Αλήθειες και ψέματα για την άνοδο των λαϊκιστών

Oι λαϊκιστές δεν μπορούν να κερδίσουν χωρίς τη στήριξη από εκπροσώπους παραδοσιακών κομμάτων. Γιατί οι εκπλήξεις του 2016 είναι πιο δύσκολο να επαναληφθούν σε Ολλανδία, Γαλλία και Γερμανία.

Αλήθειες και ψέματα για την άνοδο των λαϊκιστών
του Jan-Werner Muller*

Ερωτώμενος πρόσφατα τι μπορούν να διδαχθούν οι φιλελεύθεροι από το annus horribilis του 2016, ο ιστορικός Τίμοθι Γκόρντον Ας απάντησε πως πρέπει να αποφεύγουν την αγελαία σκέψη και τη συμβατική σοφία.

Στο περσινό Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός, η ψήφος υπέρ του Brexit και η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ ήταν σύμφωνα με τη συμβατική σοφία αδύνατο να συμβούν. Φέτος, έγινε δεκτό ως δεδομένο πως ένα ασταμάτητο κύμα λαϊκισμού σαρώνει την Δύση, ένα κύμα που θα ανατρέψει τις πολιτικές ελίτ στις επερχόμενες εκλογές στην Ολλανδία, στη Γαλλία και στη Γερμανία.

Ωστόσο η εικόνα αυτή αποτυγχάνει πλήρως να συλλάβει ένα απλό, αλλά κρίσιμο γεγονός: οι λαϊκιστές δεν κέρδισαν πουθενά την πλειοψηφία χωρίς την συνεργασία με καθιερωμένους συντηρητικούς πολιτικούς.

Η ιδέα μιας παγκόσμιας τάσης ενός «αντικαθεστωτικού αισθήματος» δεν αποτελεί μια ουδέτερη περιγραφή της πολιτικής πραγματικότητας. Οι ίδιοι οι λαϊκιστές πολιτικοί προωθούν μιας μορφής θεωρία ντόμινο. Η Μαρίν Λεπέν αναφώνησε σε συγκέντρωση Ευρωπαίων λαϊκιστών τον Ιανουάριο ότι: «το 2016 ήταν η χρονιά που ξύπνησε ο αγγλοσαξωνικός κόσμος. Είμαι σίγουρη πως το 2017 θα είναι η χρονιά που θα ξυπνήσουν οι λαοί της ηπειρωτικής Ευρώπης». Ο Νάιτζελ Φάρατζ, ο πρώην ηγέτης του UKIP, μίλησε για ένα «τσουνάμι» και χαιρέτισε τους Ιταλούς ψηφοφόρους, οι οποίοι το Δεκέμβριο απέρριψαν τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις του πρώην πρωθυπουργού Ματέο Ρέντσι, γιατί επιτέθηκαν με «μπαζούκα» κατά της Ευρώπης.

Οι παραστατικές αυτές εικόνες είναι βαθύτατα παραπλανητικές. Ο κ. Φάρατζ δεν πέτυχε από μόνος του την ψήφο υπέρ του Brexit. Είχε ανάγκη δύο καθιερωμένους συντηρητικούς πολιτικούς, τον Μπόρις Τζόνσον και τον Μάικλ Γκόουβ. Ακόμα πιο σημαντικό είναι πως η ψήφος υπέρ της αποχώρησης δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας αυθόρμητης αντικαθεστωτικής αντίδρασης από τους αδύναμους. Ο ευρωσκεπτικισμός, κάποτε μια περιθωριακή θέση στα συντηρητικά κόμματα, είχε καλλιεργηθεί για χρόνια από τα ταμπλόιντ και τους «αντάρτες» βουλευτές.

Ο πρόεδρος Τραμπ δεν κέρδισε και αυτός ως ένας ανεξάρτητος υποψήφιος κάποιου λαϊκίστικου κινήματος. Ο κ. Φάρατζ είχε τους κύριους Τζόνσον και Γκόουβ, ενώ ο κ. Τραμπ μπορούσε να βασιστεί στις ευλογίες Ρεπουμπλικάνων όπως ο Νιούτ Γκίνγκριχ, ο Κρις Κρίστι και ο Ρούντι Τζιουλιάνι.

Πράγματι, πολλοί διακεκριμένοι Ρεπουμπλικάνοι αντιτάχθηκαν στην άνοδο του, αλλά το κόμμα δεν τον αποκήρυξε ποτέ. Η κομματική ταυτότητα παραμένει ο πιο σημαντικός παράγοντας στην εξήγηση του εκλογικού αποτελέσματος: το 90% όσων αυτοχαρακτηρίζονται Ρεπουμπλικάνοι ψήφισαν υπέρ του κ. Τραμπ.
Ορισμένοι θα είχαν ψηφίσει υπέρ του ακόμα και αν δεν ήταν στο τρένο των Ρεπουμπλικάνων. Αλλά ένας Τραμπ που θα ήταν ανεξάρτητος υποψήφιος είναι βέβαιο πως δεν θα γινόταν πρόεδρος.

Ακόμα περισσότερο, η ιδέα ενός ασταμάτητου λαϊκιστικού κινήματος έχει αμφισβητηθεί από τα γεγονότα στην Αυστρία, όπου το Δεκέμβριο υπήρχαν ισχυρές προβλέψεις για νίκη του ακροδεξιού Νόρμπερτ Χόφερ στις προεδρικές εκλογές. Αντίθετα, ένας μετριοπαθής πολιτικός με την στήριξη των Πρασίνων, ο Αλεξάντερ φαν ντερ Μπέλεν, έσωσε την παρτίδα.

Αυτό που φαίνεται ως μια παρέκκλιση, μπορεί να περιλαμβάνει πολύτιμα μαθήματα. Πολλοί συντηρητικοί πολιτικοί τάχθηκαν κατά του κ. Χόφερ, ειδικά τοπικοί δήμαρχοι και περιφερειάρχες που έχουν απήχηση στους Αυστριακούς της υπαίθρου. Δεν είναι αναπόφευκτο λοιπόν το χάσμα ανάμεσα σε μια ύπαιθρο που γίνεται πιο λαϊκιστική και στις αστικές περιοχές που παραμένουν πιστές στο φιλελευθερισμό.

Είναι σημαντικό να μην περιορίζουμε την προσοχή μας στα λαϊκιστικά κόμματα. Πρέπει να έχουμε το βλέμμα μας και σε άλλους πολιτικούς και να γνωρίζουμε ότι ορισμένες φορές αυτά που θεωρούνται παραδοσιακά συντηρητικά ή χριστιανοδημοκρατικά κόμματα μετατρέπονται σε λαϊκιστικά, ανατρέποντας την ξεκάθαρη διάκριση ανάμεσα στο κατεστημένο και τους αντικαθεστωτικούς.

Το Fidesz του Ούγγρου πρωθυπουργού, Βίκτορ Όρμπαν, δεν ήταν πάντοτε ένα λαϊκιστικό κόμμα και δεν κατέβηκε με μια λαϊκιστική πλατφόρμα στις εκλογές του 2010. Μόνο μετά τις εκλογές μεταμορφώθηκε ο κ. Όρμπαν σε έναν βαθιά αντιφιλελεύθερο, αντιευρωπαϊστή ηγέτη ο οποίος υπονόμευε συστηματικά το κράτος δικαίου και τη δημοκρατία στη χώρα του. Παρομοίως, το κόμμα του Νόμου και της Δικαιοσύνης του Γιάροσλαβ Καζίνσκι παρουσιάστηκε με ένα συνειδητά μετριοπαθές πρόσωπο στις πολωνικές εκλογές του 2015, για να ακολουθήσει το μονοπάτι του κ. Όρμπαν αμέσως μετά την εξασφάλιση της πλειοψηφίας.

Ως τώρα, φαίνεται πως δεν υπάρχουν συντηρητικοί συνεργάτες στις τρεις μεγάλες χώρες που θα διεξαχθούν εκλογές φέτος. Στην Ολλανδία, ο Γκέερτ Βίλντερς παραμένει απομονωμένος (αν και ο πρωθυπουργός Μαρκ Ρούτε είχε βασιστεί κατά το παρελθόν στην στήριξη του για μια κυβέρνηση μειοψηφίας).

Αν και αποτελεί συμβατική σοφία ότι η κα. Λεπέν θα περάσει στο δεύτερο γύρο των γαλλικών προεδρικών εκλογών, ακόμα και αν το επιτύγχανε, πολύ δύσκολα θα κέρδιζε την πλειοψηφία στον επαναληπτικό. Το λαϊκιστικό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (ΑfD) δεν έχει βρει ακόμα κομματικούς εταίρους.
Ακόμα και έτσι, δεν πρέπει να υποτιμάει κανείς τον οπορτουνισμό των πολιτικών του κατ' όνομα κατεστημένου. Άλλωστε, έχει εκδηλωθεί απροκάλυπτα από Ρεπουμπλικάνους μετά τον αναπάντεχο θρίαμβο του κ. Τραμπ.

*Ο αρθρογράφος είναι καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο Princeton και συγγραφέας του βιβλίου «What is Popilism;»

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus