Π. Πετράκης: Τα παράδοξα της οικονομίας

Η παραγωγικότητα και η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση από την εικόνα που δίνεται διεθνώς και τις δηλώσεις του επικεφαλής του ΔΝΤ. Γράφει ο καθηγητής Π. Πετράκης.

του Παναγιώτη Πετράκη (*)
Π. Πετράκης: Τα παράδοξα της οικονομίας
Η δήλωση του κ. Strauss Kahn (7/4/2010) για την ανάγκη περαιτέρω βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας του ιδιωτικού τομέα στην ελληνική οικονομία επανατοποθετεί το σχετικό ζήτημα στην επικαιρότητα.

Όμως, ορισμένα σημεία θέλουν πολύ μεγαλύτερη προσοχή. Η παραγωγικότητα και η ανταγωνιστικότητα είναι οι κρίσιμοι δείκτες που αποτιμούν τις αναπτυξιακές δυνατότητες κάθε οικονομίας. Η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας είναι σταθερά αυξανόμενη από το 1995, και μάλιστα σε επίπεδα υψηλότερα από αυτά των μεσογειακών και των βορειοευρωπαϊκών χωρών, ενώ ταυτόχρονα, σύμφωνα με τον δείκτη ανταγωνιστικότητας όπως αυτός εκφράζεται με τον σχετικό δείκτη μοναδιαίου κόστους, δεν παρατηρούνται μεγάλες αποκλίσεις της Ελλάδας σε σχέση με αυτές τις δύο ομάδες χωρών.

Συγκεκριμένα, η παραγωγικότητα στην ελληνική οικονομία από το 2000 έχει αυξηθεί σωρευτικά κατά 22%, ενώ σύμφωνα με τη Eurostat αναμένεται να κυμανθεί σε περίπου σταθερά επίπεδα τα έτη 2010 και 2011, λίγο κάτω δηλαδή από εκείνα του 2008. Συγκριτικά λοιπόν με τον μέσο όρο των δεικτών παραγωγικότητας για τις μεσογειακές και τις βορειοευρωπαϊκές χώρες, ο δείκτης παραγωγικότητας βρίσκεται σε αρκετά υψηλότερα επίπεδα και αυξάνεται με πολύ μεγαλύτερο ρυθμό τα τελευταία χρόνια.


Η πρώτη παραδοξότητα

Ουσιαστικά, οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα απασχολούνται περισσότερες ώρες συγκριτικά με τους εργαζομένους των μεσογειακών και των βορειοευρωπαϊκών χωρών. Με άλλα λόγια, για την ελληνική οικονομία παρατηρείται εντατικότερη απασχόληση όσων βρίσκονται στην αγορά εργασίας.

Συνεπώς, προκύπτει μία πρώτη παραδοξότητα που αφορά στην εικόνα η οποία έχει διαμορφωθεί γενικώς, σύμφωνα με την οποία το ελληνικό παραγωγικό σύστημα δεν είναι αρκετά αποτελεσματικό. Τα δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν μια τέτοια εντύπωση.

Ας δούμε όμως τι γίνεται με την ανταγωνιστικότητα. Ο σχετικός δείκτης μοναδιαίου εργατικού κόστους μετρά το μέσο εργατικό κόστος ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος και αποτελεί αντανάκλαση της κατάστασης ανταγωνιστικότητας.

Πιο συγκεκριμένα, η αύξηση του REER (Real Effective Exchange Rate) μιας χώρας, που σχετίζεται με το μοναδιαίο κόστος εργασίας, οδηγεί σε μείωση της ανταγωνιστικότητας της εν λόγω χώρας και σε επιδείνωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της. Αύξηση του δείκτη μοναδιαίου κόστους σημαίνει αυξημένη συμμετοχή του κόστους εργασίας στο παραγόμενο προϊόν. Αύξηση του μοναδιαίου κόστους μεγαλύτερη από την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας αποτελεί απειλή για την ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας.

Σύμφωνα με τον δείκτη μοναδιαίου κόστους, όπως έχει παραχθεί από τον OECD, παρατηρείται μεγάλη επιδείνωση του επιπέδου ανταγωνιστικότητας για τις μεσογειακές χώρες, καθώς ο δείκτης είναι σταθερά αυξανόμενος, ενώ για τις βορειοευρωπαϊκές χώρες παρατηρείται αύξηση της ανταγωνιστικότητάς τους μέχρι το 2001, μείωσή της μέχρι το 2004 και άλλη μία αυξομείωση μέχρι το 2009 και γενικά μια πιο σταθερή κατάσταση.

Για την ελληνική οικονομία δεν παρατηρείται σημαντικό πρόβλημα ανταγωνιστικότητας. Τη μεγάλη άνοδο της ανταγωνιστικότητας μέχρι το 2001 ακολούθησε μια περίοδος μείωσης μέχρι το 2004, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι το χρονικό διάστημα 2007 - 2008 παρατηρήθηκε και πάλι σημαντική αύξησή της.


Η δεύτερη παραδοξότητα

Προκύπτει, λοιπόν, μια δεύτερη παραδοξότητα, αναφορικά με την εικόνα που έχει διαμορφωθεί γενικώς για την ανταγωνιστικότητα στην ελληνική οικονομία, με τις συνθήκες ίσως να μην είναι τόσο αρνητικές όσο παρουσιάζονται.

Εκτός από τις πολύ καλές επιδόσεις του δείκτη παραγωγικότητας ανά απασχολούμενο για την Ελλάδα, συγκριτικά με τις δύο ομάδες εξεταζόμενων χωρών, παρατηρείται ότι οι επιδόσεις της Ελλάδας αναφορικά με την ανταγωνιστικότητα, όπως αυτή υπολογίζεται από τον σχετικό δείκτη μοναδιαίου εργατικού κόστους, δεν ακολουθούν αυτές των υπόλοιπων μεσογειακών χωρών.

Οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας αποτελούν μια μέση κατάσταση μεταξύ των βορειοευρωπαϊκών και των μεσογειακών χωρών.

Όμως, υπάρχει μια δεύτερη ομάδα δεικτών μέτρησης της ανταγωνιστικότητας, που υπολογίζεται από το διεθνές ινστιτούτο IMD (International Institute for Management Development) με έδρα τη Λωζάνη της Ελβετίας, το οποίο εκδίδει κάθε χρόνο την Επετηρίδα Παγκόσμιας Ανταγωνιστικότητας.

Σύμφωνα λοιπόν με το IMD, υπάρχουν 4 δείκτες ανταγωνιστικότητας (οικονομικής, κρατικής, επιχειρηματικής και γενικής ανταγωνιστικότητας), που συντελούν ισόποσα στη δημιουργία του συνολικού παγκόσμιου δείκτη ανταγωνιστικότητας. Έτσι, οι βορειοευρωπαϊκές χώρες είναι άκρως ανταγωνιστικές, αφού βρίσκονται σταθερά στις πρώτες θέσεις της κατάταξης σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντιθέτως, οι μεσογειακές χώρες βρίσκονται αρκετά χαμηλά στην κατάταξη, ενώ η Ελλάδα είναι πολύ χαμηλά.


Η τρίτη παραδοξότητα

Άρα, έχουμε μία τρίτη παραδοξότητα, καθώς τα αποτελέσματα της κατάταξης που λαμβάνει η ελληνική οικονομία από το διεθνές ινστιτούτο IMD δεν συμφωνούν με τις μετρήσεις της ανταγωνιστικότητας σύμφωνα με τον σχετικό δείκτη μοναδιαίου εργατικού κόστους.

Αναμφισβήτητα, οι δύο δείκτες διαφέρουν ως προς τον τρόπο υπολογισμού τους, με τον δείκτη του IMD να είναι πιο περιεκτικός, όμως η μέτρηση των επιμέρους δεικτών που αποτελούν τον συνολικό δείκτη του IMD ίσως δημιουργεί πιέσεις στη μέτρηση της ανταγωνιστικότητας για την Ελλάδα.

Οι παραπάνω παραδοξότητες των δύο δεικτών μέτρησης, σε συνδυασμό με τις μετρήσεις του δείκτη παραγωγικότητας των χωρών, οδηγούν σε αρκετές σκέψεις σχετικά με το πού ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας.

Στην Ελλάδα, η φύση των μέτρων που έχουν ληφθεί είναι απόλυτα περιοριστική, μειώνει το εισόδημα (κόστος εργασίας) και την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, αυξάνοντας την αδράνεια στην αγορά, μειώνοντας ουσιαστικά το ΑΕΠ αλλά και περιορίζοντας τις δυνατότητες ανάπτυξης και μεγέθυνσης.

Ένα τέτοιο μίγμα πολιτικής δεν φαίνεται να είναι το καλύτερο, αφού δεν προκύπτει ως ανάλυση από τα δεδομένα. Αντιθέτως, τα θεσμικά μέτρα αναπτυξιακής αποκατάστασης είναι απολύτως απαραίτητα.


* Ο κ. Παναγιώτης Πετράκης είναι καθηγητής του Οικονομικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών.

** Το βιβλίο του κ. Πετράκη «Η Ελληνική Οικονομία: Προκλήσεις (Μέχρι το 2010)» μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Παπαζήση.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus