Τρίζουν τα θεμέλια της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών

Η νομισματική πολιτική επιβάλλει αποφάσεις που είναι πρωτίστως πολιτικές. Η επιστολή που βάζει στο στόχαστρο τη FED και πώς ανατρέπονται τα οικονομικά μοντέλα του χθες.

Τρίζουν τα θεμέλια της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών
του Wolfgang Münchau

Θα δυσκολευτείτε να βρείτε ένα πιο ισχυρό σύμβολο των αλλαγών που περιμένουν τη φιλελεύθερη οικονομική μας τάξη, από μια επιστολή που έγραψε ο Patrick McHenry στην Janet Yellen.

Ο αντιπρόεδρος της επιτροπής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ αναρωτήθηκε για το δικαίωμα της προέδρου της FED να διαπραγματεύεται κανόνες χρηματοπιστωτικής σταθερότητας «μεταξύ γραφειοκρατών του πλανήτη στο εξωτερικό… χωρίς την εξουσία να το κάνει».

Σπάνια η αντίθεση στη χρηματοπιστωτική παγκοσμιοποίηση έχει εκφραστεί τόσο συνοπτικά. Η επιστολή εγείρει δύο ερωτήματα. Οι πολιτικοί όροι για την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών υφίστανται ακόμα στις ΗΠΑ και στον κόσμο; Αν ναι, ποιος πρέπει να είναι ο σκοπός τους;

Η απάντησή μου στην πρώτη ερώτηση είναι «ναι και όχι». Οι όροι για την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών δεν είναι πλέον σε ισχύ σε όλες τις χώρες και όπου είναι, κάποιος πρέπει να εξασφαλίσει ότι η ανεξαρτησία είναι αυστηρά προσδιορισμένη από τις εντολές (mandate) της τράπεζας.

Αυτές διαφέρουν ανάλογα με τις αρμοδιότητες. Το καταστατικό της FED ορίζει τον ρόλο της ως την εξασφάλιση της μέγιστης απασχόλησης, της εξασφάλισης σταθερότητας στις τιμές και μετριοπαθών μακροπρόθεσμων επιτοκίων. Η βασική οδηγία της ΕΚΤ είναι να εξασφαλίσει σταθερότητα τιμών, ενώ η Τράπεζα της Αγγλίας στοχεύει σε έναν βασικό στόχο πληθωρισμού.

Πρέπει να θυμόμαστε ότι η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών δεν είναι η φυσιολογική ροή των πραγμάτων. Οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες χρησιμοποιούσαν κυβερνητικές υπηρεσίες μέχρι σχετικά πρόσφατα και ήταν αντικείμενο πολιτικών οδηγιών, συνήθως από τον υπουργό Οικονομικών. Εγιναν ανεξάρτητες μετά την περίοδο της αστάθειας των τιμών τις δεκαετίες 1970-1980, που δημιούργησαν μια κοινή συναίνεση σε πολλές χώρες για το τι πρέπει να κάνει μια κεντρική τράπεζα.

Αν σχεδόν όλοι συμφωνούν για τον στόχο μιας τεχνικά πολύπλοκης πολιτικής, τότε τα επιχειρήματα υπέρ της ανεξαρτησίας μιας κεντρικής τράπεζας ισχύουν και πρέπει να αφήσουμε την εφαρμογή της πολιτικής στους «ειδικούς».

Το βασικό επιχείρημα για την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας, τότε, δεν είναι ότι πετυχαίνει καλύτερα αποτελέσματα αλλά ότι συμφωνούμε στο τι πρέπει να κάνει. Στις περισσότερες χώρες αυτή η «ομοφωνία» ισχύει, περιλαμβανομένων των ΗΠΑ. Αλλά η επιστολή του McHenry μάς λέει επίσης ότι η στήριξη σε έναν ευρύτερο ορισμό της ανεξαρτησίας της κεντρικής τράπεζας δεν είναι τόσο ισχυρή όσο στο παρελθόν.

Όταν σπάσει η κοινή συνισταμένη για τους στόχους της νομισματικής πολιτικής, η έννοια της ανεξαρτησίας της κεντρικής τράπεζας γίνεται δυσκολότερα υπερασπίσιμη σε όρους Δημοκρατίας. Η κατάσταση στις ΗΠΑ διαφέρει από αυτή στην Ευρώπη σε ένα βασικό παράγοντα: ο στόχος της νομισματικής πολιτικής έχει πολύ πιο ευρύ ορισμό.

Σε ένα επίπεδο αυτό κάνει ευκολότερη την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας. Οι στόχοι είναι τόσο ευρείς που είναι δύσκολο να διαφωνήσεις μαζί τους. Τι γίνεται όμως αν οι στόχοι έρχονται σε σύγκρουση; Συμφωνώ με τον Otmar Issing, πρώην επικεφαλής οικονομολόγο της ΕΚΤ, ότι η ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας είναι πολιτικά δικαιολογημένη, μόνο στοχεύει σε μια συγκεκριμένη πολιτική μεταβλητή, τη σταθερότητα των τιμών στην περίπτωση της ΕΚΤ.

Η ύπαρξη δύο στόχων υποδηλώνει ότι πρέπει να γίνουν συμβιβασμοί, κάτι που δομικά είναι πολιτικό καθήκον. Η ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας απαιτεί περισσότερα από μια ευρεία συμφωνία για τον στόχο. Αυτό που απαιτεί επίσης είναι ένας βαθμός συμφωνίας ως προς το τι η σταθερότητα τιμών, για παράδειγμα, σημαίνει πραγματικά. Αυτό είναι ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο θέμα στην ευρωζώνη, όπου η Γερμανία δεν δέχτηκε ποτέ τον στόχο της ΕΚΤ για ετήσιο πληθωρισμό «κοντά αλλά κάτω από το 2%».

Ενας στόχος για τον πληθωρισμό κοντά στο 2% είναι στις ημέρες μας ευρέως αποδεκτός μεταξύ των κεντρικών τραπεζών. Αλλά τις δεκαετίες που προηγήθηκαν της χρυσής εποχής των κεντρικών τραπεζών, ανεξάρτητοι οικονομολόγοι «τσακώθηκαν» για τους συμβιβασμούς μεταξύ ανεργίας και πληθωρισμού.

Από τότε, το επάγγελμα συγκλίνει σε ένα νέο σύνολο πεποιθήσεων. Ενας χαμηλός αλλά θετικός πληθωρισμός στις μέρες μας θεωρείται συνεπής με τη μέγιστη απασχόληση. Αυτή η συναίνεση περιγράφεται από τον Γάλλο οικονομολόγο Olivier Blanchard ως «θεία σύμπτωση». Αλλά η εμπιστοσύνη σε αυτά τα οικονομικά μοντέλα είναι τόσο ανίσχυρη όσο η στήριξη στην ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών.

Μπορεί να βυθιστούν μαζί. Πού οδηγεί αυτό τις κεντρικές τράπεζες και τη συμμετοχή τους σε παγκόσμια φόρουμ γεμάτα «γραφειοκράτες ξένων κρατών»; -στα οποία αναφέρεται ο McHenry. Τα τελευταία δέκα χρόνια μάς δίδαξαν ότι η χρηματοοικονομική ρύθμιση είναι κυρίως πολιτικό, όχι τεχνοκρατικό θέμα. Εχει σημασία το πώς ρυθμίζουμε το τραπεζικό τοπίο, ποιες κεφαλαιακές ανάγκες επιβάλλουμε και τι κάνουμε όταν αποτυγχάνουν οι τράπεζες. Ο ρόλος των κεντρικών τραπεζών πρέπει να είναι να συμβουλεύουν τις χώρες και να προσφέρουν τεχνική υποστήριξη.

Ετσι, το εάν έχει δίκιο ή όχι ο McHenry δεν είναι το ζήτημα. Το πραγματικό γεγονός είναι ότι ένα γράμμα όπως το δικό του μας λέει ότι τα θεμέλια της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών δεν είναι τόσο ισχυρά όσο στο παρελθόν.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus