Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Τραπεζικά προϊόντα: Ισχυρή ζήτηση, νέες προσφορές

Οι συνεχείς αυξήσεις των επιτοκίων από την ΕΚΤ δεν ανέκοψαν την ανοδική τάση υπερδανεισμού στην Ελλάδα, ενώ οι τράπεζες διαγκωνίζονται με νέες προσφορές και προϊόντα προκειμένου να προσελκύσουν περισσότερα... βαλάντια. Δείτε πώς διαμορφώνονται οι προτάσεις των κυριότερων τραπεζών στα στεγαστικά, επιχειρηματικά και καταναλωτικά δάνεια αλλά και στο πλαστικό χρήμα.

Τραπεζικά προϊόντα: Ισχυρή ζήτηση, νέες προσφορές
των Δημήτρη Γλύστρα, Iεροκλή Kαπογιάννη, Zαφείρη Σταθόπουλου

Tελικά μοιάζουν με ”λόγια άδεια” όλα όσα γράφονται και λέγονται κάθε φορά που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) προχωρά σε αύξηση των επιτοκίων και τα ΜΜΕ δημιουργούν κλίμα πανικού σχετικά με το μέλλον του δανεισμού.

Οι αριθμοί, για μία ακόμα φορά, αποτελούν τους αδιάψευστους μάρτυρες της πραγματικότητας. Σύμφωνα με τα πλέον επίσημα στοιχεία, αυτά της Τραπέζης της Ελλάδος, οι Έλληνες πέρσι δανείστηκαν επιπλέον 15,5 δισ. ευρώ από τις τράπεζες για να καλύψουν διάφορες ανάγκες τους. Το αποτέλεσμα: όλα δείχνουν ότι πολύ δύσκολα αυτή η τάση του υπερδανεισμού θα αντιστραφεί στη χώρα μας.

Και αν το συνολικό υπόλοιπο των χρημάτων που χρωστάμε στις τράπεζες ξεπέρασε πλέον και τα 80 δισ. ευρώ, είναι θέμα χρόνου να σπάσει και το όριο των 100 δισ. ευρώ. Υπολογίζεται ότι αυτή τη στιγμή ένα στα δύο ελληνικά νοικοκυριά, δηλαδή περίπου 3.990.000 σε απόλυτους αριθμούς, έχει κάποιας μορφής δανειακή σχέση με μία ή με περισσότερες τράπεζες, γεγονός που σημαίνει ότι αν γίνει ο απαραίτητος επιμερισμός καθένα από αυτά χρωστάει περίπου 40.100 ευρώ.

Το ποσό αυτό πριν από λίγα χρόνια θα φάνταζε εξωπραγματικό. Σήμερα όμως συνιστά την καθημερινότητα των μισών ή και περισσότερων Ελλήνων, η οποία τείνει να πάρει διαστάσεις... αμόκ. Και αυτό γιατί όσο αυξάνει το κόστος του χρήματος, τόσο αυξάνει και το ύψος του δανεισμού. Αδιέξοδο; Ενδεχομένως.

Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί πλέον (ούτε και πρέπει) να κλείσει τα μάτια σε αυτή την κατάσταση. Γιατί απλώς δεν είναι παροδική. Αρκεί μόνο να αναφερθεί το παρακάτω χαρακτηριστικό παράδειγμα: στη στεγαστική και καταναλωτική πίστη, όταν το επιτόκιο της ΕΚΤ ήταν στο 2% -δηλαδή μόλις το 2004- το ύψος του ετήσιου δανεισμού ήταν 11,5 δισ. ευρώ. Δύο χρόνια αργότερα κι ενώ είχαν μεσολαβήσει τέσσερις αυξήσεις επιτοκίων το ύψος του ετήσιου δανεισμού είχε φτάσει στα 15,5 δισ.

Υψηλότερα επιτόκια, αλλά...

Έντονες είναι οι διαμαρτυρίες πολλών Ελλήνων για το ύψος των επιτοκίων με τα οποία επιβαρύνονται από τις τράπεζες (τα οποία υποστηρίζουν ότι είναι υψηλότερα σε σύγκριση με εκείνα με τα οποία επιβαρύνουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες τους πελάτες τους) και μάλιστα δεν είναι λίγοι οι πολιτικοί όλων των κομμάτων που έχουν ζητήσει να γίνουν κινήσεις με στόχο την ”άμβλυνσή” τους.

Πράγματι, οι επιβαρύνσεις των Ελλήνων καταναλωτών από τις τράπεζες είναι στις περισσότερες περιπτώσεις υψηλότερες σε σχέση με αυτές των υπόλοιπων Ευρωπαίων, ωστόσο οι τράπεζες έχουν τα δικά τους επιχειρήματα απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, τα κυριότερα εκ των οποίων είναι τα παρακάτω:

* Ο κίνδυνος επισφαλειών στην Ελλάδα είναι υψηλότερος σε σχέση με την Ευρώπη, τόσο λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της οικονομίας μας, όσο και εξαιτίας της ανάγκης για ενδυνάμωση των συστημάτων πληροφόρησης (Τειρεσίας) και αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας των δανειοδοτούμενων στα καταναλωτικά δάνεια (credit scoring).

Τα συστήματα αυτά λειτουργούν εδώ και λίγα μόνο χρόνια στην Ελλάδα και χρειάζεται ακόμη πολλή δουλειά από τις τράπεζες για να γίνει δυνατή η αποτελεσματική διάκριση μεταξύ δανειζομένων με μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό πιστωτικού κινδύνου.

Έτσι, επειδή σήμερα οι ελληνικές τράπεζες δεν είναι ακόμα σε θέση να διαθέσουν την απαιτούμενη τεχνογνωσία, εκείνοι που ουσιαστικά επιβαρύνονται περισσότερο είναι οι συνεπείς πελάτες, εξαιτίας των ζημιών που προκαλούν σε αυτές οι ασυνεπείς.

* Τα συγκρίσιμα επιτόκια καταθέσεων είναι υψηλότερα στην Ελλάδα, ωστόσο οι Έλληνες καταναλωτές επιλέγουν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό τις καταθέσεις ταμιευτηρίου έναντι των ξένων που δίνουν έμφαση στις προθεσμιακές καταθέσεις, οι οποίες προσφέρουν υψηλότερο επιτόκιο.

* Στην Ελλάδα υπάρχει έλλειψη υποδομής που ανεβάζει το λειτουργικό κόστος των τραπεζών: η έλλειψη κτηματολογίου στα στεγαστικά δάνεια, το αναχρονιστικό πτωχευτικό δίκαιο, οι μεγάλες καθυστερήσεις στις δικαστικές διαδικασίες σε περίπτωση μη εξυπηρετούμενων απαιτήσεων, η εργατική νομοθεσία που καθιστά ουσιαστικά απαγορευτικό το κόστος αναπροσαρμογής ή μετακίνησης προσωπικού σύμφωνα με τις ανάγκες που προκύπτουν στις τεχνολογίες και στη ζήτηση των προϊόντων κ.ά.

Υπερδανεισμός και πιστωτικές κάρτες

Κάτι πρέπει να γίνει με τις πιστωτικές κάρτες. Αυτό είναι το βασικό μήνυμα που προκύπτει από την ανάλυση των στοιχείων που αφορούν στην πορεία των υπολοίπων από την καταναλωτική πίστη. Μολονότι ο ρυθμός αύξησης του δανεισμού στο συγκεκριμένο κομμάτι τον τελευταίο καιρό παρουσιάζει μικρή κάμψη, κανείς δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι οι Έλληνες έχουν σταματήσει να δανείζονται με... ζήλο.

Για την ιστορία, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι ειδικά σε ό,τι αφορά το πλαστικό χρήμα, αυτό επιβάρυνε την εξάρτησή μας από το χρηματοπιστωτικό σύστημα κατά 8 δισ. ευρώ περίπου, ποσό το οποίο κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητο θα μπορούσε να θεωρηθεί. Ιδιαίτερα εάν συγκριθεί με το γεγονός ότι οι Έλληνες εξακολουθούμε να έχουμε τη μικρότερη αναλογία κατοχής καρτών ανά κεφαλή στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Και το ερώτημα που εύλογα τίθεται είναι τι θα γίνει αν η αναλογία αυτή φτάσει στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Κάτι ανάλογο θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί και σε ό,τι αφορά το σύνολο του δανεισμού για την κάλυψη καταναλωτικών αναγκών. Ειδικότερα, στο τέλος του 2006, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, υπολογίζεται ότι χρωστούσαμε 25,6 δισ. ευρώ.

Στο σημείο αυτό, για να υπάρχει μέτρο σύγκρισης θα πρέπει να αναφέρουμε ότι 12 μήνες πριν το ποσό αυτό διαμορφωνόταν στα 20,85 δισ. ευρώ. Δηλαδή, μέσα σε έναν μόλις χρόνο αυξήσαμε την τραπεζική μας εξάρτηση, μόνο από καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες, κατά 5 δισ. ευρώ περίπου.

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι από το ποσό αυτό, τα 18 δισ. ευρώ περίπου αφορούν στα προσωπικά και καταναλωτικά δάνεια (τα υπόλοιπα 7,7 δισ. ευρώ, όπως προαναφέρθηκε, προέρχονταν από τον δανεισμό στο κομμάτι των πιστωτικών καρτών).

Πάντως, και στο μέτωπο του καταναλωτικού δανεισμού αυτό το οποίο έχει κανείς να παρατηρήσει είναι η κάμψη στον ρυθμό αύξησής του. Κι αυτό γιατί ενώ το 2005 ”έτρεχε” με 28,7%, το αντίστοιχο ποσοστό κατά το 2006 έπεσε στο 23,9%.

Η μείωση αυτή μπορεί να ερμηνευτεί με δύο τρόπους: είτε γιατί οι Έλληνες κουραστήκαμε να δανειζόμαστε, είτε γιατί γίναμε και σε αυτό το σημείο Ευρωπαίοι. Διαλέγετε και παίρνετε...

Τα επιχειρηματικά δάνεια

Μία νέα ”μόδα”, αυτή των εταιρικών ομολόγων, είναι η καινούργια τάση που θα μπορούσε κανείς πει ότι χαρακτηρίζει το κομμάτι του δανεισμού στο μέτωπο των επιχειρήσεων. Υπολογίζεται ότι το συνολικό τους υπόλοιπο είχε φτάσει στο τέλος του 2006 (περίοδος για την οποία υπάρχουν τα τελευταία επίσημα συγκριτικά στοιχεία) στα 14 δισ. ευρώ.

Μόλις προ τριετίας το αντίστοιχο ποσοστό δεν ξεπερνούσε τα 6 - 7 δισ. ευρώ. Δηλαδή, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα επήλθε διπλασιασμός. Και η ιστορία συνεχίζεται, ”τρέχοντας” μάλιστα με ιδιαίτερα υψηλούς ρυθμούς αύξησης από μήνα σε μήνα. Αν όμως η έκδοση εταιρικών ομολόγων είναι η νέα ”μόδα”, αυτό δεν σημαίνει ότι η ”παλιά” και ”κλασική” εγκαταλείπεται.

Ο λόγος αφορά στον παραδοσιακό δανεισμό των επιχειρήσεων από το τραπεζικό σύστημα. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, σε περίπου 86 δισ. ευρώ υπολογίζεται το συνολικό ύψος των δανείων που έχουν πάρει οι επιχειρήσεις από τα πιστωτικά ιδρύματα, ελληνικά και ξένα, τα οποία δραστηριοποιούνται στη χώρα μας. Αθροίζοντας τα δύο νούμερα (14 δισ. ευρώ από εταιρικά ομόλογα και 86 δισ. ευρώ από τα ”κλασικά” προϊόντα) προκύπτει ότι οι συνολικές δανειακές υποχρεώσεις των επιχειρήσεων στην Ελλάδα έχουν φτάσει αισίως στα 90 δισ. ευρώ.

Για την ακρίβεια, τα έχουν ξεπεράσει, καθώς τον Δεκέμβριο του 2006 είχαν υπολογιστεί στα 90,71 δισ. ευρώ. Το πιθανότερο είναι ότι στο τέλος του πρώτου τριμήνου του τρέχοντος έτους το ποσό αυτό θα έχει κυμανθεί στα επίπεδα των 95 δισ. ευρώ, συνεχίζοντας την ανοδική τάση που μετράει πλέον δεκαετίες στη χώρα μας.

Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι όσο η τάση των επιτοκίων ήταν πτωτική, αυτή η διόγκωση δεν προκαλούσε ιδιαίτερη ανησυχία. Επειδή, όμως, το τελευταίο εξάμηνο η πορεία των επιτοκίων μετατράπηκε σε ανοδική, το... καμπανάκι που έχει χτυπήσει από την Τράπεζα της Ελλάδος για τον καταναλωτικό δανεισμό των ιδιωτών ακούγεται σαν καμπάνα για τις επιχειρήσεις και τον δανεισμό τους, και ειδικότερα για το πιο επικίνδυνο κομμάτι του, τον βραχυπρόθεσμο.

Αξίζει να σημειωθεί πως αν και το ύψος των επιτοκίων παίζει πάντα πολύ σημαντικό ρόλο για την επιλογή τράπεζας, υπάρχουν και πολλοί άλλοι, όπως η ύπαρξη εκτεταμένου δικτύου, το επίπεδο της εξυπηρέτησης και φυσικά η ευλυγισία και η προσαρμοστικότητα των προϊόντων στις απαιτήσεις και στις ανάγκες κάθε πελάτη.

Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά το τελευταίο, οι τράπεζες έχουν κάνει τα τελευταία χρόνια πολύ σημαντικά βήματα, διευρύνοντας το προϊοντικό τους ”οπλοστάσιο”.

* Αναδημοσίευση από το φύλλο 476 της εφημερίδας ”ΜΕΤΟΧΟΣ & ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ”, 4-8/5/2007

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v