Η άλλη όψη του νομίσματος

Η άλλη όψη του νομίσματος

Η άλλη όψη του νομίσματος
του Γιώργου Φλώκα

Eίναι πλέον σύνηθες το φαινόμενο οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες, στις (απολογιστικές και άλλες) εκθέσεις που δημοσιοποιούν, να προτάσσουν τις ”υπηρεσίες στο κοινωνικό σύνολο” που προσφέρουν. Οι εκθέσεις αυτές μιλούν με υπερηφάνεια για τις προσπάθειές τους για βελτίωση της κοινωνίας και για προάσπιση του περιβάλλοντος, προτού στραφούν... διστακτικά σε ”λιγότερο σημαντικά” ζητήματα, όπως η κερδοφορία τους.

Την τελευταία δεκαετία, η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη (ΕΚΕ) έχει ισχυροποιηθεί ως ιδέα και έχει ανέβει στην ιεραρχία της εταιρικής ατζέντας, ιδίως μετά την εμφάνιση ολοένα και περισσότερων αποδείξεων ότι πολλές επενδυτικές αποφάσεις, κυρίως μακροπρόθεσμου ορίζοντα (όπως τα pension funds), καθορίζονται σε κάποιο βαθμό και από τα επίπεδα εταιρικής διακυβέρνησης και από τις αρχές εταιρικής κοινωνικής ευθύνης που χαρακτηρίζουν μια επιχείρηση.

Πολλά επενδυτικά funds και μετοχικοί ακτιβιστές δεν συμφωνούν με την ιδέα της ”φορολογίας” μερίδας των κερδών ανά μετοχή που τους ανήκουν, για τη στήριξη του κοινωνικού συνόλου.

Το βασικό τους επιχείρημα είναι ότι οι επιχειρήσεις ανήκουν στους μετόχους τους και τα χρήματα που δαπανούν για την εξυπηρέτηση στόχων ΕΚΕ είναι επί της ουσίας ”κλοπή” από τους μετόχους που, άλλωστε, μπορούν να αποφασίσουν από μόνοι τους αν θέλουν να δώσουν μέρος των χρημάτων τους σε αγαθοεργίες.

Σε κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις, ο υπεύθυνος ΕΚΕ μιας εταιρείας εισηγμένης στο χρηματιστήριο, στην ουσία δαπανά τα χρήματα κάποιου άλλου για έναν σκοπό γενικότερου κοινωνικού ενδιαφέροντος. Οι πολέμιοι των δράσεων της ΕΚΕ ισχυρίζονται ότι από τη στιγμή που τα κεφάλαια της κοινωνικής ευθύνης μειώνουν τις αποδόσεις προς τους μετόχους, ο υπεύθυνος στην ουσία δαπανά τα δικά τους χρήματα.

Επιπλέον, εάν οι ενέργειές του οδηγούν σε μείωση ή σε μη αύξηση των μισθών κάποιων εργαζομένων στην επιχείρηση, και πάλι εξακολουθεί να δαπανά ”δικά τους” χρήματα.

Όμως, εάν μια επιχείρηση συμπεριφέρεται έτσι, στην ουσία επιβάλλει μια μορφή φορολόγησης και από την άλλη, αποφασίζει πώς θα κατανεμηθούν τα έσοδα από τους ”φόρους”. ”Όμως, αυτές, δεν είναι κρατικές λειτουργίες;”, καταλήγει το επιχείρημα. Η βασική αιτίαση είναι ότι η άμεση ή η έμμεση φορολόγηση, όπως και η χάραξη κοινωνικής πολιτικής, είναι υποθέσεις αμιγώς της κρατικής μηχανής, η οποία αντλεί φόρους από τους πολίτες και τις επιχειρήσεις για να τους διαθέσει κατά το δοκούν στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που η ΕΚΕ ”υποστηρίζει” ότι θέλει να αντιμετωπίσει.

Ωστόσο, εφόσον οι διαδικασίες αυτές βελτιώνουν τις σχέσεις με κάποιους μετόχους, βελτιώνουν και το προφίλ της εταιρείας στην αγορά. Αυτό οδηγεί σε αυξημένες πωλήσεις και έσοδα και σε μείωση των διαφημιστικών δαπανών, ενώ παράλληλα οδηγεί σε σύσφιγξη τις σχέσεις της επιχείρησης με την κυβέρνηση, επιδρώντας σε μελλοντικές εταιρικές αξιώσεις. Κατά συνέπεια, η ΕΚΕ εντάσσεται σε μια γενικότερη επιχειρηματική λογική, απαντούν οι υπέρμαχοι του ”κοινωνικού μερίσματος”.

Κλασικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της αποτίμησης της Coca Cola. Το 96% του αμερικανικού πολυεθνικού κολοσσού αποτελείται από ”άυλα στοιχεία ενεργητικού”, ένα μεγάλο μέρος των οποίων είναι η φήμη και το κύρος της εταιρείας. Δύσκολα κάποιος θα έθετε σε κίνδυνο τη φήμη της όταν αυτή αποτελεί τόσο μεγάλο κομμάτι της αξίας της μετοχής της.

Πολλές μικρότερες εταιρείες ωστόσο, οι οποίες αγωνίζονται για την επιβίωσή τους, θεωρούν ότι δεν έχουν χρόνο ούτε διαθέσιμους πόρους για ”πολυτέλειες” όπως προγράμματα ΕΚΕ, όταν την ίδια στιγμή απολύουν προσωπικό και προχωρούν σε αναδιαρθρώσεις για περικοπές κόστους.

Ωστόσο, οι υποστηρικτές της ιδέας της ΕΚΕ υποστηρίζουν ότι εάν οι διαδικασίες αυτές δεν σχετίζονται με τις κύριες δραστηριότητες της εταιρείας, το πιθανότερο είναι ότι υπάρχει πρόβλημα στη διαχείριση αυτών των προγραμμάτων, καθώς η καλή διαχείριση της ΕΚΕ οφείλει να λειτουργεί υποστηρικτικά στους επιχειρηματικούς στόχους της εταιρείας και να οδηγεί σε σύσφιγξη των σχέσεών της με πελάτες, μετόχους και ρυθμιστικές αρχές, καθώς και να μειώνει τα κόστη μέσω βελτίωσης της αποδοτικότητας. Άλλωστε, όπως σωστά επισημαίνουν και οι υπεύθυνοι του ελληνικού δικτύου για την ΕΚΕ, προβάλλοντας το παράδειγμα της εθελοντικής αιμοδοσίας, η δαπάνη πόρων δεν είναι ο μοναδικός δρόμος για την κοινωνική δράση.

Ολοένα και περισσότερες μελέτες αποδεικνύουν ότι η υπεύθυνη στάση των εταιρειών σε ζητήματα όπως η προστασία του περιβάλλοντος και η μείωση των αποβλήτων έχει άμεση επίδραση στα κέρδη τους. Εκτιμάται ότι μια εταιρεία που προχωρά σε πρόγραμμα ελαχιστοποίησης αποβλήτων για πρώτη φορά, μπορεί να οδηγήσει ένα ποσοστό 1% του τζίρου της κατευθείαν στα καθαρά κέρδη, εκτός φυσικά της μείωσης του ”νομοθετικού κινδύνου” από μηνύσεις και αγωγές από Δήμους και περιβαλλοντικούς συλλόγους, οι οποίες, ανεξαρτήτως έκβασης, οδηγούν σε υψηλότερα έξοδα προς δικηγόρους και νομικές εταιρείες.

”Η δημοσιότητα που δίνεται σε τέτοιες απόψεις ασκεί αφόρητη πίεση στις εταιρείες που δεν έχουν τη δυνατότητα ή το αντίστοιχο επιχειρηματικό πλάνο ώστε να προβούν σε δράσεις ΕΚΕ. Γι’ αυτούς δεν είναι πολιτικά ορθό να τίθενται στο περιθώριο σε ό,τι αφορά τη συνείδηση των καταναλωτών, μόνο και μόνο επειδή άλλοι είναι περισσότερο γαλαντόμοι”, έλεγε το 1972 σε άρθρο του νομπελίστας οικονομολόγος.

Πιθανόν να είχε δίκιο. Όπως όμως η ελεύθερη αγορά και τα εργαλεία του ελεύθερου ανταγωνισμού λειτουργούν με τη βοήθεια της διαφήμισης, της επιχειρηματικής πρωτοτυπίας και των οικονομιών κλίμακας, δεν μπορεί να απαγορεύσει κανείς, έστω και θεωρητικά, την επιλογή της στρατηγικής των κοινωνικών δράσεων.

Και για όσους σκέφτονται αποκλειστικά με γνώμονα την εταιρική κερδοφορία, ας συνυπολογίσουν ότι η συντριπτική πλειονότητα των πολυεθνικών δραστηριοποιείται όλο και εντονότερα στην ΕΚΕ. Τόσο λάθος κάνει;

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v