Μάθημα... ιστορίας για το μετά το Brexit τοπίο

Τι μπορεί να εξασφαλίσει η Μ. Βρετανία για τις τράπεζές της και πόσο πιθανή είναι η διατήρηση της υφιστάμενης πολιτικής μηδενικών συνόρων. Το Brexit άλλαξε τα δεδομένα και ίσως οι απαντήσεις να βρίσκονται στο παρελθόν.

του Peter Beales*
Μάθημα... ιστορίας για το μετά το Brexit τοπίο

Οι ευρωπαϊκές διασυνδεδεμένες χρηματοοικονομικές αγορές βίωσαν περίοδο αβεβαιότητας σε συνέχεια της απόφασης της Μ. Βρετανίας να αφήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Έχοντας ξεκινήσει την καριέρα μου στην τράπεζα της Αγγλίας στη δεκαετία του '70, κατείχα καίρια θέση, καθώς ο χρηματοοικονομικός κλάδος της Μ. Βρετανίας γινόταν όλο και περισσότερο διασυνδεδεμένος με την υπόλοιπη Ευρώπη. Βοήθησα να αναπτυχθούν οι κανόνες και οι κανονισμοί, που έφτασαν να αποτελέσουν τις ρυθμιστικές πηγές του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος.

Λογικά, οι ανησυχίες τώρα στρέφονται γύρω από το πώς οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες θα λειτουργήσουν όταν η χώρα φύγει από την Ε.Ε. Δεν θα επηρεαστούν μόνο οι βρετανικές τράπεζες, αλλά θα υπάρξουν επιπλοκές για παγκόσμια ιδρύματα που κάνουν δουλειές με το City του Λονδίνου. Με δεδομένη την τεχνική και σύνθετη φύση των τραπεζικών ρυθμιστικών κανόνων, δεν θα είναι εύκολο να καθοριστεί ο ευκολότερος δρόμος για τη συνέχεια. Ωστόσο, μελετώντας τις διαπραγματεύσεις σχετικά με τέτοιους κανονισμούς, μπορούν να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα.

Στις αρχές της δεκαετίας του '70, ζούσαμε σε έναν κόσμο στον οποίο δεν υπήρχε πρόσβαση σε μία και μόνη αγορά, ούτε ελευθερία σε ό,τι αφορά στους συναλλαγματικούς ελέγχους. Και ενώ ο τότε Γάλλος πρόεδρος Σαρλ Ντε Γκολ μπορεί να εμπόδισε την είσοδο της Μ. Βρετανίας στην Ε.Ε. το 1963, δέκα χρόνια αργότερα, η Μ. Βρετανία υπέγραψε μαζί με Ιρλανδία και Δανία την είσοδό της.

Σταδιακά μετακινηθήκαμε προς έναν περισσότερο ενοποιημένο κόσμο. Πρώτα ήρθε η τραπεζική οδηγία του 1977 και ακολουθήθηκε από την οδηγία για τους τραπεζικούς λογαριασμούς και τις συλλογικές επενδύσεις σε μεταβιβάσιμους τίτλους. Αυτά οδήγησαν σε σημαντικές αλλαγές στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Πράγματι, η πρώτη καθόρισε βασικά στοιχεία της τραπεζικής πράξης του 1979.

Με τον καιρό, οι ευρωπαϊκές αγορές διασυνδέθηκαν και τελικά τα ιδρύματα που λειτουργούσαν εντός της Ε.Ε. μπόρεσαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε διάφορες χώρες χωρίς περιορισμούς.

Η δεύτερη τραπεζική οδηγία και τα όσα συνδέονταν με αυτήν έθεσαν τα στάνταρντ, ώστε να ακολουθήσει η οδηγία για τις επενδυτικές υπηρεσίες και άλλες για τις επενδυτικές δραστηριότητες. Κατά την περίοδο εκείνη, διαπραγματεύσεις έλαβαν χώρα σχετικά με την πολυπλοκότητα των οδηγιών και των κανονισμών, που σε μεγάλο βαθμό προέκυπταν από τη Βασιλεία και άλλες διεθνείς συμφωνίες. Αυτό καθιέρωσε ένα πλαίσιο που ανταποκρίθηκε στις ανάγκες του κλάδου και μεμονωμένων χωρών.

Αυτά ήταν τεράστια νομοθετικά έργα, αλλά οι Βρετανοί πολιτικοί και οι αντιπρόσωποι του κλάδου εργάστηκαν με τους αντισυμβαλλόμενους για να τα υλοποιήσουν. Έτσι, νέες δομές καθιερώθηκαν για να βοηθήσουν τη νομοθεσία. Μια τέτοια ήταν η City Liaison Group, η οποία διέθετε σημαντική επιρροή και αποτελούνταν από σημαντικές λονδρέζικες νομικές φίρμες και εμπορικές οργανώσεις. Αυτή δημιουργήθηκε για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που γέννησαν τα νέα μέτρα κατά της κατάχρησης αγοράς.

Αλλά ενώ οι τρέχοντες κανονισμοί εξελίχθηκαν με το πέρασμα του χρόνου, η πρόκληση που τώρα αντιμετωπίζουν οι πολιτικοί της Μ. Βρετανίας και ο ευρύτερος χρηματοοικονομικός κλάδος είναι το αν η Μ. Βρετανία και η Ε.Ε. μπορούν με επιτυχία και με σύμπνοια να αναπτύξουν μια δομή χρηματοοικονομικής νομοθεσίας που θα προστατεύει τους πελάτες και δεν θα μειώνει την ικανότητα του κλάδου παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών κάθε πλευράς να καλύπτει τις ανάγκες του. Το πιο πιεστικό θέμα που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες με έδρα τη Μ. Βρετανία σχετίζεται με  διακίνηση από χώρα σε χώρα. Τα πλεονεκτήματα είναι πολλά, γιατί έτσι επιτρέπεται επιχειρήσεις ενός κράτους μέλους να διακινούν υπηρεσίες επίσημα σε άλλο χωρίς τη δαπάνη κεφαλαίου για εκεί παρουσία.

Μπορεί η Μ. Βρετανία να διατηρήσει αυτό το καθεστώς; Θα πρέπει να προσφέρει αμοιβαιότητα και να διατηρήσει παρόμοια νομοθεσία με τη νομοθεσία της Ε.Ε., χωρίς να έχει λόγο σε αυτήν. Φυσικά, αυτοί οι κανόνες αναπτύχθηκαν σταδιακά μέσα από διαδικασία διαπραγμάτευσης και συμφωνίας. Αυτό που αντιμετωπίζουμε τώρα είναι ένα πολύ μικρότερο πλαίσιο χρόνου, στο οποίο θα πρέπει να βρεθεί ο τρόπος με τον οποίο οι βρετανικές χρηματοοικονομικές υπηρεσίες θα διασυνδεθούν με εκείνες της Ε.Ε. μετά το Brexit.

Δεδομένης της ιστορικής ικανότητας της Μ. Βρετανίας να απαντά σε προκλήσεις όπως αυτές, η διαρκής ενόχληση των αγορών θα μπορεί να αποφευχθεί. Είμαστε στην αρχή μιας μακράς διαδρομής για την καθιέρωση των καλύτερων επιλογών, προκειμένου να υπάρχει πρόσβαση στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά. Ό,τι και αν συμβεί, οι βρετανικές εταιρίες θα συνεχίσουν με κάποια μορφή να παρέχουν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες στην Ε.Ε. Η ερώτηση είναι τώρα ποια θα είναι αυτή η μορφή.

 

(*) Ο Peter Beales είναι σύμβουλος και πρώην γενικός διευθυντής πολιτικής στην ένωση για τις Χρηματοοικονομικές αγορές στην Ευρώπη.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus