Ο Μισέλ Σαπέν δεν είναι ο πρώτος υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας που παραπονιέται για τη μοναδική θέση του δολαρίου στο διεθνές χρηματοοικονομικό σύστημα. Έχουν περάσει σχεδόν 50 χρόνια από τότε που ο Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν μίλησε για «υπέρμετρο προνόμιο» αναφερόμενος στον κυρίαρχο ρόλο του δολαρίου στις διεθνείς νομισματικές σχέσεις.
Δεν είναι η υπόθεση της BNP Paribas που ενόχλησε τον κ. Σαπέν. Η γαλλική τράπεζα καλείται να πληρώσει πρόστιμο 9 δισ. δολ. επειδή παραβίασε το καθεστώς κυρώσεων στο Σουδάν και στην Κούβα. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν την οικονομική τους ισχύ για να επιβάλουν τη γεωπολιτική τους ατζέντα.
Το 1956 η Ουάσιγκτον χρησιμοποίησε την εξάρτηση της Βρετανίας από το δολάριο για να επιβάλει στο Λονδίνο και το Παρίσι να εγκαταλείψουν την εισβολή τους στο Σουέζ.
Η ΒΝΡ Paribas ήρθε σε σύγκρουση με την αμερικανική νομοθεσία επειδή η πίστωση που παρείχε στις κυβερνήσεις των εν λόγω χωρών ήταν σε δολάρια. Αυτό άλλωστε συνήθως ζητούν οι εξαγωγείς των άλλων χωρών. Από τη στιγμή που τα δολάρια πέρασαν από το υποκατάστημα της ΒΝΡ της Νέας Υόρκης στο αμερικανικό χρηματοοικονομικό σύστημα - μέσω του Fedwire ή άλλου δικτύου εκκαθάρισης στις ΗΠΑ – υπόκεινται στο Αμερικανικό Δίκαιο.
Είναι, όμως, μόλις η δεύτερη φορά που οι αμερικανικές αρχές των ΗΠΑ χρησιμοποιούν τη θέση του δολαρίου για να επεκτείνουν τα όρια της νομικής τους ευθύνης.
Τον προηγούμενο μήνα, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ διέταξε την Αργεντινή να αποζημιώσει πλήρως τα hedge funds που δεν είχαν συμμετάσχει στην αναδιάρθρωση του χρέους της χώρας το 2002, προκαλώντας ένταση στο διεθνές καθεστώς χρεοκοπιών. Οι δικαστές υποστήριξαν πως η Αργεντινή πληρώνει τα ομόλογα που συμμετείχαν στην αναδιάρθρωση μέσω της Bank of New York Mellon και – κατά συνέπεια – μέσω του αμερικανικού συστήματος πληρωμών.
Δεν είναι σαφές τι ακριβώς θα μπορούσαν να κάνουν η Γαλλία και οι άλλοι επικριτές για να ανατρέψουν αυτό το status quo. Θα μπορούσαν να στήσουν διαδικασίες εκκαθάρισης δολαρίων εκτός των ΗΠΑ, όπως ακριβώς είχε γίνει τη δεκαετία του 1970, με την αγορά ευρωδολαρίων που δημιουργήθηκε στην Ευρώπη, σε αντίδραση για τον αμερικανικό έλεγχο επί των διεθνών συναλλαγών.
Για να γίνει όμως εκκαθάριση συναλλαγών με χαμηλό κόστος – που είναι βασική προϋπόθεση επιτυχίας του εγχειρήματος – απαιτείται ρευστότητα. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ παρέχει την απαιτούμενη ρευστότητα στους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς που κάνουν συναλλαγές σε δολάρια στις ΗΠΑ, εκ των οποίων και οι θυγατρικές ξένων τραπεζών στις ΗΠΑ. Θεωρητικά, η Fed θα μπορούσε να παρέχει ρευστότητα δολαρίων για offshore συναλλαγές, όπως έκανε κατά τη διάρκεια της χρηματοοικονομικής κρίσης. Δεν θα είχε, όμως, το κίνητρο να παρέχει ρευστότητα σε μία offshore αγορά που ιδρύθηκε κυρίως για να παρακάμπτονται οι αμερικανικές κυρώσεις.
Έτσι, η μόνη εφικτή εναλλακτική είναι να πειστούν οι μη Αμερικανοί εξαγωγείς να δέχονται ευρώ και γουάν για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους. Ο κ. Σαπέν ζήτησε «επανεξισορρόπηση» της αγοράς συναλλάγματος κάνοντας συγκεκριμένα λόγο για «τα μεγάλα νομίσματα των αναδυόμενων αγορών» και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για το ποια χώρα είχε κατά νου.
Για να γίνουν όμως το ευρώ και το γουάν ελκυστικά στις ευρωπαϊκές και στις ασιατικές επιχειρήσεις – όπως για παράδειγμα σε μία φαρμακευτική που εξάγει στην Κούβα – θα πρέπει οι αγορές των εν λόγω νομισμάτων να είναι βαθιές και με μεγάλη ρευστότητα. Οι παράγοντες της αγοράς χρειάζεται να μπορούν να αγοράζουν και να πουλούν αυτά τα νομίσματα με κόστος εξίσου χαμηλό, όσο ισχύει για το δολάριο.
Η ρευστότητα της αγοράς απαιτεί παράλληλα διαφοροποίηση πελατολογίου. Μόνο εάν υπάρχει μεγάλη ποικιλία αγοραστών και πωλητών που θα ζητούν το νόμισμα σε πολλές διαφορετικές περιπτώσεις θα μπορέσουν τα spread bid/ask να παραμείνουν χαμηλά ώστε να υπάρξει επαρκής ρευστότητα. Κατά συνέπεια, η δημιουργία μίας αγοράς ρευστότητας απαιτεί αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν «πρόβλημα συντονισμού». Να κινητοποιηθεί δηλαδή μία ομάδα διαφορετικών παραγόντων που θα θελήσουν να μπουν στην αγορά την ίδια περίοδο. Αυτό, προφανώς, θέλει να οργανώσει ο κ. Σαπέν παρακινώντας επιχειρήσεις σε άλλες χώρες να ενισχύσουν τη χρήση του ευρώ και των «μεγάλων αναδυόμενων νομισμάτων» στη θέση του δολαρίου.
Η Γαλλία όμως δεν έχει την απαιτούμενη ισχύ για να κινήσει μία τέτοια διαδικασία. Μία από τις μεγαλύτερες τράπεζές της παραβίασε κατάφορα τους διεθνείς κανόνες κάνοντας business με το Σουδάν και άλλα καθεστώτα που βρίσκονται αντιμέτωπα με κυρώσεις. Η κυβέρνησή της παράλληλα όχι μόνο δεν κατάφερε να εντοπίσει την παραβίαση των κανόνων, αλλά και δεν προσπάθησε καν...
Η αυθαίρετη και ιδιότροπη χρήση της χρηματοοικονομικής ισχύος των ΗΠΑ μπορεί εν καιρώ να δημιουργήσει ευρεία δυσαρέσκεια για το δολάριο. Τα βήματα που έγιναν από τις ΗΠΑ εναντίον της ΒΝΡ, όμως, δεν ήταν ούτε αυθαίρετα ούτε ιδιότροπα. Αυτά τα επίθετα ίσως να περιγράφουν καλύτερα τη στάση του κ. Σαπέν.
*Ο Barry Eichengreen είναι καθηγητής οικονομικών στο University of California, Berkeley.
© The Financial Times Limited 2014. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation