Το μεταμνημονιακό σύνδρομο

Με ή χωρίς πιστωτική γραμμή ή ακόμη και ελάφρυνση χρέους, η Ελλάδα οφείλει να τα καταφέρει. Οφείλει να σταθεί, επιτέλους, στα πόδια της, με τις δικές της δυνάμεις στη μετά μνημόνιο εποχή. Είναι σε θέση;

Το μεταμνημονιακό σύνδρομο

Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!

Ως τόπος ο οποίος αντιμετώπισε τα μνημόνια, εν πολλοίς, ως αναγκαίο κακό, είναι μάλλον παράδοξο να εμφανίζουμε ενδείξεις μνημονιακής «στέρησης» ή εντέλει ανησυχίας για τη μετά μνημόνιο εποχή, τώρα που διαφαίνεται η εκπνοή τους.

Ούτως ή άλλως, ποτέ δεν τα εφαρμόσαμε όπως έπρεπε ή εντέλει, όπως είχαμε δεσμευτεί να τα εφαρμόσουμε και ουδέποτε αναλάβαμε την περίφημη «ιδιοκτησία» τους.

Έτσι, λοιπόν, το να επικρατεί ανησυχία σχετικά με τις δυνατότητες άντλησης κεφαλαίων -και το κόστος που αυτά θα έχουν- από τις διεθνείς αγορές, μετά την εκπνοή του τρέχοντος προγράμματος του ESM, βάσει του οποίου δανειζόμαστε με επιτόκιο ακόμη και χαμηλότερα της μίας ποσοστιαίας μονάδας, όταν άλλες χώρες που μετέχουν σε αυτόν δανείζονται ακριβότερα από τις αγορές, είναι αν μη τι άλλο οξύμωρο και σαφώς ατελέσφορο.

Συνάμα, όμως, είναι και εξόχως αποκαλυπτικό, εδώ και χρόνια, το πώς αφενός, επιθυμούμε να δανειζόμαστε σε αυτά τα επιτοκιακά επίπεδα και αφετέρου, θεωρούμε -στην καλυτέρα των περιπτώσεων- ως αναγκαίο κακό τις μεταρρυθμίσεις που συνοδεύουν αυτά τα χρήματα.

Εν πάση περιπτώσει, θα ήταν χρήσιμο να θυμόμαστε ότι για όσο διάστημα βρίσκεται η Ελλάδα στην Ευρωζώνη, θα τελεί υπό κάποιο είδος δημοσιονομικής αλλά και ευρύτερης εποπτείας, αναφορικά με όσα διαδραματίζονται στην οικονομία της, εκ μέρους σειράς ευρωπαϊκών θεσμών.

Ειδικά, δε, για την επόμενη πενταετία, η οποία θεωρείται ως το μεσοπρόθεσμο διάστημα κατά το οποίο ο ελληνικός προϋπολογισμός οφείλει να εμφανίζει πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 3,5% ως προς το ΑΕΠ ενώ συνολικά θα είμαστε για… πολλά χρόνια υπό την «αιγίδα» του ESM ή της όποιας μετάλλαξής του (πιθανώς σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο), όπως δεν παύει να μας διαβεβαιώνει ο φίλτατος κ. Βίζερ.

Σαφώς χρησιμότερο, ωστόσο, προς την κατεύθυνση της άμβλυνσης των όποιων ανησυχιών -ενδεχομένως- υπάρχουν ως προς την πορεία της χώρας μας στη μεταμνημονιακή εποχή, θα ήταν να συνεχίσουμε να βαδίζουμε στον δρόμο που χάραξαν τα μνημόνια και μάλιστα -επιτέλους- με τις δικές μας δυνάμεις και με δική μας πρωτοβουλία.

Για την ακρίβεια, τυχόν υπαναχώρηση, φερειπείν, στις μεταρρυθμίσεις οι οποίες υπήρξαν στην αγορά εργασίας (όπως προβλέπεται από τις σχετικές συμφωνίες)  θα οδηγούσαν -κατά πάσα βεβαιότητα- στην απώλεια του όποιου εδάφους κατέκτησε η χώρα μας στο πεδίο της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων και των υπηρεσιών που παράγει και εξάγει διεθνώς.

Αντίθετα, εάν συνοδεύαμε αυτές τις παρεμβάσεις με δράσεις για την προώθηση της καινοτομίας αλλά και την καλύτερη κατάρτιση των εργαζομένων, θα ενίσχυαν την παραγωγικότητα και άρα την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων, όπως επανέλαβε πρόσφατα ο ΣΕΒ.

Σε όλη αυτή τη συζήτηση, δε, θα ήταν απολύτως χρήσιμο να θυμόμαστε ότι ο λόγος για τον οποίο η Ελλάδα τέθηκε εκτός αγορών και κινδύνεψε να βρεθεί και εκτός ευρώ ήταν η απώλεια της εμπιστοσύνης, αρχικά, του διεθνούς επενδυτικού κοινού και στη συνέχεια των εταίρων της στην ευρωζώνη.

Έτσι, λοιπόν, όταν μας απαντούν σήμερα οι εταίροι μας «μα, οκτώ χρόνια δεν ήταν αρκετά;», οφείλουμε να στρέφουμε το βλέμμα μας στο κατά πόσον έχουμε καλύψει αυτό το έλλειμμα εμπιστοσύνης, μέσω της θεραπείας των δύο διαχρονικών προβλημάτων που εμφάνιζε η ελληνική οικονομία.

Πρώτον, της δημοσιονομικής της πορείας και δεύτερον, της απουσίας ανταγωνιστικότητας, η οποία είχε ως αποτέλεσμα το έλλειμμα του εμπορικού της ισοζυγίου.  

Ως προς το πρώτο, αν και η συνταγή που υιοθέτησαν αλλεπάλληλες ελληνικές κυβερνήσεις -συμπεριλαμβανομένης της παρούσας- ήταν λανθασμένη και υφεσιακού χαρακτήρα, καθώς έδιδε έμφαση στην υπερφορολόγηση αντί της μείωσης δαπανών, τα θετικά αποτελέσματα του προϋπολογισμού μιλούν από μόνα τους.

Ως προς το δεύτερο, μολονότι υπήρξε σαφής βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου, τούτη οφείλεται κυριότερα στη μείωση της ζήτησης παρά στην αύξηση των εξαγωγών, καθιστώντας σαφές ότι πρόκειται για ένα επισφαλές φαινόμενο.

Όταν, δε, ακόμη και οι ίδιοι οι Έλληνες -πολλώ δε μάλλον οι ξένοι- δεν επενδύουν στον τόπο τους, οφείλουμε να αναρωτηθούμε «γιατί;».

Γιατί, για παράδειγμα, αν και είναι ένα πρόβλημα ορατό και σαφές εδώ και πολλά χρόνια, δεν έχει ακόμη επιταχυνθεί ο ρυθμός απονομής της δικαιοσύνης στον τόπο μας;

Αντίστοιχα, γιατί μετά από οκτώ χρόνια μνημόνιο, συζητάμε ακόμη για τρόπους μείωσης της γραφειοκρατίας ή της διαδικασίας αδειοδότησης επιχειρήσεων, ή του ανοίγματος αγορών και επαγγελμάτων, ή της μείωσης του κόστους ενέργειας, ή των εμπορευματικών μεταφορών;

Γιατί, εντέλει, συζητάμε -ακόμη- για τα πλέον προφανή, όπως ότι πρέπει να υφίσταται η σύμφωνη γνώμη τουλάχιστον του 50% των εργαζομένων, ώστε να αποφασιστεί μία απεργιακή κινητοποίηση, σε πρωτοβάθμιο επίπεδο;

Εάν απαντήσουμε εντίμως στα ερωτήματα αυτά, ίσως θα έχουμε δώσει και την απάντηση στο ερώτημα που αφορά στη μετά μνημόνιο πορεία μας και στον βαθμό εμπιστοσύνης που οφείλουν να τρέφουν οι απανταχού επενδυτές απέναντί μας…

Νίκος Γ. Δρόσος n.drosos@euro2day.gr

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus