Γιατί δεν έχουμε πολιτικούς υψηλών δυνατοτήτων

Πώς ακόμα και... δια νόμου αποκλείονται οι ικανότεροι κατά τεκμήριο πολίτες. Η λάθος άποψη για τον «σοφό ελληνικό λαό», η μάχη των σλόγκαν και το πολιτικό bullying. Γράφει ο Αλ. Μωραϊτάκης.

Γιατί δεν έχουμε πολιτικούς υψηλών δυνατοτήτων
  • Του Αλέξανδρου Μωραϊτάκη*

Έχοντας συμμετάσχει ως υποψήφιος βουλευτής σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις και έχοντας θητεύσει εκλεγείς στο Ελληνικό Κοινοβούλιο για μικρό χρονικό διάστημα, δέχτηκα επανειλημμένα το ερώτημα που πολύ πιθανόν να έχετε και εσείς θέσει σε συνομιλητές σας: Μα γιατί οι Έλληνες πολιτικοί στερούνται εργασιακών εμπειριών και είναι τόσο χαμηλών δυνατοτήτων και πολύ συχνά κατώτεροι των περιστάσεων;

Στο παραπάνω ερώτημα θα προσπαθήσω να απαντήσω σήμερα, με βάση και κάποια πρόσφατα γεγονότα που είδαν το φως της δημοσιότητας.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Πρώτον, πιστεύω ότι μεταξύ των τριακοσίων της Βουλής και των εξωκοινοβουλευτικών υπουργών υπάρχουν (και) ιδιαίτερα αξιόλογοι άνθρωποι.

Δεύτερον, επειδή αντιπαθώ τον λαϊκισμό, δεν ενστερνίζομαι την άποψη ότι ο «σοφός ελληνικός λαός» επιλέγει σωστά μεταξύ των υποψηφίων ακόμη και μέσα στο ίδιο του το κόμμα. Για παράδειγμα, στις τελευταίες εκλογές -δεν θα μιλήσω για μένα- σε μεγάλη εκλογική περιφέρεια ένα από τα καλύτερα, κατά την εκτίμησή μου, «βιογραφικά» μεταξύ των υποψηφίων κατέλαβε την προτελευταία θέση στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων του κόμματός του.

Παρ' όλα αυτά, θα συμφωνούσα πως -σε αντίθεση με πολλές άλλες αναπτυγμένες χώρες- το πολιτικό προσωπικό της Ελλάδας δεν βρίσκεται στο επίπεδο που θα έπρεπε, προκειμένου να γνωρίζει σφαιρικά το αντικείμενο δράσης του, να μπορεί να πάρει κρίσιμες αποφάσεις, να κερδίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών και να βελτιώνει τα πράγματα στην πράξη. Αντίθετα, συχνά εξαντλείται σε σλόγκαν, κακόγουστες ατάκες, θεωρητικές προσεγγίσεις και ευχολόγια. Λόγια, λόγια, λόγια…

Ένας βασικός λόγος είναι ότι οι ικανότεροι κατά τεκμήριο πολίτες της χώρας αποκλείονται άμεσα ή έμμεσα -πολλές φορές και δια… νόμου- από την πολιτική! Ας δούμε μερικά παραδείγματα:

• Δεν μπορούν να ασχοληθούν με την πολιτική οι εφοπλιστές (άτομα κατά κανόνα με μεγάλες διοικητικές ικανότητες, πολλαπλές γνώσεις παγκόσμιων τραπεζικών, οικονομικών και εμπορικών θεμάτων, καθώς και διεθνείς εμπειρίες στον ελεύθερο παγκόσμιο ανταγωνισμό), επειδή λειτουργούν μέσω off shore εταιρειών.

Παρά το γεγονός ότι οι off shore ονομαστικοποιούν πια τις μετοχές τους και τα μη συνεργαζόμενα κράτη έχουν περιορισθεί κατά πολύ, στα δάχτυλα ενός χεριού, αυτό δεν έχει διορθωθεί. Ο αναίτιος αυτός αποκλεισμός συνεχίζεται, ενώ ο ορισμός μιας εταιρείας ως αλλοδαπής σύμφωνα με το νόμο 4172/2013 απαιτεί τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου να είναι στο εξωτερικό όπως και η διοίκηση να γίνεται από το εξωτερικό, οι γενικές συνελεύσεις να γίνονται στο εξωτερικό, τα λογιστικά βιβλία να τηρούνται στο εξωτερικό κ.λπ.

• Αποκλείονται δια νόμου (αλήθεια, πώς αυτός ο νόμος δεν προσβλήθηκε ως αντισυνταγματικός;) όσοι διαθέτουν εταιρείες οποιασδήποτε μορφής στο εξωτερικό(!), αλλά και όσοι έχουν συγγενικά πρόσωπα που διαθέτουν μετοχές σε εταιρείες στο εξωτερικό. Μπορεί να μην εφαρμόζεται αλλά βρίσκεται σε ισχύ.

• Ας υποθέσουμε όμως ότι κάποιος επιχειρηματίας δεν διαθέτει εταιρεία στο εξωτερικό. Αν ασχοληθεί με την πολιτική κινδυνεύει να δει την εταιρεία του να κλείνει, καθώς το σύνολο των συναλλαγών της θα μπει (από πολιτικούς του αντιπάλους, ενός και εκτός του κόμματός του) στο μικροσκόπιο, και όλα αυτά σε ένα νομοθετικό πλαίσιο που είναι γεμάτο από «γκρίζες περιοχές».

Ιδιαίτερα τώρα που τίθενται σε εφαρμογή πλήθος Ευρωπαϊκών Οδηγιών και Κανονισμών με γκρίζες περιοχές, οι επιχειρηματίες φοβούνται ακόμη και τον ίσκιο τους, λόγω των ασαφειών και των γενικοτήτων που υπάρχουν σε πλήθος περιπτώσεων. Τα παραδείγματα είναι πάρα πολλά. Αναλογισθείτε ότι υπάρχει περίπτωση που ο κύριος μέτοχος εταιρείας αναγκάσθηκε να μεταβιβάσει με μεγάλη ζημία τις μετοχές του, ενώ οι δύο αρμόδιοι εποπτικοί φορείς ενόρκως μάλιστα κατέθεσαν στη μετέπειτα αγωγή του μετόχου αντίθετες απόψεις για το ίδιο θέμα!

• Πέρα όμως από τους εφοπλιστές και τους επιχειρηματίες, αποκλείονται ουσιαστικά από την πολιτική και τα υψηλόβαθμα στελέχη των επιχειρήσεων. Και αυτό γιατί είναι ιδιαίτερα δύσκολο να εγκαταλείψει κάποιος μια πλουσιοπάροχη θέση στον ιδιωτικό τομέα, προκειμένου να ανταμειφθεί με «ψίχουλα» σε μια δημόσια θέση, στην οποία μάλιστα δύσκολα θα παραμείνει για περισσότερο από δύο ή τρία χρόνια (και πολλά λέω…).

Υπάρχει όμως και άλλος ένας παράγοντας που αποτρέπει όχι μόνο εφοπλιστές, επιχειρηματίες και υψηλόβαθμα στελέχη, αλλά και σοβαρούς επιστήμονες-επαγγελματίες να ασχοληθούν με την πολιτική: Είναι το κλίμα της σκανδαλολογίας και το χαμηλό επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Τα άτομα αυτά είναι συνηθισμένα να τους φέρονται με σεβασμό, τον ίδιο με τον οποίο τα ίδια αντιμετωπίζουν τους υπολοίπους. Αν τώρα αποφασίσουν να ασχοληθούν με την πολιτική κινδυνεύουν να γίνουν θύματα οργανωμένων «τρολαρισμάτων» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή κακεντρεχών δημοσιευμάτων στον Τύπο.

Προς Θεού, δεν υποστηρίζω πως δεν πρέπει να δέχονται κριτική, αλλά δυστυχώς πολλές φορές στην Ελλάδα η κριτική δεν ασκείται μέσω επιχειρημάτων αλλά με βρισιές, απειλές και bullying, είτε στους πολιτικούς αντιπάλους είτε ακόμη και σε μέλη των οικογενειών τους.

Το πολιτικό κλίμα μάλιστα είναι τόσο πολωμένο και η αμφισβήτηση του κόσμου τόσο έντονη, που αρκεί να βγει μια φήμη ή να προκύψει ένα ερώτημα, προκειμένου η κοινή γνώμη να πιστέψει ότι «και αυτός τα παίρνει».

Συχνά, αρκεί ένα σημείωμα σε μια ατζέντα τρίτου ή μια συνάντηση που είχε γίνει πριν από χρόνια, προκειμένου ένας πολιτικός -οποιουδήποτε κόμματος- να διασυρθεί και να τρέχει να ανοίγει τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους δικούς του και των μελών της οικογενείας του.

Όσο υπάρχουν όλα αυτά, πολύ δύσκολα θα δούμε το επίπεδο της εγχώριας πολιτικής σκηνής να αναβαθμίζεται.

Το αντίθετο φοβάμαι…

• Ο κ. Αλέξανδρος Μωραϊτάκης είναι οικονομολόγος.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus