Τι άλλαξε η κρίση στην Ελλάδα και τι μένει ίδιο

O ιδιωτικός τομέας έχει ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα του, αλλά το δημόσιο παραμένει βαθιά πελατειακό. Τα μεγάλα διαρθρωτικά προβλήματα. Η έλλειψη συναίνεσης για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και οι προκλήσεις.

Τι άλλαξε η κρίση στην Ελλάδα και τι μένει ίδιο
  • των Kerin Hope και Jim Brunsden

H Eλλάδα πέρασε οκτώ χαμένα χρόνια. Από το 2010, η οικονομία έχει συρρικνωθεί κατά 25%, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών της κατά 30%. Περισσότεροι από 300.000 Έλληνες έχουν μεταναστεύσει στο εξωτερικό, ενώ μεταξύ αυτών που παρέμειναν η ανεργία είναι 20%.

Καθώς η χώρα ετοιμάζεται να αφήσει πίσω της αυτή την ζοφερή περίοδο, με τη διεθνή κηδεμονία που της επιβλήθηκε να ολοκληρώνεται και επίσημα στις 20 Αυγούστου, το ερώτημα είναι κατά πόσον τα τραυματικά χρόνια έχουν λειτουργήσει εξυγιαντικά, απαλλάσσοντας την Ελλάδα από ορισμένα από τα προβλήματα που συνέβαλαν στην κρίση.

Οι μεταρρυθμίσεις που εφάρμοσε η Ελλάδα με αντάλλαγμα τα κεφάλαια διάσωσης είχαν σαν στόχο την αντιμετώπιση εξόφθαλμων αδυναμιών. Ένα σπάταλο ασφαλιστικό σύστημα, μια υπεράριθμη δημόσια διοίκηση και βαθιά ριζωμένα προβλήματα φοροδιαφυγής. Άλλα μέτρα όπως η απελευθέρωση της αγοράς εργασίας και οι νέοι κανόνες για την αδειοδότηση επιχειρήσεων είχαν σαν στόχο να προωθήσουν την ανάπτυξη και τις επενδύσεις σε έναν εταιρικό τομέα που είχε εγκλωβιστεί από παρωχημένους κανονισμούς και περιοριστικές συνδικαλιστικές πρακτικές.

Όσον αφορά τον ιδιωτικό τομέα, ένα επιφυλακτικό συμπέρασμα θα ήταν πως η Ελλάδα έχει αρχίσει να βλέπει αλλαγές που είχε ανάγκη. Υπάρχουν σημάδια αισιοδοξίας μεταξύ των ιδιωτικών εταιρειών που επιβίωσαν από την κρίση και καταγράφουν και πάλι κέρδη, καθώς και μεταξύ των καινοτόμων start-up που προσελκύουν επενδυτές.

Στο δημόσιο τομέα ωστόσο, μια αναποτελεσματική δημόσια διοίκηση και ένα ετοιμόρροπο εκπαιδευτικό σύστημα έχουν αποδειχθεί ανθεκτικά στις μεταρρυθμίσεις, εγείροντας ερωτήματα για το αν η πλειονότητα των Ελλήνων δεσμεύεται στις διαρθρωτικές αλλαγές που πρέπει να γίνουν για να επιτευχθεί μια βιώσιμη ανάκαμψη.

«Θα πρέπει να περάσουν κάποια χρόνια για να συνειδητοποιήσουν οι Έλληνες ότι η δουλειά στο δημόσιο τομέα, εδώ και καιρό η πιο δημοφιλής επιλογή για τους αποφοίτους πανεπιστημίου, δεν θα είναι η καλύτερη και πιο ασφαλής επιλογή στο μέλλον, καθώς η πιο καλοπληρωμένες δουλειές θα βρίσκονται στον ιδιωτικό τομέα» υποστήριξε ο Πάνος Τσακόγλου, καθηγητής στην ΑΣΟΕ.

O ιδιωτικός τομέας μπορεί να έχει αλλάξει περισσότερο, αλλά όχι χωρίς θυσίες. Τα μέτρα διάσωσης έπληξαν δυσανάλογα έναν ιδιωτικό τομέα που αποτελείται κατά 95% από μικρομεσαίες οικογενειακές επιχειρήσεις.

Ο Παύλος Ραβάνης, πρόεδρος του βιοτεχνικού επιμελητηρίου Αθήνας, τόνισε: «Από τις εταιρείες που τα πήγαιναν καλά πριν την κρίση, περίπου το 20% έχουν καινοτομήσει με επιτυχία και ακμάζουν και ένα άλλο 40% επιβιώνουν, εξυπηρετώντας το χρέος τους αλλά χωρίς να βγάζουν χρήματα».

Αυτό αφήνει ένα 40% που ο κ. Ραβάνης το περιγράφει ως «ζόμπι». «Δεν πληρώνουν φόρο ούτε τηρούν τις υποχρεώσεις τους προς τις τράπεζες» πρόσθεσε. «Λιγότερες από τις μισές από τις επιχειρήσεις αυτές μπορούν να σωθούν, ακόμα και αν εμφανιζόταν ένας επενδυτής διατεθειμένος να βάλει πολλά χρήματα».

Ο κ. Ραβάνης νιώθει ανακούφιση που είναι μεταξύ αυτών που επέζησαν. Μια επένδυση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας πριν το ξέσπασμα της κρίσης του δίνει ένα σταθερό εισόδημα, αν και είναι λιγότερο επικερδής τώρα. To οικογενειακό εργοστάσιο παραγωγής παιδικών καλτσών που λειτουργεί εδώ και 60 χρόνια και το διαχειρίζεται πλέον η κόρη του, «ανήκει στην κατηγορία αυτών που απλά επιβιώνουν» σημείωσε. «Τα έσοδα είναι 60% χαμηλότερα σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα».

Ο Στέλιος Πιτσιόρλας, υφυπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης, επισήμανε ότι ο βασικός στόχος είναι να εδραιωθεί μια πιο καινοτόμα, εξαγωγική επιχειρηματική κουλτούρα. «Αρχίζει να συμβαίνει. Οι ελληνικές εταιρείες συνειδητοποίησαν τα χρόνια της κρίσης ότι πρέπει να στραφούν στις εξαγωγές για να επιβιώσουν» σημείωσε.

Ο όμιλος CHB, μια βιομηχανία επεξεργασίας φρούτων με έδρα την Αθήνα, εξέλιξε την επιχειρηματική της δραστηριότητα πέρα από τις παραδοσιακές εξαγωγές κομπόστας ροδάκινου και ξεκίνησε την παραγωγή ακριβών φρουτοχυμών για ευρωπαϊκές αγορές. «Κάναμε ότι καλύτερο μπορούσαμε για να προσαρμοστούμε στην αλλαγή της καταναλωτικής ζήτησης» ανέφερε ο Νίκος Χριστοδούλου, ένα από τα τέσσερα αδέρφια που διοικούν την εταιρεία.

Η Viva Wallet, πάροχος ψηφιακών πληρωμών και πρωτοπόρα fintech εταιρεία με θυγατρικές στο Βέγλιο και στο Ηνωμένο Βασίλειο, ιδρύθηκε λίγα χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης όταν μια ομάδα νεαρών προγραμματιστών που εξέλισσαν λογισμικό για ελληνικές τράπεζες βρέθηκαν αντιμέτωποι με την ανεργία.

«Όταν οι τράπεζες άρχισαν να περικόπτουν δραστηριότητες, έπρεπε να δοκιμάσομε κάτι διαφορετικό» τόνισε ο Γιάννης Λάριος, υπεύθυνος στρατηγικής. «Αποφασίσαμε να μπούμε οι ίδιοι στον χρηματοοικονομικό τομέα και λανσάραμε μια διαδικτυακή εταιρεία έκδοσης εισιτηρίων για ταξίδια και εκδηλώσεις».

Αλλά ενώ ο ιδιωτικός τομέας γίνεται όλο και πιο εξωστρεφής, ο δημόσιος τομέας παραμένει βαθιά πολιτικοποιημένος.

Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, λέει πως η Ελλάδα έμεινε πίσω εξαιτίας ενός «πελατειακού μοντέλου» που ευνοούσε τις πολιτικές διασυνδέσεις σε όλα τα επίπεδα για την εύρεση μιας δουλειάς στο δημόσιο και για την απόκτηση επιχειρηματικών ευκαιριών. «Αυτός ήταν ίσως ένας από τους πιο σοβαρούς, πιο σημαντικούς λόγους για αυτή την κατάσταση» δήλωσε στους Financial Times τον Ιούνιο, σημειώνοντας: «Πρέπει να συνεχίσουμε να μεταρρυθμίζουμε τη χώρα και φυσικά να προσπαθήσουμε να πείσουμε τους ανθρώπους ώστε να αλλάξει η κουλτούρα και οι συμπεριφορές».

Ωστόσο, ο κ. Τσίπρας δεν έχει πείσει ακόμα το κόμμα του, τον ΣΥΡΙΖΑ, πως οι ημέρες των πελατειακών σχέσεων έχουν τελειώσει. Πάνω από 30.000 προσλήψεις στο δημόσιο έχουν γίνει κατά τη διάρκεια της θητείας του, μεταξύ των οποίων και πλήθος ειδικών συμβούλων που επέλεξαν υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ.

Η κυβέρνηση δεν έχει ξεπεράσει την ευρεία αντίσταση στην εφαρμογή ενός σχεδίου για την αποπολιτικοποίηση της δημόσιας διοίκησης, την ενίσχυση της διαφάνειας στις προσλήψεις υψηλόβαθμων στελεχών και την διενέργεια τακτικών ελέγχων των δημοσίων υπαλλήλων.

Ο κ. Τσακλόγλου ανέφερε πως κάποιες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις θα χρειαστούν χρόνια, για παράδειγμα αυτή του εκπαιδευτικού συστήματος, όπου η απόκλιση ανάμεσα στις ανάγκες της αγοράς εργασίας και στα παρωχημένα πανεπιστημιακά προγράμματα έχει συμβάλλει στο να έχει η Ελλάδα ένα εργατικό δυναμικό το οποίο κατά τον ίδιο είναι «σε μεγάλο βαθμό καλά εκπαιδευμένο και σε μεγάλο βαθμό άνεργο».

Οι Βρυξέλλες και αξιωματούχοι της κυβέρνησης συμφωνούν πως ένα σημαντικό βαρόμετρο της διάθεσης για αλλαγή θα είναι κατά πόσον θα αντέξουν οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις. Αν και ο ΣΥΡΙΖΑ έχει υποσχεθεί πως δεν θα υπάρξει οπισθοδρόμηση και η Ε.Ε. έχει εγκαθιδρύσει ένα σύστημα μεταμνημονιακής εποπτείας για να επιβλέπει την επίδοση στον τομέα αυτό, διπλωμάτες της Ε.Ε. υπογράμμισαν πως η πολιτική πίεση σε ζητήματα όπως οι συντάξεις και οι διορισμοί στο δημόσιο θα αυξάνεται όσο πλησιάζουν οι εκλογές. «Ο Τσίπρας θα θελήσει να αποσύρει τα πιο επώδυνα μέτρα» επισήμανε ένας διπλωμάτης.

Η Μαρία Δεμερτζή, αναπληρώτρια διευθύντρια της δεξαμενής σκέψης Bruegel στις Βρυξέλλες, υποστήριξε πως η Ελλάδα δεν έχει ακόμα διαμορφώσει μια κοινή εθνική αντίληψη είτε για τα αίτια είτε για την επίλυση των προβλημάτων της χώρας.

«Ο λόγος που το πρόγραμμα κράτησε τόσο πολύ είναι πως δεν καταφέραμε να χτίσουμε μια συναίνεση» σημείωσε. «Δεν μπορούμε να κάτσουμε κάτω και να πούμε, “ποιο είναι το πρόβλημα, πως μπορούμε να το λύσουμε; Και είναι αυτό που μας κρατάει πίσω».


Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus