Η «corporate America» βάλλει κατά Τραμπ

Καταιγιστικές οι αντιδράσεις μεγάλων ομίλων στο διάταγμα που απαγορεύει την είσοδο μουσουλμάνων επτά χωρών στις ΗΠΑ. Ο κλάδος της τεχνολογίας ηγείται των αντιδράσεων.

Η «corporate America» βάλλει κατά Τραμπ
FT reporters

Η κίνηση του Ντόναλντ Τραμπ να απαγορεύσει την είσοδο μουσουλμάνων μεταναστών έχει πυροδοτήσει βίαια κριτική από αμερικανικές εταιρείες, οδηγώντας τον πρόεδρο Τραμπ σε μια επική σύγκρουση για τις αμερικανικές αξίες και τη νομιμότητα των νέων μέτρων, μία μόλις εβδομάδα μετά την ανάληψη των καθηκόντων του.

Μια αυξανόμενη βοή καταδίκης σηκώθηκε από τον τεχνολογικό κλάδο το Σάββατ, με εταιρείες -περιλαμβανομένων των Google, Microsoft και Uber- να εκδίδουν ανακοινώσεις ανησυχίας για τη νέα πολιτική.

Οι ιδρυτές πολλών από των πλέον διακεκριμένων εταιρειών της Silicon Valley έχουν οικογενειακούς δεσμούς με τις χώρες που εξαιρέθηκαν από το διάταγμα Τραμπ, περιλαμβανομένου του αποθανόντος Steve Jobs, συνιδρυτή της Apple, του οποίου ο βιολογικός πατέρας ήταν Σύριος πρόσφυγας.

Ο Tim Cook, CEO της Apple, έγραψε ένα memo στο προσωπικό, το οποίο ήρθε εις γνώσιν των Financial Times, τονίζοντας ότι η απαγόρευση «δεν είναι πολιτική που εμείς [Apple] στηρίζουμε» και η εταιρεία «απευθύνθηκε στον Λευκό Οίκο για να εξηγήσει το αρνητικό αντίκτυπο στους εργαζόμενους και στην εταιρεία».

«Η Apple είναι ανοικτή. Ανοικτή στον καθένα, χωρίς σημασία για το από πού προέρχονται, ποια γλώσσα μιλούν, ποιον αγαπούν ή ποιο θεό πιστεύουν», έγραψε.

Ο επικεφαλής της Uber, Travis Kalanick, δήλωσε ότι το διάταγμα θα μπορούσε να επηρεάσει μια ντουζίνα εργαζομένων της εταιρείας όπως και εκατοντάδες οδηγούς. Η εταιρεία δήλωσε πως θα αποζημιώσει «pro-bono» αυτούς τους οδηγούς που βρέθηκανε εκτός χώρας όταν το διάταγμα τέθηκε σε ισχύ και γι’ αυτό θα βρεθούν τις επόμενες ενενήντα ημέρες να μην μπορούν «να κερδίσουν τα προς το ζην και να στηρίξουν τις οικογένειές τους».

Ο Kalanick δήλωσε πως πιστεύει ότι η απαγόρευση θα «επηρεάσει πολλούς αθώους ανθρώπους» και σχεδιάζει να το πει στον Ντ. Τραμπ, όταν αυτός και άλλα μέλη της επιχειρηματικής συμβουλευτικής επιτροπής συναντηθούν μαζί του την προσεχή Παρασκευή.

Την ίδια στιγμή, η Microsoft δήλωσε πως «δουλεύει ενεργά για να προσφέρει νομικές υπηρεσίες και βοήθεια» στους εργαζόμενους από τις συγκεκριμένες χώρες, τονίζοντας ότι όλοι τους ήταν νόμιμα στις ΗΠΑ. «Οι κλειστές πόρτες διχάζουν περαιτέρω τις ΗΠΑ», είπε μέσω twitter o Brian Chesky. «Ας βρούμε όλοι μαζί τρόπους να ενώσουμε τους ανθρώπους, όχι να τους διχάσουμε».

Τεχνολογικές εταιρείες λένε πως η μεταναστευτική πολιτική Τραμπ ήδη υπονομεύει τη δυνατότητά τους να προσλάβουν και να διατηρήσουν ταλέντα μηχανικών από το εξωτερικό. Ο Amit Kumar, επικεφαλής της εταιρείας Trimian, δήλωσε στους FT ότι ήδη πολλές start-up αυξάνουν το μέγεθος των γραφείων τους εκτός ΗΠΑ.

«Η στροφή ήταν άμεση, ήταν δραματική, οι άνθρωποι σκέφτονται ποια είναι η κατάλληλη χώρα να εγκαταστήσουν τις δραστηριότητές τους», δήλωσε. «Το βλέπω αυτό σε όλο το φάσμα».

Πολλοί εργαζόμενοι στον χώρο της τεχνολογίας, ακόμα και αυτοί που έγιναν πολίτες των ΗΠΑ, προβληματίζονται με τη στροφή στη μεταναστευτική πολιτική. «Δεν φαίνεται να είμαστε το ίδιο ευπρόσδεκτοι όσο χθες», προσέθεσε ο Kumar.

Η Google, η οποία κάλεσε προσωπικό της που ταξίδευε στο εξωτερικό να επιστρέψει άμεσα, άσκησε κριτική στο πρόγραμμα και δεσμεύτηκε να μεταφέρει τις ανησυχίες της σε πολιτικούς στην Ουάσιγκτον.

«Ανησυχούμε για τις συνέπειες του διατάγματος και όποιες προτάσεις θα βάλουν περιορισμούς στους Googlers και στις οικογένειές τους, ή θα δημιουργήσουν φραγμούς στο να φέρουμε σπουδαία ταλέντα στις ΗΠΑ», δήλωσε η εταιρεία.

Ο Mark Zuckerberg, ιδρυτής του Facebook, την Παρασκευή άσκησε επίσης κριτική στο πρόγραμμα. «Χρειάζεται να κρατήσουμε ασφαλή τη χώρα αλλά πρέπει να το κάνουμε πιέζοντας ανθρώπους που πραγματικά θέτουν κινδύνους», ανέφερε σε ανάρτηση στο Facebook.

«Επεκτείνοντας την ισχύ της επιβολής του νόμου σε ανθρώπους πέραν αυτών που είναι πραγματικός κίνδυνος, θα κάνει όλους τους Αμερικανούς λιγότερο ασφαλείς, εκτρέποντας πόρους, ενώ εκατομμύρια ανθρώπων που δεν έχουν χαρτιά αλλά δεν αποτελούν κίνδυνο θα ζουν με τον φόβο της απέλασης», δήλωσε.

Τον ακολούθησαν το σαββατοκύριακο, καταδικάζοντας το διάταγμα, οι Reed Hastings, επικεφαλής της Netflix, και Elon Musk, ιδρυτής της Tesla και της SpaceX, που υπηρετεί στο οικονομικό συμβούλιο του Τραμπ.

«Οι κινήσεις του Τραμπ πληγώνουν τους εργαζόμενους της Netflix ανά τον κόσμο και είναι τόσο αντιαμερικανικές που μας πονούν όλους», έγραψε στο Facebook o Hastings. «Ακόμα χειρότερα, αυτές οι πράξεις θα κάνουν την Αμερική λιγότερο ασφαλή, μέσω του μίσους και της απώλειας συμμάχων, αντί για περισσότερο ασφαλή».

Ο Musk δήλωσε: «Πολλοί άνθρωποι που επηρεάζονται αρνητικά από αυτή την πολιτική είναι ισχυροί υποστηρικτές των ΗΠΑ. Κινήθηκαν σωστά, όχι λάθος, και δεν τους αξίζει να απορρίπτονται… Η τυφλή απαγόρευση πολιτών από ορισμένες μουσουλμανικές χώρες δεν είναι ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις της χώρας».

Το διάταγμα είναι ένα τελευταίο παράδειγμα κινήσεων του Τραμπ, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις αμερικανικές επιχειρήσεις, αλλά τοποθετεί ομίλους που δεν θα ήθελαν να τον ανταγωνίζονται σε δύσκολη θέση. Delta Air Lines, American Airlines, GM, Chrysler, Caterpillar, Citigroup, Bank of America και Pfizer αρνήθηκαν να σχολιάσουν. Η United Airlines δήλωσε πως εργάζεται με την κυβέρνηση για να εφαρμόσει την εντολή, ενώ η T-Mobile USA δήλωσε πως δεν είχε ακόμα «αρκετές πληροφορίες» για να πει πόσοι από το προσωπικό επηρεάζονται.

Οι επιχειρήσεις δεν ήταν οι μόνες που μίλησαν κατά του διατάγματος. Ξένοι ηγέτες, περιλαμβανομένων του Καναδού πρωθυπουργού Justin Trudeau, του Γάλλου προέδρου François Hollande και του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών καταδίκασαν την κίνηση Τραμπ, όπως έπραξαν πολλοί Δημοκρατικοί και κάποιοι Ρεπουμπλικάνοι.

«Το είδος του λόγου που τώρα έρχεται από τις ΗΠΑ ενθαρρύνει τον λαϊκισμό, ακόμα και τον εξτρεμισμό», τόνισε ο Hollande στη συνάντηση των χωρών του Νότου στη Λισαβόνα.

Υψηλόβαθμοι δημοκρατικοί στο Κογκρέσο επιτέθηκαν γρήγορα στην απαγόρευση που ήταν κομβικό σημείο της προεκλογικής εκστρατείας Τραμπ, αλλά πολλοί πίστευαν ότι δεν θα εφαρμοστεί.

Η Nancy Pelosi δήλωσε: «Όπως το Αγαλμα της Ελευθερίας κρατά ψηλά τον πυρσό του καλωσορίσματος υπάρχουν δάκρυα στα μάτια της, καθώς βλέπει πόσο χαμηλά αυτή η διακυβέρνηση έπεσε στην αναλγησία της για τις μητέρες και τα παιδιά που δραπετεύουν από τον πόλεμο στη Συρία. Αυτή η διακυβέρνηση έχει μπερδέψει τη σκληρότητα με τη δύναμη στη στρατηγική της».

Ο δημοκρατικός Jerrold Nadler χαρακτήρισε το διάταγμα «μεροληπτικό» και «αηδιαστικό» καθώς συμμετείχε σε διαδήλωση έξω από το αεροδρόμιο JFK το Σάββατο.

Ο ρεπουμπλικανός Ben Sasse από τη Νεμπράσκα επίσης κριτίκαρε το διάταγμα χαρακτηρίζοντάς το «πολύ ευρύ». «Αν στέλνουμε μήνυμα στη Μέση Ανατολή ότι οι ΗΠΑ βλέπουν τους μουσουλμάνους ως τζιχαντιστές, οι τρομοκράτες κερδίζουν λέγοντας στα παιδιά τους ότι οι ΗΠΑ απαγορεύουν τους μουσουλμάνους και ότι είναι ενάντια στη θρησκεία μας», δήλωσε.

Σε δήλωσή του ο ρεπουμπλικανός Paul Ryan στήριξε το διάταγμα Τραμπ. «Είμαστε ένα φιλεύσπλαχνο έθνος και στηρίζω το πρόγραμμα μετεγκατάστασης προσφύγων, αλλά είναι ώρα να επαναξιολογήσουμε και να ενισχύσουμε το σύστημα έγκρισης βίζας… Ο πρόεδρος Τραμπ σωστά εξασφαλίζει ότι κάνουμε ό,τι είναι δυνατό για να γνωρίζουμε ακριβώς ποιος εισέρχεται στη χώρα μας», δήλωσε.

Ένα ακόμα μέλος του κογκρέσου αντέκρουσε τις κατηγορίες ότι το Διάταγμα υπερέβη τα εσκαμμένα. «Αυτό το Διάταγμα δεν επηρεάζει τη μεγάλη πλειοψηφία των μουσουλμάνων του κόσμου. Δεν επηρεάζει μεγάλο αριθμό κρατών όπου οι μουσουλμάνοι είναι πλειοψηφία. Η αναστολή βίζας εστιάζει μόνο στα έθνη στα οποία η τρομοκρατία δημιουργεί μεγάλη ανησυχία».

Κι όμως ο Dick Cheney, πρώην αντιπρόεδρος και αφοσιωμένος συντηρητικός, άσκησε κριτική στο Διάταγμα λέγοντας ότι «πάει ενάντια σε οτιδήποτε πιστεύουμε και υποστηρίζουμε».

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus