Ψάχνουν πού θα... δανείσουν τα hedge funds

Στις διεθνείς αγορές στρέφονται τα αμερικανικά funds στον αγώνα για επικερδή δάνεια. Πώς χρηματοδότησαν την αγορά της Μίλαν από τους Κινέζους. Το προφίλ των deals.

Ψάχνουν πού θα... δανείσουν τα hedge funds
της Lindsay Fortado

Οι εταιρίες private equity και τα hedge funds δανείζουν σε εταιρίες με το υψηλότερο επιτόκιο στην ιστορία, πιέζοντας ανοδικά τον ανταγωνισμό στον τομέα και αναγκάζοντας τα funds να στραφούν εκτός ΗΠΑ σε αναζήτηση περισσότερων ευκαιριών.

Ο δανεισμός στον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος άνθησε ενόσω τα μετα-κρίσης ρυθμιστικά μέτρα περιόριζαν το ποσό που ήταν πρόθυμες οι τράπεζες να δανείσουν, αυξάνεται με ρυθμό που δεν έχουμε δει μετά το μπουμ της βιομηχανίας hedge fund στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Τα funds ιδιωτικής πίστωσης διαχειρίζονταν περίπου 600 δισ. δολάρια στα τέλη της προηγούμενης χρονιάς, σύμφωνα με στοιχεία της ερευνητικής εταιρίας Preqin.

Αυτό το νούμερο θα μπορούσε να αυξηθεί σε ένα τρισ. δολάρια μέχρι το 2020, σύμφωνα με δύο lobby groups της βιομηχανίας, του Alternative Credit Council και της Alternative Investment Management Association, αλλά και σύμφωνα με το δικηγορικό γραφείο Dechert, σε έκθεση που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη.

«Το σύνολο των ευκαιριών διευρύνεται, αλλά ο βαθμός του ανταγωνισμού για αυτές τις ευκαιρίες επίσης αυξάνεται, καθώς η βιομηχανία έχει δει όλο και περισσότερους συμμετέχοντες και καθώς το κεφάλαιο που έχει συγκεντρωθεί από τα private debt funds έχει σημειώσει άνοδο», τόνισε ο Gus Black, εταίρος στην Dechert που ειδικεύεται στη συμβουλευτική επάνω σε αυτού του είδους τις συμφωνίες. Αυτό «έχει οδηγήσει τις πιέσεις στην τιμολόγηση».

Το μέγεθος του «dry powder» -του χρήματος που δεν αξιοποιείται- επίσης βρίσκεται σε χαμηλό, παρά το ρεκόρ των κεφαλαίων που διαχειρίζεται η βιομηχανία. Περίπου το ένα τρίτο των υπό διαχείριση κεφαλαίων αυτή τη στιγμή δεν είναι επενδεδυμένο, σηματοδοτώντας το χαμηλότερο επίπεδο από τα τέλη του 2013, αλλά και ένα από τα πιο χαμηλά επίπεδα από το 2000 και μετά.

Οι επενδυτές συρρέουν στην ιδιωτική πίστωση, σε αναζήτηση κάποιες φορές διψήφιων αποδόσεων, καθώς τα επιτόκια παραμένουν χαμηλά, κάποιες στρατηγικές hedge funds πλήττονται και οι εταιρίες private equity έχουν μείνει με έτοιμα προς χρήση μετρητά σε επίπεδα ρεκόρ.

Πρόσφατα παραδείγματα συμφωνιών περιλαμβάνουν την χορήγηση μέρους της χρηματοδότησης από την Elliott Management στον Κινέζο επενδυτή Yonghong Li προκειμένου να αγοράσει την AC Milan για 740 εκατ. ευρώ, την χορήγηση δανείου 22 εκατ. στερλινών από την CQS σε μια εταιρία τηλεπικοινωνιών και την δανειοδότηση 125 εκατ. ευρώ από την KKR σε μια ολλανδική εταιρία ανάπτυξης πάρκων διακοπών.

Περίπου τα δύο τρίτα των επενδύσεων στοχεύουν σε όρους μεταξύ δύο και έξι ετών, ενώ η χρυσή τομή για το μέγεθος των δανείων είναι ανάμεσα σε 25 και 100 εκατ. δολάρια για σχεδόν το μισό χρέος, σύμφωνα με την νέα έκθεση.

Για τα funds, οι αποδόσεις μπορεί να ποικίλουν πολύ, ανάλογα με το πόσο «επικίνδυνος» είναι ο δανειολήπτης και με τους όρους των ντιλ. Ο Stuart Fiertz, ο πρόεδρος της ACC και συνιδρυτής του hedge fund Cheyne Capital που εστιάζει στην πίστωση, επεσήμανε ότι τα funds μπορεί να στοχεύουν σε αποδόσεις κάπου μεταξύ 13 και 19%, αν επενδύουν σε εταιρίες σε κρίσιμη κατάσταση και χρησιμοποιούν μόχλευση, αλλά οι περισσότεροι επενδυτές στοχεύουν σε αποδόσεις υψηλών μονοψήφιων προς χαμηλά διψήφια ποσοστά.

Αυτές οι αποδόσεις μπορεί να είναι στο κάτω όριο, καθώς περισσότερα funds «στριμώχνονται» σε αυτή τη στρατηγική, πράγμα που οδηγεί σε καλύτερους όρους για τους δανειολήπτες. Τα funds πίστωσης, με τη σειρά τους, στρέφονται στην Ευρώπη και στην Ασία για περισσότερες ευκαιρίες.

Ωστόσο ο κ. Fiertz υποστήριξε ότι παρά τον «πολλαπλασιασμό των δανειοδοτών» στο κομμάτι των μεσαίων εταιριών, όπου «η αγορά μπορεί να είναι πολύ συνωστισμένη ή επιρρεπής σε μια κατάσταση όπου περισσότερο χρήμα ‘κυνηγά’ πολύ λίγα ντιλ», υπάρχει πολλή ζήτηση για δάνεια σε υποδομή και σε ακίνητα.

Η ιδιωτική πίστωση έχει επίσης ελαττώσει κάποιο μέρος του κινδύνου στο τραπεζικό σύστημα, πρόσθεσε ο κ. Black.

«Το αποτέλεσμα είναι μια πολύ καλύτερη ευθυγράμμιση μεταξύ της λήξης του κεφαλαίου και του ρίσκου», τόνισε ο κ. Black, ο οποίος εργάστηκε στην έρευνα. «Αυτό που έκαναν οι τράπεζες ήταν να παίρνουν βραχυπρόθεσμες καταθέσεις και μετά να τις δανείζουν με πενταετή δάνεια, επομένως είχαμε μια τεράστια ασυμφωνία στη ρευστότητα και στην ικανότητα της τράπεζας να ανακτήσει το δάνειο, τη στιγμή που ένα πενταετές fund θα συγκεντρώνει κεφάλαια για πέντε χρόνια και θα τα δανείζει για πέντε χρόνια».

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus