Η «απάτη» της συμφωνίας ΕΕ-Ιαπωνίας και οι βολικές προκαταλήψεις

Οι πανηγυρισμοί για μια εμπορική συμφωνία που απλά δεν υφίσταται και οι προκαταλήψεις που μας οδηγούν σε λάθος συμπεράσματα. Πώς πρέπει να φιλτράρονται οι πληροφορίες, για να αποφεύγουμε παγίδες.

Η «απάτη» της συμφωνίας ΕΕ-Ιαπωνίας και οι βολικές προκαταλήψεις
Του Wolfgang Münchau

Τα πιο επικίνδυνα fake news της εποχής μας είναι οι ιστορίες που εμπίπτουν στην κατηγορία «πολύ καλό για να είναι αληθινό». Όπως αυτό ότι ΕΕ και Ιαπωνία έφτασαν σε «εμπορική συμφωνία». Το πρόβλημα με την «εμπορική συμφωνία» ΕΕ-Ιαπωνίας είναι απλά ότι δεν είναι ακόμα εμπορική συμφωνία.

Τα δύσκολα κομμάτια απομένει να συμφωνηθούν, περιλαμβανομένης της ενοχλητικής ερώτησης αναφορικά με τα δικαστήρια που θα κρίνουν τους επενδυτές. Το τελευταίο ήταν ο λόγος που η οικονομική και εμπορική συμφωνία ΕΕ-Καναδά σχεδόν κατέρρευσε την περσινή χρονιά. Τα κοινοβούλια των κρατών-μελών της ΕΕ έγιναν έκτοτε πιο εχθρικά σε τέτοια «ιδιωτικά δικαστήρια», που παρακάμπτουν τα εθνικά συστήματα δικαιοσύνης.

Γιατί λοιπόν ΕΕ και Ιαπωνία ανακοίνωσαν μια συμφωνία που δεν είναι ακόμα έτοιμη; Δείτε τη συγκυρία. Είχε στόχο να είναι ένα «πραξικόπημα δημοσίων σχέσεων» παραμονές των G20. Η ΕΕ ήθελε να σηματοδοτήσει τη δέσμευσή της στο ελεύθερο εμπόριο και να απομονώσει τον Ντόναλντ Τραμπ.

Η χωρίς κριτική αποδοχή της ιστορίας της εμπορικής συμφωνίας ΕΕ-Ιαπωνίας είναι ένα καλό παράδειγμα αυτού για το οποίο οι ψυχολόγοι αναφέρονται ως «προκατάληψη επιβεβαίωσης» (confirmation bias), η τάση να φιλτράρουμε και να εξαιρούμε οτιδήποτε δεν είναι συμβατό με τις πεποιθήσεις μας.

Πιστεύουμε στο ελεύθερο εμπόριο, έτσι θέλουμε η συμφωνία ΕΕ-Ιαπωνίας να είναι αληθινή. Και μετά κάνουμε το μοιραίο βήμα να πιστεύουμε ότι είναι, καθώς αρνούμαστε να την αποκαλέσουμε αυτό που πραγματικά είναι: Μια επαίσχυντη προσπάθεια χειραγώγησης.

Αυτού του είδους οι προκαταλήψεις συναντώνται παντού. Σπάνια οι σχολιαστές στα μέσα ενημέρωσης περνούν τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ αυτού που θέλουν να είναι αλήθεια και αυτού που προβλέπουν ότι θα συμβεί.

Στις συζητήσεις για το Brexit, αυτοί που υποστήριξαν την έξοδο της χώρας από την ΕΕ υποτίμησαν τα πολλά τεχνικά προβλήματα. Οι υποστηρικτές του Remain αρχικά αξιολόγησαν λάθος την πολιτική δυναμική και στη συνέχεια υπερέβαλαν με την πιθανότητα αντιστροφής του Brexit. Τώρα «σηκώνουν» την ισχυρότερη οικονομική ανάπτυξη της ευρωζώνης το πρώτο τρίμηνο της χρονιάς.

Η συμπεριφορά τους δεν είναι καλύτερη από αυτή των οπαδών του Brexit. Η ιστορία βολικά αγνοεί τι συνέβη τα προηγούμενα οκτώ χρόνια. Η ευρωζώνη έπεσε σε πιο βαθιά τρύπα από τη Μεγάλη Βρετανία μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση και τώρα επιστρέφει λίγο γρηγορότερα. Τα επίσημα ποσοστά ανεργίας υποχωρούν. Αλλά όπως μας θύμισε ο Peter Praet, επικεφαλής οικονομολόγος στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η εκτίμηση για την οικονομία της ευρωζώνης είναι διαφορετική αν δεις μια ευρύτερη μέτρηση της ανεργίας που περιλαμβάνει την ποιότητα της εργασίας και τον μεγάλο αριθμό των αποθαρρυμένων εργατών (σ.σ. μη αναζητούντων εργασία). Με αυτή τη μέτρηση, η ανεργία στην ευρωζώνη υπολογίζεται στο 18%.

Αυτή δεν είναι μια ιστορία που συμβαδίζει εύκολα με το αφήγημα μιας επιτυχημένης ευρωζώνης και μιας επικείμενης αποτυχίας της Μεγάλης Βρετανίας.

Αλλο παράδειγμα «προκατάληψης επιβεβαίωσης» είναι η συζήτηση για το μέλλον του ευρώ. Δεν είναι σύμπτωση το ότι οι ευρωσκεπτικιστές δεν ονειρεύονται τίποτε άλλο από τη διάλυση του ευρώ. Συνεχίζουν να υποτιμούν την πολιτική συνοχή της ευρωζώνης. Οι υπέρμαχοι του ευρώ δεν είναι καλύτεροι. Η έμφυτη αυτοπεποίθησή τους για τη σειρά αποτυχιών της τραπεζικής ένωσης και την αύξηση των μακροοικονομικών ανισορροπιών είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη σταθερότητα του ενιαίου νομίσματος.

Ο ψυχολόγος Daniel Kahneman έχει αναδείξει δύο περαιτέρω πηγές προκαταλήψεων στο βιβλίο του «Thinking, Fast and Slow». Η μία είναι η «προκατάληψη της ενόρασης». Ο Kahneman παρουσιάζει ως παράδειγμα τη δημοφιλή σήμερα αντίληψη ότι η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση ήταν δεδομένο ότι θα συνέβαινε. Η αλήθεια είναι ότι μόνο μια μειοψηφία τραπεζιτών, αναλυτών, δημοσιογράφων και πολιτικών την περίμεναν.

Η δεύτερη προκατάληψη που αναφέρει είναι η «προκατάληψη αποτελέσματος», όπου κρίνουμε ότι μια απόφαση είναι σωστή ή λάθος από το εάν ήταν επιτυχημένη ή όχι.

Χειροκροτήσαμε τους διαχειριστές hedge funds όταν στοιχημάτισαν ενάντια στην αγορά subprime στις ΗΠΑ, όταν το στοίχημά τους αποδείχτηκε σωστό. Τι θα γινόταν όμως αν η κρίση των subprimes ξεσπούσε ένα χρόνο αργότερα; Το στοίχημα μπορεί να μην ήταν επιτυχημένο και η αντίληψή μας θα ήταν η αντίθετη.

Το να ξεφορτωθείς αυτές τις προκαταλήψεις είναι δύσκολο. Θέλουμε οι κρίσεις μας να επιβεβαιώνονται, οι προβλέψεις μας να βγαίνουν αληθινές και η επαγγελματική μας υπόληψη να είναι σεβαστή.

Η «προκατάληψη επιβεβαίωσης» είναι σαν ναρκωτικό. Αισθάνεσαι υπέροχα όταν επιβεβαιώνεις τις πεποιθήσεις σου, αλλά όχι και τόσο όταν ξυπνάς το πρωί και ανακαλύπτεις ότι η χώρα σου έφυγε από την ΕΕ.
Τι να κάνεις μ’ αυτό; Ο έλεγχος των γεγονότων δεν είναι απάντηση. Δεν μας λείπουν τα γεγονότα ή η πρόσβαση σε στοιχεία. Το πρόβλημα με την «προκατάληψη επιβεβαίωσης» είναι ότι φιλτράρουμε και αφαιρούμε αυτά που είναι «άβολα». Το να προσπαθείς να δημιουργείς επιχειρήματα για την αντίθετη άποψη από αυτή που πιστεύεις είναι μια καλή εξάσκηση.

Στην ιστορία της εμπορικής συμφωνίας ΕΕ-Ιαπωνίας, θα ήταν αρκετό να κάνεις μιας αντίθετη υπόθεση: θα επέλεγαν ΕΕ και Ιαπωνία παραμονές του G20 να δηλώσουν ότι απέτυχαν πλήρως στο να φτάσουν σε συμφωνία;

Αν το πιστεύεις αυτό, πιστεύεις τα πάντα.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus