ως κομμάτι του αγγλοσαξονικού κόσμου, και έπονται οι τρεις χώρες της Μεσογείου: Ισπανία, Πορτογαλία και Ελλάδα. Οι γνωστές προτάσεις του Schauble προς την Ελλάδα για «προσωρινή» αποχώρηση από το ευρώ αποτελούν αποχρώσες ενδείξεις της συγκεκριμένης άποψης. Η Κύπρος και η Μάλτα, όπως είναι λογικό, δεν φαίνεται να λαμβάνονται υπόψη.

Ήδη η αποχώρηση του ΗΒ από την ΕΕ φαίνεται ότι εξυπηρετεί τα σχέδια του Wolfgang Schauble και της παρέας του. Με τη γερμανική ενοποίηση, ένα στοιχείο-κλειδί της δυναμικής της Ευρώπης, που ήταν βασισμένη στην ισορροπία μεταξύ των μεγαλύτερων μελών-κρατών, της Δυτικής Γερμανίας, της Γαλλίας, της Βρετανίας και της Ιταλίας, χάθηκε. Δεν αποτελεί σύμπτωση ότι με τη γερμανική ενοποίηση, το ενδιαφέρον της Βρετανίας στην Ε.Ε. εξαφανίστηκε. Και με την απόσυρση αυτή της Βρετανίας, η ισορροπία των δυνάμεων κλονίστηκε ακόμη περισσότερο.

Η μέχρι το πρόσφατο παρελθόν τακτική της Γαλλίας για πολιτικό έλεγχο της οικονομικής ισχύος της Γερμανίας μέσω δημιουργίας διαφόρων γραφειοκρατικών μηχανισμών και συγκεκριμένων θεσμών (από την ΚΑΠ μέχρι την ΕΚΤ) έχει αποτύχει με βάση τα σημερινά αποτελέσματα. Η γερμανική οικονομική ισχύς έχει μετατραπεί και σε πολιτική ισχύ έχοντας δημιουργήσει: θεσμικό πλαίσιο που την εξυπηρετεί, συμμαχίες πρόθυμων χωρών που την ακολουθούν, αποδυνάμωση των ισχυρών χωρών της ΕΕ (Γαλλία, Ιταλία) που διστάζουν ή αδυνατούν να προβάλλουν αντιρρήσεις σοβαρού περιεχομένου στην πορεία της ένωσης.

Ο λόγος είναι ένας και μοναδικός: ο φόβος για τη «νομιμοποιημένη» ανάδυση ενός ανεξέλεγκτου γερμανικού επιθετικού ιδεαλιστικού εθνικισμού μέσω της αποδυνάμωσης ή και τελικά διάλυσης της ευρωζώνης και της ΕΕ, η αντιμετώπιση του οποίου σχεδόν θα είναι αδύνατη από κάθε χώρα ξεχωριστά.

Ο φόβος είναι υπαρκτός και δεδομένος. Δείχνει με σαφήνεια ότι η προβαλλόμενη αντίληψη αντιμετώπισης του γερμανικού ιδεαλιστικού εθνικισμού με άμεση αντιπαράθεση με οποιοδήποτε άλλον ευρωπαϊκό εθνικισμό είναι ατελέσφορη. Εδώ εντάσσεται και η ανιστόρητη αντίληψη της αποχώρησης της Ελλάδας από την ΕΕ ως στρατηγικής επιλογής για την αντιμετώπιση της πληθώρας των υπαρκτών προβλημάτων μας κατά μόνας.

Γιατί σφάλλουν όλοι όσοι φαντασιώνονται ότι η αποχώρηση της χώρας από την ΕΕ θα σταματήσει με μαγικό τρόπο την εκδήλωση των υπαρχόντων εθνικισμών οι οποίοι λαμβάνουν διάφορες μορφές (από οικονομική μέχρι γεωπολιτική πλευρά).

Γιατί δεν μπορεί να υπάρξει ΕΕ χωρίς τη Γερμανία

Παράλληλα δείχνει, επίσης, αυτό που γνωρίζουν πολύ καλά οι Γερμανοί: ότι δεν μπορεί να υπάρξει ΕΕ χωρίς την Γερμανία. Η Γερμανία αυτή τη στιγμή κατέχει περισσότερο από το ένα τέταρτο του πλούτου της ευρωζώνης ενώ ένας σημαντικός αριθμός κρατών, κυρίως της Β. και Κ. Ευρώπης, έχουν δεθεί ποικιλότροπα στον γερμανικό πυρήνα ισχύος.

Όλες οι σκέψεις για συνεργασία των χωρών του Νότου προσκρούουν καταρχάς στη ισχύ της Γερμανίας. Ουσιαστικά χωρίς τη Γερμανία είναι πρακτικά αδύνατον να υπάρξει Ενωμένη Ευρώπη που να έχει ρόλο στα διεθνώς τεκταινόμενα, είτε αυτά είναι οικονομικά θέματα είτε γεωπολιτικά, αλλά και να λειτουργεί σε καθεστώς «συνεργασίας και συνεννόησης» με την υπόλοιπη καθοδηγούμενη από τη Γερμανία Ευρώπη. Είναι τουλάχιστον αφελές και άστοχο να υποστηρίζεται ότι η σημερινή Γαλλία θέλει και μπορεί να παίξει τον ρόλο του εναλλακτικού πόλου ισχύος έναντι της Γερμανίας.

Αυτό θα σήμαινε, καταρχάς, πλήρη ανατροπή της μέχρι σήμερα ακολουθούμενης στρατηγικής από τη μεριά της Γαλλίας, κάτι που μόνον η Λεπέν υποστηρίζει και συνεπώς το καθιστά περισσότερο δύσκολο με την πόλωση που δημιουργεί στο εσωτερικό της Γαλλίας. Ανατροπές στρατηγικής αυτού του βεληνεκούς αποτελούν ιστορικές αποφάσεις και συμβαίνουν στην πολιτική όταν ο αντίπαλος λάβει, απολύτως, την ξεκάθαρη μορφή του εχθρού.

Συγχρόνως δεν είναι καθόλου βέβαιον ότι τα συμφέροντα των χωρών του Νότου ταυτίζονται και ότι είναι έτοιμες να προχωρήσουν σε αμοιβαιοποίηση των διαφορετικών βαρών και κόστη που υπάρχουν σε κάθε ξεχωριστή χώρα και παράλληλα να διασαλέψουν, ομοιόμορφα, τις σχέσεις τους με την ισχυρή Γερμανία.

Όλες αυτές οι σκέψεις ένα στόχο μπορούν να έχουν: να αμβλύνουν ορισμένες από τις εκφάνσεις της ασκούμενης γερμανικής κυριαρχίας στον οικονομικό τομέα, κάτι που είναι εξαιρετικά δύσκολο διότι προϋποθέτει αλλαγές στις βασικές συνθήκες δημιουργίας της ΕΕ. Διακηρύξεις τύπου ότι χρειάζεται «νέο κοινωνικό συμβόλαιο για τους ευρωπαϊκούς λαούς» μάλιστα από πλήρως υποταγμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προκαλούν μειδιάματα καθώς αντανακλούν εμφανή αδυναμία πρόσληψης της σημερινής πραγματικότητας.

Διαμορφώνεται ήδη ένα «νέο κοινωνικό συμβόλαιο», το οποίο δεν έχει λάβει υπόψη του καθόλου τις μελαγχολικές κενολογίες αυτού του είδους. Φθάνει να κοιτάξει κανείς τον εκλογικό χάρτη των ευρωπαϊκών χωρών.

Τελικά φαίνεται ότι ο απόλυτος εγκλωβισμός των ευρωπαϊκών χωρών στο πείραμα της ΕΕ και της ευρωζώνης φοβούμαι ότι μπορεί να σπάσει μόνο «με ένα πάταγο και όχι με ένα λυγμό», σε αντίθεση με όσα αναφέρει ο ποιητής. Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τις σκοτεινές αλλά τόσο εμφανείς κινήσεις της ανθρώπινης ιστορίας.

* Ο Κώστας Μελάς είναι Δρ Οικονομίας, πρόεδρος του ομίλου Κοινωνικού Οικονομικού Προβληματισμού και Πολιτικής Δράσης. 

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus