To κατεστημένο της Oυάσινγκτον «κατάπιε» τον Τραμπ

Η στροφή του Αμερικανού πρόεδρου στη Συρία καθησύχασε την ελίτ της αμερικάνικης εξωτερικής πολιτικής. Το μήνυμα με την απομάκρυνση του Μπάνον και η απογοήτευση των εθνικιστών. Οι τρεις κίνδυνοι που δεν πρέπει να υποτιμηθούν.

To κατεστημένο της Oυάσινγκτον «κατάπιε» τον Τραμπ
του Gideon Rachman

Η είδηση ότι οι ΗΠΑ πραγματοποίησαν επίθεση με πυραύλους στη Μέση Ανατολή δεν αποτελεί συνήθως μια αιτία για πανηγυρισμούς.

Αλλά το κατεστημένο της εξωτερικής πολιτικής στην Ουάσινγκτον δεν μπορούσε να κρύψει την ανακούφιση και την ικανοποίηση με την οποία υποδέχτηκε την απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να εκτοξεύσει πυραύλους Τόμαχοκ κατά της Συρίας.

Αρθρογράφοι σε φιλελεύθερες εφημερίδες, Γερουσιαστές «γεράκια» και πρέσβεις συμμαχικών χωρών έδωσαν όλοι την έγκριση τους.

Η αντίδραση τους αντανακλά μια ευρύτερη απέχθεια προς τη χρήση χημικών όπλων σε αμάχους και παιδιά από το καθεστώς Άσσαντ. Αλλά ένας άλλος κρίσιμος λόγος πίσω από τα αισθήματα ικανοποίησης στην Ουάσινγκτον είναι η ελπίδα πως οι δράσεις του πρόεδρου Ντόναλντ Τραμπ αποδεικνύουν ότι ο αστυνόμος του κόσμου έχει επιστρέψει στα καθήκοντα του.

Το κατεστημένο της εξωτερικής πολιτικής, μια ομάδα ανθρώπων που το επιτελείο του Μπαράκ Ομπάμα τους αποκαλούσε «the blob» (σ.σ. λέξη που σημαίνει γλοιώδης μάζα και παραπέμπει σε ταινία θρίλερ του 1958 όπου μια εξωγήινη κινούμενη μάζα καταβρωχθίζει ανθρώπους), πιστεύει ακράδαντα ότι η βούληση να χρησιμοποιηθεί στρατιωτική ισχύς είναι καθοριστική τόσο για το παγκόσμιο κύρος των ΗΠΑ όσο και για την παγκόσμια σταθερότητα. Η αποτυχία του κ. Ομπάμα να χρησιμοποιήσει την ισχύ αυτή για να στηρίξει την αμερικάνικη «κόκκινη γραμμή» όσον αφορά τη χρήση χημικών όπλων στη Συρία το 2013 δημιούργησε εκνευρισμό στο εν λόγω κατεστημένο.

Και ο απομονωτισμός που στήριζε προεκλογικά ο Τραμπ είχε προκαλέσει απελπισία και φόβους για μια πλήρη απώλεια της αμερικάνικης ισχύος.

Οπότε η ξαφνική μεταστροφή του Λευκού Οίκου του Τραμπ προς την στρατιωτική παρέμβαση στη Συρία έχει χειροκροτηθεί ως ένα σημείο καμπής.

Την ίδια στιγμή οι εθνικιστές οπαδοί του Τραμπ είναι απογοητευμένοι. Η Αν Κούλτερ, συγγραφέας του βιβλίου ο «Τραμπ που εμπιστευόμαστε», εξέφρασε τη λύπη της στο Twitter, ρωτώντας: «Γιατί να εμπλακούμε σε μια ακόμα μουσουλμανική καταστροφή;».

Τα χτυπήματα στη Συρία επιβεβαιώνουν μια αυξανόμενη αίσθηση ότι η εξωτερική πολιτική που θα ακολουθήσει η κυβέρνηση Τραμπ μπορεί τελικά να αποδειχθεί πιο συμβατική από ότι φοβόντουσαν οι επικριτές του και ήλπιζαν οι εθνικιστές υποστηρικτές.

Τις τελευταίες εβδομάδες, τα σημάδια για μια στροφή προς έναν πιο συμβατικό τρόπο σκέψης είχαν πολλαπλασιαστεί. Ο κ. Τραμπ δεν κατάφερε να τηρήσει ορισμένες από τις ριζοσπαστικές υποσχέσεις του στην εξωτερική πολιτική.

Δεν έσχισε τη συμφωνία με το Ιράν για τα πυρηνικά. Δεν μετακίνησε την πρεσβεία των ΗΠΑ στο Ισραήλ στα Ιεροσόλυμα. Από την καθαρά επιθετική στάση έναντι της Ε.Ε. έχει κάνει στροφή σε μια προσεκτική στήριξη. Δεν πραγματοποίησε μια φιλική συνάντηση με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν.

Μόλις λίγες ημέρες πριν από τις επιθέσεις στη Συρία, ανακοινώθηκε πως ο Στιβ Μπάνον, ο στρατηγικός σύμβουλος του προέδρου και βασικός υπέρμαχος του η «Αμερική πρώτα» στο Λευκό Οίκο έχασε τη θέση του στο Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας. Ο στρατηγός Μάικλ Φλιν, ο οποίος μοιραζόταν πολλές από τις ριζοσπαστικές θέσεις του κ. Μπάνον, απομακρύνθηκε από επικεφαλής του Συμβουλίου το Φεβρουάριο.

Αντικαταστάθηκε από το στρατηγό, Χέρμπερτ Μακ Μάστερ, έναν άνθρωπο που χαίρει σεβασμού από την ελίτ της εξωτερικής πολιτικής. Ορισμένες από τις άλλες τοποθετήσεις που έγιναν στο Συμβούλιο έστειλαν και αυτές ένα ενδιαφέρον μήνυμα. Υπεύθυνος για τη Ρωσία και την Ευρώπη ανέλαβε η Φιόνα Χιλ, μια διακεκριμένη επικρίτρια του κ. Πούτιν, η οποία έφυγε από το κεντρώο Brookings Institution.

Oι επιθέσεις στη Συρία συνέβησαν ενώ ο κ. Τραμπ φιλοξενούσε τον Κινέζο ομόλογο του Σι Τζινπίνγκ. Το αποτέλεσμα της πρώτης συνόδου ΗΠΑ-Κίνας στην εποχή του Τραμπ ήταν για άλλη μια φορά πιο συμβατικό από τη ρητορική του κ. Τραμπ στην προεκλογική περίοδο. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής καμπάνιας, ο υποψήφιος κ. Τραμπ κατηγόρησε την Κίνα ότι «βιάζει» την Αμερική και απείλησε με δασμούς σε κινεζικά αγαθά. Υποσχέθηκε πως δεν θα καλωσορίσει τους Κινέζους ηγέτες με ακριβά γεύματα αλλά θα τους πάει στα McDonald’s.

Ο κ. Τραμπ προσέφερε στον κ. Σι παναρισμένο ψάρι με σάλτσα σαμπάνιας στο θέρετρο του Mar-a-Lago στη Φλόριντα και στο τέλος της Συνόδου ενημέρωσε τον κόσμο για την υπέροχη σχέση που έχει αναπτύξει με τον Κινέζο ηγέτη. Οι απειλές για επιβολή δασμών και για θαλάσσιες συγκρούσεις είχαν δώσει τη θέση τους στις συνηθισμένες δεσμεύσεις για κοινό διάλογο και ομάδες έρευνας.

Ο Κινέζος είχε λόγο να είναι ικανοποιημένος, αν και λίγο μπερδεμένος.

Ορισμένοι από το κατεστημένο της Ουάσινγκτον ελπίζουν πως η πραγματοποίηση του χτυπήματος στη Συρία κατά τη διάρκεια της συνάντησης με τον Σι μπορεί να έχει χρήσιμο αποτέλεσμα, στέλνοντας μήνυμα στη Βόρεια Κορέα, τη Ρωσία, την Κίνα και άλλους πως οι ΗΠΑ έχουν και πάλι έναν ηγέτη που δεν έχει πρόβλημα να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ.

Αλλά θα έπρεπε να είναι επιφυλακτικοί στο να χειροκροτήσουν την διαφαινόμενη μεταστροφή του κ. Τραμπ. Τα χτυπήματα στη Συρία μπορεί να είναι ένα σημείο καμπής, αλλά προς την λάθος κατεύθυνση.

Τρεις είναι οι πιθανοί κίνδυνοι.

Πρώτον, η αντίδραση του κ. Τραμπ στο καθεστώς Άσσαντ αποκαλύπτει πόσο ασταθής είναι. Αν μπορεί να διαγράψει την ρητορική ενός έτους για τη Συρία μέσα σε 24 ώρες, μπορεί και πάλι να αλλάξει εύκολα πορεία μόλις έρθει αντιμέτωπος με το επόμενο σοκαριστικό συμβάν.

Δεύτερον, υπάρχει κίνδυνος ο πρόεδρος, ο οποίος έχει εμμονή με τις δημοσκοπήσεις, να παρατηρήσει ότι τα στρατιωτικά χτυπήματα αύξησαν τη δημοτικότητα και να και αναπτύξει μια αγάπη για τέτοιου είδους πράγματα. Αλλά αν κάνει το ίδιο στη Βόρειο Κορέα ή αλλού, ο κίνδυνος θα είναι πολύ μεγαλύτερος από την επίθεση μιας αεροπορικής συριακής βάσης με μερικούς πυραύλους.

Τέλος, υπάρχει ξεκάθαρος κίνδυνος κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή. Υπάρχουν λίγα σημάδια ότι ο κ. Τραμπ έχει σκεφτεί τα βήματα που θα κάνει μετά την πυραυλική επίθεση. Αλλά οι κίνδυνοι και οι αντιφάσεις της στρατιωτικής δράσης στη Συρία είναι προφανείς και περιλαμβάνουν την στρατιωτική απάντηση των Ρώσων μέχρι τα οφέλη για τους τζιχαντιστές του ISIS.

Η ελίτ της εξωτερικής πολιτικής πρέπει να βάλει την σαμπάνια πάλι στο ψυγείο και να συνεχίσει να παρακολουθεί τις εξελίξεις.


Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus