Εισόδημα από κεφάλαιο: Πού κρύβεται τώρα το 6% και με τι ρίσκο

Τι πραγματικά προσφέρει η αγορά για όσους έχουν κομπόδεμα και επιδιώκουν να ζουν από τις ταμειακές ροές του. Tι ισχύει για ακίνητα, μερισματικές αποδόσεις, ομόλογα. Μια πρόταση χαρτοφυλακίου.
Εικόνα με χρήση τεχνητής νοημοσύνης (AI generated image)

Δημοσιεύθηκε: 29 Αυγούστου 2026 - 08:01

Load more

Ένα χαρτοφυλάκιο 500.000 ευρώ θα μπορούσε να παράγει 30.000 ευρώ τον χρόνο; Η αριθμητική είναι απλή, χρειάζεται 6%. Το ερώτημα μοιάζει τεχνικό, στην πραγματικότητα όμως είναι το πιο κοινό ερώτημα μεταξύ των επενδυτών αυτή τη στιγμή: πού τοποθετεί κανείς το κεφάλαιό του ώστε να ζει από τις ροές του και όχι από τις υπεραξίες του.

Το ερώτημα έχει γίνει επίκαιρο για δύο λόγους. Πρώτον, τα ακίνητα βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά και αρκετοί επενδυτές θα το ξανασκεφτούν πριν επενδύσουν επιπλέον κεφάλαια στο real estate. Δεύτερον, οι καταθέσεις εξακολουθούν να μην προσφέρουν τίποτα, ενώ ταυτόχρονα το Χρηματιστήριο Αθηνών μοιράζει μερίσματα ρεκόρ και η αγορά ομολόγων έχει επιστρέψει με αποδόσεις που δεν είχαμε δει από το 2007.

Η επιλογή δεν είναι πια ανάμεσα σε κάτι και τίποτα. Είναι ανάμεσα σε πολλά πράγματα που μπορεί να μοιάζουν παρόμοια αλλά δεν είναι.

Σε αυτή τη μελέτη χαρτογραφούμε τι δίνει σήμερα η αγορά, ποιες αποδόσεις είναι πραγματικές και ποιες οφθαλμαπάτη, και καταλήγουμε σε μια δομή που θεωρούμε ότι αντέχει σε ορίζοντα δεκαπενταετίας.

Πού βρίσκεται η απόδοση σήμερα

Ας ξεκινήσουμε από την πιο άβολη διαπίστωση. Σε ευρώ, χωρίς πιστωτικό κίνδυνο, το 5% δεν υπάρχει. Το ελληνικό κρατικό ομόλογο δεκαετούς διάρκειας (περίπου λήξης 2036) αποδίδει πλέον περίπου 3,94%, υποχωρώντας ελαφρώς από το τοπικό υψηλό των 4,05%-4,08% που καταγράφηκε στο αποκορύφωμα του κύματος πωλήσεων της 17ης–18ης Αυγούστου, και το πολύ μακρύ άκρο της καμπύλης (περίπου 30ετίας) κινείται κοντά στο 4,63%.

Τα εξάμηνα έντοκα γραμμάτια, αντίθετα, ανέβηκαν αισθητά: η τελευταία δημοπρασία 26 εβδομάδων διαμορφώθηκε στο 2,34% (διακανονισμός 21 Αυγούστου), από περίπου 2,1% πριν λίγες εβδομάδες — υπερκάλυψη 2,45 φορές. Όποιος, όμως, θέλει περισσότερα, οφείλει να αποφασίσει ποιο ρίσκο αγοράζει.

Στο δολάριο η εικόνα παραμένει τελείως διαφορετική. Το αμερικανικό τριακονταετές έκλεισε την Παρασκευή 21 Αυγούστου στο 5,28%, ελαφρώς χαμηλότερα από το πρόσφατο υψηλό εικοσαετίας των 5,33% που σημειώθηκε νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα, καθώς η προσπάθεια του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών να συγκρατήσει τις αποδόσεις μέσω επαναγορών ομολόγων απέδωσε, αλλά εν μέρει.

Το φαινόμενο δεν περιορίζεται στις ΗΠΑ: το βρετανικό δεκαετές έκλεισε στο 5,06% και το μακρύ άκρο της καμπύλης παραμένει κοντά στο 5,9%, τα γερμανικά Bunds βρίσκονται σε επίπεδα 2011, και ανάλογη πίεση καταγράφεται πλέον και στο ελληνικό μακρύ χρέος.

Έχουμε δηλαδή τη σπάνια περίπτωση όπου ένα «καθαρό» 5%, πλέον 5,3%, υπάρχει σε δολάριο, αλλά προϋποθέτει ανάληψη συναλλαγματικού κινδύνου για δεκαετίες. Για έναν Έλληνα επενδυτή που ζει και ξοδεύει σε ευρώ, αυτό δεν είναι λεπτομέρεια αλλά κεντρική απόφαση.

Το διάγραμμα αποτυπώνει κάτι στο οποίο αξίζει να σταθούμε: όσα ξεπερνούν το 5% σε ευρώ ανήκουν σχεδόν αποκλειστικά σε δύο κατηγορίες, μειωμένης εξασφάλισης τραπεζικό χρέος και ομόλογα υψηλής απόδοσης. Δεν υπάρχει ενδιάμεση λύση. Ο επενδυτής που ζητά 6% σε ευρώ, είτε το γνωρίζει είτε όχι, θα βρεθεί χαμηλά στην κεφαλαιακή διάρθρωση κάποιου εκδότη (σ.σ. δηλαδή πίσω στην «ουρά» σε περίπτωση πτώχευσης).

Μια ακόμη παρατήρηση για την αμερικανική αγορά. Ο δείκτης US High Yield αποδίδει πλέον περίπου 7,2%, νούμερο ελκυστικό με την πρώτη ματιά. Το option-adjusted spread όμως παραμένει συμπιεσμένο, στις περίπου 273 μονάδες βάσης τον Αύγουστο, καθώς η αύξηση των αποδόσεων προήλθε αποκλειστικά από το σκέλος των επιτοκίων και όχι από ανησυχία για πιστωτική ποιότητα.

Με άλλα λόγια, ακόμη μεγαλύτερο μέρος της απόδοσης προέρχεται πλέον από το επίπεδο των επιτοκίων και ολοένα μικρότερο από την πιστωτική αποζημίωση. Πληρωνόμαστε για διάρκεια, όχι για ρίσκο αθέτησης. Αυτό δεν το κάνει κακή τοποθέτηση, το κάνει όμως τοποθέτηση με διαφορετικό προφίλ από αυτό που υποδηλώνει το όνομά της.

Το ακίνητο και η απόδοση που δεν είναι ακριβώς απόδοση

Η ελληνική οικογένεια έχει μάθει να μετρά την απόδοση ενός ακινήτου ως ενοίκιο διά τιμή αγοράς. Ο υπολογισμός αυτός είναι λάθος και το λάθος έχει γίνει ακριβό.

Από το ακαθάριστο ενοίκιο αφαιρούνται ο ΕΝΦΙΑ, ο φόρος εισοδήματος από ακίνητα που στα υψηλότερα κλιμάκια είναι σημαντικός, τα κοινόχρηστα των κενών περιόδων, η ασφάλιση, οι επισκευές μεταξύ μισθώσεων και ο χρόνος του ιδιοκτήτη. Ό,τι απομένει σπάνια ξεπερνά το 2% με 3% καθαρά, και αυτό στο ευνοϊκό σενάριο όπου ο μισθωτής πληρώνει ό,τι έχει συμφωνηθεί.

Το δυσάρεστο σενάριο δεν είναι σπάνιο. Το ελληνικό δίκαιο προστατεύει τον μισθωτή με τρόπο που μεταφράζεται, για τον ιδιοκτήτη, σε μήνες ανείσπρακτων ενοικίων, δικηγορικά έξοδα, δικαστικές καθυστερήσεις και συχνά ζημιές στο ακίνητο κατά την αποχώρηση. Ο κίνδυνος αυτός δεν τιμολογείται πουθενά. Δεν εμφανίζεται στο yield, δεν υπάρχει σε κανένα φυλλάδιο, απλώς εμφανίζεται στον λογαριασμό όταν συμβεί.

Δεν υποστηρίζουμε ότι το ακίνητο είναι κακή επένδυση. Υποστηρίζουμε ότι η καθαρή του απόδοση είναι συστηματικά χαμηλότερη από όσο πιστεύει ο ιδιοκτήτης, ότι απαιτεί εργασία που κανείς δεν κοστολογεί, και ότι σε επίπεδα τιμών σαν τα σημερινά η σχέση απόδοσης προς κόπο έχει επιδεινωθεί αισθητά.

Με μία επιφύλαξη: το ενοίκιο αναπροσαρμόζεται με τον πληθωρισμό και το ακίνητο παραμένει στην κατοχή μας μετά από δεκαπέντε χρόνια. Το κουπόνι ενός ομολόγου δεν κάνει ούτε το ένα, ούτε το άλλο.

Ο πειρασμός του διηνεκούς

Όποιος ψάξει για 6% σε ευρώ θα καταλήξει, σχεδόν αναπόφευκτα, σε perpetual τίτλους. Αξίζει να ξεκαθαρίσουμε τι είναι.

Τα υβριδικά εταιρικά ομόλογα

Πρόκειται για perpetual τίτλους μειωμένης εξασφάλισης που εκδίδουν κυρίως ευρωπαϊκές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και τηλεπικοινωνιών. Οι οίκοι αξιολόγησης τους αναγνωρίζουν κατά 50% ως ίδια κεφάλαια, γι' αυτό και είναι δημοφιλείς στους εκδότες. Η αγορά ξεπερνά τα 350 δισ. ευρώ και το 2026 βαδίζει προς έτος ρεκόρ σε εκδόσεις.

Το πρόβλημα για τον εισοδηματία είναι ότι δεν φτάνουν στο 6%. Η Enel τον Ιανουάριο του 2026 άντλησε 2 δισ. ευρώ σε δύο σειρές, με κουπόνια 4,125% μέχρι το reset του 2032 και 4,50% μέχρι το 2035.

Ένας υβριδικός τίτλος ποιοτικού εκδότη επενδυτικής βαθμίδας δίνει σήμερα κοντά στο 4,3% με 4,8%, ελαφρώς υψηλότερα από πριν, καθώς και η καμπύλη του ευρώ έχει μετακινηθεί προς τα πάνω μετά την άνοδο των γερμανικών Bunds σε επίπεδα 2011. Για να φτάσουμε στο 6% πρέπει να κατέβουμε σε αδύναμους εκδότες, τυπικά του κλάδου ακινήτων.

Τα τραπεζικά AT1

Εδώ βρίσκεται το ζητούμενο επίπεδο απόδοσης. Η Τράπεζα Πειραιώς έχει σε κυκλοφορία perpetual τίτλο με κουπόνι 6,75% και πρώτη δυνατότητα ανάκλησης τον Δεκέμβριο του 2030, καθώς και έκδοση 600 εκατ. ευρώ με κουπόνι 6,125% και ανάκληση τον Οκτώβριο του 2032, με επαναπροσδιορισμό στο πενταετές mid-swap συν 369,6 μονάδες βάσης. Η Εθνική Τράπεζα εξέδωσε το πρώτο της AT1 με κουπόνι 5,80%. Και οι δύο εκδόσεις υπερκαλύφθηκαν πολλαπλάσια.

Τα AT1 όμως δεν είναι ομόλογα με τη συνήθη έννοια, όσο και αν το όνομα παραπλανά. Τρία χαρακτηριστικά τους αξίζουν ιδιαίτερη προσοχή:

Υπάρχει ωστόσο ένα επιχείρημα υπέρ, το οποίο σπανίως διατυπώνεται σωστά. Για τον επενδυτή που δεν χρειάζεται ρευστοποίηση και ζητά μόνο εισόδημα, ο «κίνδυνος επέκτασης» δεν είναι κίνδυνος, αλλά ουδέτερο γεγονός.

Αν αυτή είναι η επενδυτική μας φιλοσοφία, τότε δεν πρέπει να αγοράζουμε τίτλους πάνω από το άρτιο. Μετά το ράλι του ελληνικού τραπεζικού χρέους, πολλές από αυτές τις εκδόσεις διαπραγματεύονται με premium, οπότε η πραγματική απόδοση μέχρι την πρώτη ανάκληση είναι σαφώς χαμηλότερη από το κουπόνι έκδοσης.

Το σωστό φίλτρο για τον εισοδηματία επενδυτή είναι το αντίστροφο από αυτό της αγοράς: τίτλοι κάτω από το άρτιο, όπου η τρέχουσα απόδοση υπερβαίνει το κουπόνι.

Σημειώνουμε εδώ ότι το κύμα ανόδου των αποδόσεων της 17ης–18ης Αυγούστου, αν και ξεκίνησε από τα κρατικά ομόλογα, δεν αφήνει ανεπηρέαστη ούτε αυτή την κατηγορία. Τα ελληνικά τραπεζικά AT1 επαναπροσδιορίζονται σε πενταετές mid-swap, το οποίο έχει κι αυτό μετακινηθεί προς τα πάνω τις τελευταίες ημέρες.

Η ισχυρή κεφαλαιακή θέση και κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών στο πρώτο εξάμηνο του 2026 λειτουργεί αντισταθμιστικά, όμως όποιος τοποθετείται τώρα πρέπει να επιβεβαιώνει την τρέχουσα τιμή διαπραγμάτευσης πριν αποφασίσει, καθώς αυτή μεταβάλλεται ταχύτερα από ό,τι τα θεμελιώδη της κάθε τράπεζας.

Ο φόρος δεν είναι λεπτομέρεια

Σε ορίζοντα δεκαπενταετίας, η φορολογική μεταχείριση μετακινεί την κατάταξη των επιλογών περισσότερο από ό,τι μια διαφορά πενήντα μονάδων βάσης στην απόδοση.

Οι τόκοι φορολογούνται κατά κανόνα με 15%. Τα εταιρικά ομόλογα που είναι εισηγμένα σε τόπο διαπραγμάτευσης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης απολαμβάνουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης, γεγονός που καθιστά την αγορά εταιρικών ομολόγων του Χρηματιστηρίου Αθηνών σαφώς ελκυστικότερη από ό,τι δείχνει η ονομαστική της απόδοση, αφού φορολογούνται όπως και τα μερίσματα μετοχών του ΧΑ με 5%, δηλαδή με το ένα τρίτο του συντελεστή των τόκων.

Οι μερισματικές μετοχές του Χρηματιστηρίου Αθηνών

Το 2025 οι εισηγμένες διένειμαν 5,9 δισ. ευρώ, η υψηλότερη επίδοση της τελευταίας εικοσαετίας, και το 2026 αναμένεται να ξεπεράσει τα 6 δισ. Με κεφαλαιοποίηση αγοράς περί τα 150 δισ., η μέση μερισματική απόδοση διαμορφώνεται κοντά στο 4%.

Οφείλουμε όμως μια προειδοποίηση για τα δημοσιευμένα νούμερα, που γίνεται εντονότερη μέρα με τη μέρα. Ο Γενικός Δείκτης έκλεισε την Παρασκευή 21 Αυγούστου στις 2.634,24 μονάδες, νέο υψηλό δεκαεπτά ετών, με κέρδη 24,22% από τις αρχές του έτους, ενώ ο τραπεζικός δείκτης καταγράφει πλέον κέρδη 34,53%.

Ο παρονομαστής του κλάσματος συνεχίζει να τρέχει πολύ ταχύτερα από τον αριθμητή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η HelleniQ Energy, η οποία εμφανιζόταν τον Ιανουάριο με μερισματική απόδοση 9% και διαπραγματεύεται πλέον γύρω στα 16,20–16,50 ευρώ, με την εκτιμώμενη μερισματική απόδοση να έχει συμπιεστεί περαιτέρω κοντά στο 4,5%. Το μέρισμα δεν μειώθηκε, η μετοχή ανέβηκε. Όποιος επενδύει με βάση περυσινούς πίνακες αγοράζει κάτι διαφορετικό από αυτό που νομίζει.

Τρεις τρόποι να σκάσει ένα μέρισμα

Η υψηλή μερισματική απόδοση είναι, στατιστικά, τόσο συχνά σήμα ποιότητας, όσο και προειδοποίηση. Εμπειρικά, τρεις είναι οι μηχανισμοί που καταστρέφουν ένα εισοδηματικό χαρτοφυλάκιο μετοχών.

Πρώτος: Tο μέρισμα πληρώνεται από τον ισολογισμό

Όταν η διανομή υπερβαίνει τις ελεύθερες ταμειακές ροές, χρηματοδοτείται από ταμείο ή δανεισμό. Λειτουργεί για δύο ή τρία άντε τέσσερα χρόνια και μετά κόβεται. Το κρίσιμο μέγεθος δεν είναι το payout ratio επί των κερδών αλλά επί των λειτουργικών ροών μείον τις επενδύσεις.

Στην Autohellas με υψηλή μερισματική απόδοση για παράδειγμα, το 7,3% εντυπωσιάζει, όμως το επιχειρηματικό μοντέλο απαιτεί διαρκή ανανέωση στόλου. Το λογιστικό κέρδος και τα πραγματικά διαθέσιμα αποκλίνουν συστηματικά.

Δεύτερος: Kυκλικός κλάδος σε κορυφή κύκλου

Η Aegean Airlines είναι η πιο διδακτική περίπτωση της φετινής χρονιάς. Θεωρούνταν μετοχή-ομόλογο, με γενναία μερισματική πολιτική και σταθερό προφίλ. Έχασε 4,30% τον Ιούλιο και 14,80% στο επτάμηνο, αναδεικνυόμενη στη μεγαλύτερη αρνητική έκπληξη της αγοράς.

Με το πετρέλαιο κοντά στα 90 δολάρια και τις εντάσεις στη Μέση Ανατολή σε κλιμάκωση, μια αεροπορική εταιρεία δεν αποτελεί πηγή διηνεκούς εισοδήματος. Το ίδιο ισχύει, με μικρότερη ένταση, για τα διυλιστήρια.

Τρίτος: Προσωρινό όφελος που λήγει εντός του ορίζοντα

Η Allwyn, μετά τη συνένωση με τον ΟΠΑΠ, έχει δεσμευτεί για ελάχιστο μέρισμα 1 ευρώ ανά μετοχή, το οποίο αντιστοιχεί σε απόδοση περί το 7%. Ακούγεται σαν κουπόνι. Η αγορά ωστόσο έχει ήδη επισημάνει το δομικό ζήτημα: οι ταμειακές ροές του ΟΠΑΠ ενισχύονταν από την προπληρωμή της άδειας επίγειων παιγνίων για την περίοδο 2020 έως 2030. Όταν το όφελος αυτό εξαντληθεί, οι ροές και συνακόλουθα η μερισματική ικανότητα υποχωρούν. Το 2030 βρίσκεται μέσα σε κάθε δεκαπενταετή ορίζοντα. Επιπροσθέτως, ο επενδυτής αποκτά πλέον έκθεση σε έναν σημαντικά πιο μοχλευμένο διεθνή όμιλο (με πολύ σημαντικές προοπτικές, όμως, ανάπτυξης, δηλαδή ένα growth story) και όχι στην ταμειομηχανή που γνώριζε.

Εφαρμόζοντας το φίλτρο αυτό, καταλήγουμε στην ακόλουθη κατάταξη.

Ο αντίπαλος που δεν φαίνεται στην απόδοση

Υπάρχει ένα επιχείρημα που ακούγεται συχνά και είναι μισό σωστό: «με 6% έχω πάρει το κεφάλαιο πίσω σε δεκαπέντε χρόνια, οπότε ό,τι γίνει μετά δεν με ενδιαφέρει». Το κουπόνι όμως είναι απόδοση επί του κεφαλαίου, όχι επιστροφή του. Μετά από δεκαπέντε χρόνια εξακολουθούμε να κατέχουμε τον ίδιο τίτλο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Το βαθύτερο πρόβλημα του διηνεκούς εισοδήματος είναι άλλο και δεν αφορά την αθέτηση. Το κουπόνι είναι σταθερό ονομαστικά και φθίνον πραγματικά.

Με πληθωρισμό 2%, τα 30.000 ευρώ του 2041 αγοράζουν όσα περίπου 22.300 ευρώ σήμερα. Με πληθωρισμό 3%, μόλις 19.250 ευρώ. Χάνουμε δηλαδή μεταξύ ενός τετάρτου και ενός τρίτου της αγοραστικής δύναμης του εισοδήματός μας, χωρίς να συμβεί απολύτως τίποτε κακό στον εκδότη.

Αυτό είναι το πραγματικό κόστος της άπειρης διάρκειας και όχι η διακύμανση της τιμής. Είναι επίσης ο λόγος για τον οποίο ένα χαρτοφυλάκιο εισοδήματος δεν πρέπει να αποτελείται αποκλειστικά από ονομαστικές ροές. Το μέρισμα μιας υγιούς επιχείρησης μεγαλώνει με τον χρόνο. Το ενοίκιο αναπροσαρμόζεται. Το κουπόνι δεν κάνει ούτε το ένα, ούτε το άλλο.

Η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος στη σημερινή συγκυρία. Το αμερικανικό τριακονταετές βρίσκεται σε υψηλό είκοσι ετών όχι επειδή η οικονομία υπεραποδίδει, αλλά επειδή η αγορά αμφισβητεί τη δέσμευση της νομισματικής αρχής απέναντι στον πληθωρισμό.

Το να μηδενίζει κανείς την έκθεσή του σε πραγματικά περιουσιακά στοιχεία λίγο πριν μεταβεί σε χαρτοφυλάκιο αμιγώς ονομαστικών ροών, σε ένα τέτοιο περιβάλλον, είναι απόφαση που πρέπει να λαμβάνεται συνειδητά και όχι κατά παράλειψη.

Μια πρόταση δομής

Καταλήγουμε στο πρακτικό ερώτημα. Πιστεύουμε ότι η αναζήτηση ενός και μόνο μέσου που να αποδίδει 6% είναι λάθος διατυπωμένο πρόβλημα. Το ζητούμενο δεν είναι ένας τίτλος με υψηλή απόδοση, αλλά ένα σύνολο ροών που δεν σταματούν ταυτόχρονα.

Για κεφάλαιο 500.000 ευρώ προτείνουμε την ακόλουθη κατανομή.

Το μείγμα αποδίδει πλέον περίπου 5,4% καθαρά, οριακά χαμηλότερα από πριν καθώς το μετοχικό σκέλος έχει ακριβύνει μετά το νέο 17ετές υψηλό του Γενικού Δείκτη, δηλαδή κοντά στα 27.200 ευρώ ετησίως αντί των 30.000 που τέθηκαν ως στόχος. Η διαφορά των 2.800 ευρώ είναι το τίμημα που πληρώνουμε ώστε να μην εξαρτάται ολόκληρο το εισόδημά μας από την κεφαλαιακή επάρκεια ενός και μόνο εκδότη.

Στο μετοχικό σκέλος προτιμούμε επτά με οκτώ ονόματα από τουλάχιστον τέσσερις κλάδους, ώστε καμία μεμονωμένη περικοπή μερίσματος να μην αφαιρεί περισσότερο από το 3% του συνολικού εισοδήματος. Στο σκέλος των AT1 επιμένουμε σε δύο διαφορετικούς εκδότες και σε τίτλους που διαπραγματεύονται κάτω από το άρτιο, με επαναπροσδιορισμό πάνω από 350 μονάδες βάσης. Στα εταιρικά ομόλογα του Χρηματιστηρίου Αθηνών αναζητούμε παλαιότερες εκδόσεις που τελούν υπό διαπραγμάτευση με έκπτωση και όχι νέες εκδόσεις, οι οποίες τιμολογούνται επιθετικά.

Επισημαίνουμε τέλος ότι το μερισματικό σκέλος μεγαλώνει με τον χρόνο. Αν οι διανομές αυξάνονται κατά 4% ετησίως, σε δεκαπέντε χρόνια το σκέλος αυτό θα αποδίδει επί του αρχικού κεφαλαίου σχεδόν 9%, καλύπτοντας ένα μεγάλο μέρος της απώλειας που καταγράφει το Διάγραμμα 3.

Η ελληνική αγορά προσφέρει σήμερα κάτι που δεν προσέφερε επί μία δεκαετία: πραγματικές επιλογές εισοδήματος. Μερίσματα ρεκόρ, μια αγορά εταιρικών ομολόγων που βάθυνε ουσιαστικά, τραπεζικούς τίτλους με διψήφια ζήτηση σε κάθε έκδοση.

Ταυτόχρονα όμως το ράλι έχει συμπιέσει τις αποδόσεις σε βαθμό που ο επενδυτής χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή από ό,τι πριν δύο χρόνια. Το 9% της HelleniQ έγινε 4,5% χωρίς να αλλάξει τίποτα στην εταιρεία, με τον Γενικό Δείκτη να κλείνει πλέον σε υψηλό δεκαεπτά ετών και κέρδη 24,22% από τις αρχές του έτους. Το 6,125% της Πειραιώς δεν είναι 6,125% αν το αγοράσουμε πάνω από το άρτιο.

Το κύμα ανόδου των αποδόσεων του Αυγούστου προσέθεσε ένα ακόμη στρώμα σε αυτή την εικόνα: οι απόλυτες αποδόσεις υποχώρησαν ελαφρώς προς το τέλος του μήνα, αλλά η αιτία της αρχικής ανόδου —αμφισβήτηση της δέσμευσης των κεντρικών τραπεζών απέναντι στον πληθωρισμό, όχι βελτίωση της πιστωτικής ποιότητας— είναι υπενθύμιση ότι το «φθηνό» εισόδημα σπάνια παραμένει φθηνό για πολύ καιρό.

Η ουσία, όπως πάντα, βρίσκεται σε δύο ερωτήματα. Από πού προέρχονται πραγματικά τα χρήματα που θα εισπράξουμε, και τι πρέπει να πάει στραβά για να σταματήσουν. Όποιος απαντήσει σε αυτά με ειλικρίνεια, δεν χρειάζεται κανέναν πίνακα αποδόσεων.

 

Το παρόν άρθρο έχει ενημερωτικό και εκπαιδευτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί επενδυτική, φορολογική ή νομική συμβουλή. Τα στοιχεία είναι ενδεικτικά, βασίζονται σε δημόσια διαθέσιμα ιστορικά δεδομένα και δεν εγγυώνται μελλοντικές αποδόσεις. Πριν από κάθε επενδυτική απόφαση, συμβουλευτείτε πιστοποιημένο επενδυτικό σύμβουλο.
Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων