Ζωτική η ανεξάρτητη ανάλυση για τις αγορές

Την πρόσφατη εμπειρία από τις αγορές του εξωτερικού σε ό,τι αφορά το θεσμό της ανεξάρτητης ανάλυσης (κατόπιν της σωρείας σκανδάλων που μεσολάβησε) και τα δυνητικά οφέλη για την Ελλάδα, με έμφαση στην πληρέστερη κάλυψη των εταιριών μικρότερης κεφαλαιοποίησης/εμπορευσιμότητας, ανιχνεύει ο Νικόλαος Γεωργιάδης.

Ζωτική η ανεξάρτητη ανάλυση για τις αγορές
του Νικόλαου Ηρ. Γεωργιάδη*

Στην προσπάθειά της να προστατεύσει τις κλονισμένες ”αρετές” της ανάλυσης εισηγμένων εταιρειών και μετοχών, η επιτροπή κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ (Securities & Exchange Commission - SEC) αποφάσισε πρόσφατα να διαμορφώσει εκ νέου το θεσμικό πλαίσιο που διέπει την εκπόνηση αναλύσεων.

Στο πλαίσιο αυτά, η αμερικανική επιτροπή κεφαλαιαγοράς προέβη σε ειδική συμφωνία με τις δέκα μεγαλύτερες χρηματιστηριακές εταιρίες των ΗΠΑ, προκειμένου να περιορίσει ή και να εκμηδενίσει τον ”γόρδιο δεσμό” μεταξύ της επενδυτικής τραπεζικής και των τμημάτων έρευνας και ανάλυσης αυτών των οργανισμών.

Η συμφωνία αυτή αποτέλεσε την άμεση απάντηση των χρηματιστηριακών αρχών σε μία σειρά πρωτοφανών σκανδάλων, που εμπεριείχαν στοιχεία σκοπιμότητας, αλλά και δόλου, στην εκπόνηση αναλύσεων και στην εξαγωγή επενδυτικών προτάσεων από μέρους των επενδυτικών οίκων της Wall Street.

Το γεγονός αυτό με τη σειρά του οδήγησε στον περιορισμό των διευθύνσεων έρευνας και ανάλυσης διαφόρων επενδυτικών οίκων και στη δημιουργία αντίστοιχων φορέων ανεξάρτητης ανάλυσης, οι οποίοι δεν συνδέονταν πλέον με τις ιδιάζουσες προτεραιότητες, σε επίπεδο επενδυτικής τραπεζικής, των εν λόγω -εδραιωμένων εδώ και δεκαετίες- οργανισμών.

Στην ελληνική κεφαλαιαγορά, όπως και σε άλλες ανεπτυγμένες αγορές του εξωτερικού, είναι φυσικό να υφίστανται ανάλογα προβλήματα αντικρουόμενων συμφερόντων, παρά το γεγονός ότι δεν έχουν έρθει ακόμη με ιδιαίτερα έντονο τρόπο στην επιφάνεια.

Η αμφίβολη σκοπιμότητα των αναλύσεων, όμως, παραμένει ένα σημαντικό προς εξέταση ζήτημα και στην Ελλάδα, σε μία περίοδο κατά την οποία δημιουργούνται σταδιακά ευνοϊκότερες συνθήκες για την ανάπτυξη οίκων ανεξάρτητης ανάλυσης.

Με τον τρόπο αυτό δύναται να περιορισθεί σοβαρά η ”σκοπιμότητα” των επενδυτικών προτάσεων που απορρέουν από τη σχέση της επενδυτικής τραπεζικής με την προβολή αναλύσεων, καθώς οι τελευταίες ”παροτρύνουν” συνήθως τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων (και ταυτόχρονα δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη πρόσθετων εργασιών μεταξύ εγχώριων χρηματιστηριακών εταιρειών και εισηγμένων επιχειρήσεων).

Αντίθετα, στο εξωτερικό, οι όποιες ”under-covered” εισηγμένες εταιρίες (με μετοχές μικρής εμπορευσιμότητας) αρχίζουν πλέον να ζητούν από τους φορείς ανεξάρτητης ανάλυσης να εκπονούν εξειδικευμένα ”reports” για λογαριασμό των θεσμικών επενδυτών, χωρίς όμως να υπάρχει άλλου είδους σχέση ή ωφέλεια σε επίπεδο ”corporate finance”.

Από την άλλη πλευρά, και οι θεσμικοί επενδυτές αποτελούν δυνητικούς πελάτες των οίκων ανεξάρτητης ανάλυσης, αφού λαμβάνουν αντικειμενικότερη -έως ένα βαθμό- έρευνα και ανάλυση για μία σειρά εισηγμένων εταιριών.

Στην Ελλάδα ο θεσμός της ανεξάρτητης ανάλυσης μπορεί να αποτελέσει έναν ακόμη ζωτικό κρίκο στην αλυσίδα της χρηματιστηριακής αγοράς, ”εξάγοντας” για όλους τους συμμετέχοντες σημαντικά οφέλη.

Κατ’ αρχήν για τους θεσμικούς επενδυτές διασφαλίζεται η πρόσβαση σε αντικειμενικότερες και υψηλής ποιότητας αναλύσεις, ανεξαρτήτως του φορέα με τον οποίο πραγματοποιούν τις χρηματιστηριακές πράξεις τους, ενώ αποφεύγεται διακριτικά το φαινόμενο της γνωστοποίησης προθέσεων διαπραγμάτευσης των πρώτων απέναντι στις χρηματιστηριακές εταιρίες, που συνεπάγεται ένα υψηλό έμμεσο κόστος ευκαιρίας.

Από την άλλη πλευρά, οι εισηγμένες εταιρίες περιορίζουν το ήδη υψηλό κόστος που αναλαμβάνουν κατά καιρούς προκειμένου να καταστήσουν το σενάριο ανάπτυξής τους ελκυστικό προς τους αναλυτές των χρηματιστηριακών εταιρειών, οι οποίοι ”εκ φύσεως” είναι άκρως επιλεκτικοί.

Για τις δε χρηματιστηριακές εταιρίες, τα οφέλη από τη συνεργασία τους με ανεξάρτητους οίκους ανάλυσης έγκεινται στον αποτελεσματικότερο έλεγχο του κόστους, μέσω του λεγόμενου ”outsourcing”, και στον περιορισμό του φαινομένου εκπόνησης αναλύσεων αποκλειστικά και μόνο από ”sell-side” αναλυτές.

Σε τελική ανάλυση, όμως, ο συγκεκριμένος θεσμός διασφαλίζει την κάλυψη περισσότερων εταιριών μικρότερης κεφαλαιοποίησης / εμπορευσιμότητας, οι οποίες συνήθως δεν έχουν την ανάλογη εξειδικευμένη προβολή από τους εκάστοτε χρηματοοικονομικούς αναλυτές.

* Το κείμενο αποτελεί αναδημοσίευση από το φύλλο της εφημερίδας ”Μέτοχος & Επενδύσεις” (φύλλο 277, 11/07/2003), ενώ ο Νικόλαος Ηρ. Γεωργιάδης είναι Υπεύθυνος Ανάλυσης Αγοράς & Μετοχών της ”Valuation & Research Specialists”.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus