Οι ΗΠΑ δεν μπορούν να ευημερήσουν στην πλάτη του πλανήτη

Αλλιώς βλέπουν τις υποσχέσεις του Τραμπ στις ΗΠΑ, αλλιώς στον υπόλοιπο κόσμο. Η απειλή ενός παγκόσμιου εμπορικού πολέμου και τα θεσμικά αντίβαρα. Πραγματική λύση αντί της μάχης για τη μοιρασιά, να μεγαλώσει η πίτα.

Οι ΗΠΑ δεν μπορούν να ευημερήσουν στην πλάτη του πλανήτη
του Mohamed El-Erian*

Με έδρα στις ΗΠΑ και ταξιδεύοντας διεθνώς για οικονομικά ζητήματα, έχω έρθει άμεσα αντιμέτωπος με την εκπληκτική αντίθεση μεταξύ των εγχώριων και των διεθνών προσδοκιών για την αμερικανική οικονομία υπό τη διακυβέρνηση Τραμπ, αλλά και για το τι σημαίνει αυτή για τον υπόλοιπο κόσμο. Συγκεκριμένα, τον ενθουσιασμό των Ηνωμένων Πολιτειών για υψηλότερη ανάπτυξη, δεν τον μοιράζεται η διεθνής κοινότητα που έχει καθηλωθεί από την απειλή ενός άμεσου εμπορικού πολέμου.

Υποψιάζομαι ότι οι ανησυχίες στο εξωτερικό θα αποδειχθούν υπερβολικές, δεδομένου του αμερικανικού συστήματος, του οποίου τα αντίβαρα προειδοποιούν για τις απειλές στην οικονομική ευημερία. Αλλά αυτό το μπερδεμένο σενάριο προσφέρει ελάχιστη διαβεβαίωση σε μια παγκόσμια οικονομία που απελπισμένα χρειάζεται υψηλότερη και ανοικτή σε όλους ανάπτυξη.

Η πλήρης υλοποίηση των μεγάλων οικονομικών δυνατοτήτων της Αμερικής, και των οφελών που θα συσσωρεύονταν για άλλες χώρες, απαιτεί από τη διακυβέρνηση Τραμπ να ηγηθεί με επιτυχία μιας αναβίωσης και στις διεθνείς πολιτικές.

Οι αμερικανικές επιχειρήσεις είναι ενθουσιασμένες με τις προθέσεις του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να μειώσει τους εταιρικούς φόρους, να χαλαρώσει τους κανονισμούς, να βελτιώσει την υποδομή και να «ρίξει» κυβερνητικά κονδύλια στην οικονομία. Πιστεύουν ότι, αν φέρει υψηλότερη ανάπτυξη και πληθωρισμό, αυτά θα μεταφραστούν σε περισσότερη ζήτηση για τα προϊόντα που πουλάνε και σε δυνατότητα για υψηλότερη τιμολόγηση. Αυτός καθαυτός, ο ιδιωτικός τομέας θα επένδυε περισσότερα σε παραπάνω παραγωγική ικανότητα, πιθανώς χρησιμοποιώντας και κεφάλαια που αυτή τη στιγμή παραμένουν στο εξωτερικό και τα οποία θα ήταν φθηνότερο να «επαναπατριστούν».

Εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών, η άποψη είναι διαφορετική. Έχει επηρεαστεί πάρα πολύ από τον κίνδυνο η Αμερική να επιβάλει εξοντωτικούς δασμούς εισαγωγής, να διαλύσει διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες και να εξευτελίσει εταιρίες με εγκαταστάσεις παραγωγής στο εξωτερικό. Σε έναν τέτοιο κόσμο, η πιθανότητα παράπλευρων, ωφέλιμων συνεπειών από την υψηλότερη ανάπτυξη στις ΗΠΑ, θεωρείται ασύνδετη δεδομένων των επερχόμενων διακοπών στις διασυνοριακές αλυσίδες παραγωγής και κατανάλωσης.

Κάτι που έρχεται σε αντίθεση με αυτές τις ανησυχίες, είναι η ιστορία του αμερικανικού συστήματος που περιλαμβάνει μεγάλες οικονομικές παρεκκλίσεις, οι οποίες κάποιες φορές ήταν για καλό και κάποιες φορές όχι. Αντίβαρα που ισχύουν εδώ και χρόνια, στα τμήματα που συνθέτουν την κυβέρνηση (το εκτελεστικό, το δικαστικό και το νομοθετικό) περιορίζουν την εξουσία οποιουδήποτε μεμονωμένου μέρους από αυτά, ιδιαίτερα της προεδρίας. Σε συνδυασμό με πολυετείς διεθνείς αλληλεπιδράσεις που έχουν οδηγήσει σε ένα κουβάρι παγκόσμιων σχέσεων για τις αμερικανικές εταιρίες και τα νοικοκυριά, όλο αυτό ελαττώνει την πιθανότητα μιας μεγάλης στροφής στον προστατευτισμό.

Όταν η κατάσταση γίνει κάπως πιο πιεσμένη, ένας πρώτος γύρος μικροδιορθώσεων στο εμπορικό σύστημα, μέσω μιας προσέγγισης «ανταμοιβής και τιμωρίας», είναι πιο πιθανός σε σχέση με αναταράξεις από μια διάλυση της Nafta, έναν πόλεμο δασμών και μιας ακύρωσης των διμερών συμφωνιών του ελεύθερου εμπορίου.

Ταυτόχρονα, το να κατονομάζονται συγκεκριμένες εταιρίες, μπορεί να οδηγήσει σε σταδιακά αυξανόμενες αποφάσεις υπέρ της παραγωγής εγχώρια, αλλά δεν θα προσφέρει στην νέα κυβέρνηση ένα επαρκώς αξιοποιήσιμο εργαλείο πολιτικής ώστε να επιτύχει τους στόχους της για την ανάπτυξη και την απασχόληση.

Αυτή η βραχυπρόθεσμη προσέγγιση, ωστόσο, έρχεται με δικές της δυσκολίες, δεδομένων των κινδύνων ενός ισχυρότερου δολαρίου καθώς η αμερικανική οικονομία θα ξεπερνά τον υπόλοιπο ανεπτυγμένο κόσμο και καθώς η πολιτική της Fed θα διευρύνει τη διαφορά στα επιτόκια. Όσο μεγαλύτερη είναι η ανατίμηση του δολαρίου, τόσο μεγαλύτερα θα είναι τα εμπόδια στην ανάπτυξη και τα εταιρικά κέρδη, και τόσο υψηλότερος θα είναι ο κίνδυνος για δεύτερο γύρο λιγότερο αβλαβών πρωτοβουλιών στο εμπόριο.

Προκειμένου οι ΗΠΑ να ξεδιπλώσουν τις σημαντικές οικονομικές τους δυνατότητες, η ηγεσία στις παγκόσμιες πολιτικές θα πρέπει να συνοδεύει την βιώσιμη εφαρμογή εγχώριων, φιλικών προς την ανάπτυξη μέτρων –δηλαδή, το επιδέξιο κλείσιμο συμφωνιών να συνδυαστεί με μια προσεκτική αναγνώριση βασικών ζητημάτων. Υπάρχουν δύο παραδείγματα που ταιριάζουν εδώ.

Στις οικονομικές διαπραγματεύσεις με την Κίνα, η προσοχή θα πρέπει να είναι λιγότερο στραμμένη στη διαχείριση του συναλλάγματος και περισσότερο σε μέτρα που σχετίζονται με τα πρότυπα εργασίας του Πεκίνου, τους περιορισμούς στην ξένη επένδυση και στην επιτάχυνση της μετατόπισης της οικονομίας, από την εξάρτηση από τις ξένες αγορές και τις κρατικές εταιρίες, προς μια ανάπτυξη που θα οδηγείται από την κατανάλωση.

Για την Ευρώπη, η προσοχή να στραφεί λιγότερο στο Brexit και περισσότερο στο τι θα πρέπει να κάνουν μεμονωμένες χώρες για να πυροδοτήσουν φιλικές στην ανάπτυξη, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και, όπου υπάρχει περιθώριο από τον προϋπολογισμό, για να υιοθετήσουν πιο τονωτική, δημοσιονομική πολιτική.

Σε συνεργασία πρώτα με την G7 και έπειτα με την G20, ο πρόεδρος Τραμπ μπορεί να σταθεί ο καταλύτης για την αναβίωση της διεθνούς πολιτικής που θα κινείται παράλληλα στην εγχώρια ατζέντα του και θα την ενισχύει. Θα ήταν προς το συμφέρον των άλλων χωρών να συμμετάσχουν. Εκτός κι αν συμβαδίσουν με την προσαρμογή των αμερικανικών πολιτικών, οι αποκλίσεις σε οικονομία και πολιτικές θα προκύψουν από την επικύρωση προστατευτικών δυνάμεων που μπορούν -και πρέπει- να διαλυθούν ουσιαστικά και από την αρχή, μέσα από συντονισμένες προσπάθειες να μεγαλώσει η παγκόσμια πίτα και όχι μόνο από μάχες για το πώς θα μοιραστεί.

*Ανώτατος οικονομικός σύμβουλος στην Allianz και συγγραφέας του βιβλίου «The Only Game in Town»

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus