Το στοίχημα της ΕΕ για ενιαία εποπτεία κατά του οικονομικού εγκλήματος

Ο νέος ελεγκτικός μηχανισμός ξεκινά τη δράση του στη Φρανκφούρτη. Υψηλές οι προσδοκίες για την πάταξη του μαύρου χρήματος. Γράφουν οι Σπύρος Παπαθανασίου και Μαρία Καΐνη.

Δημοσιεύθηκε: 29 Ιουνίου 2026 - 07:28

Load more

Στις 9 Ιουνίου 2025, στη Φρανκφούρτη, η Αρχή κατά της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες (AMLA) πραγματοποίησε το πρώτο επίσημο συνέδριό της.

Η ημερομηνία αυτή ίσως αποδειχθεί ιστορική για την ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική εποπτεία. Για πρώτη φορά, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να δημιουργήσει έναν πραγματικά ενιαίο μηχανισμό συντονισμού κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Το ερώτημα είναι αν η νέα Αρχή μπορεί να πετύχει εκεί όπου επί δεκαετίες οι εθνικές εποπτικές αρχές δυσκολεύονταν να συνεργαστούν αποτελεσματικά.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση εισέρχεται σε μια νέα φάση ως προς την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (AML/CFT). Στο επίκεντρο αυτής της μετάβασης βρίσκεται η AMLA (Anti-Money Laundering Authority), η νέα ευρωπαϊκή αρχή που φιλοδοξεί να περιορίσει τις αποκλίσεις μεταξύ των εθνικών εποπτικών καθεστώτων και να ενισχύσει τη συνοχή του ενωσιακού πλαισίου.

Η εξέλιξη αυτή δεν έχει μόνο διοικητική ή οργανωτική σημασία. Αφορά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη αντιλαμβάνεται τη χρηματοπιστωτική ακεραιότητα, τη διαφάνεια και τη διασυνοριακή εποπτεία εντός της ενιαίας αγοράς.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η Ένωση στηριζόταν σε ένα κανονιστικό σύστημα στο οποίο οι βασικές αρχές ήταν κοινές, αλλά η εφαρμογή τους παρέμενε σημαντικά διαφοροποιημένη. Οι διαφορές μεταξύ κρατών-μελών ως προς την ερμηνεία των υποχρεώσεων, τις εποπτικές πρακτικές και τους μηχανισμούς συνεργασίας περιόριζαν την αποτελεσματικότητα της συνολικής ευρωπαϊκής προσέγγισης.

Η ίδια η Οδηγία (ΕΕ) 2024/1640 (AMLD6) αναγνωρίζει ότι η προηγούμενη εμπειρία αποκάλυψε ουσιώδεις διαφοροποιήσεις στις πρακτικές των αρμόδιων αρχών και ανεπαρκείς ρυθμίσεις για τη διασυνοριακή συνεργασία. Υπό αυτή την έννοια, η AMLA αποτελεί θεσμική απάντηση σε ένα διαρθρωτικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στον τομέα AML/CFT.

Μεταρρύθμιση

Η σημερινή μεταρρύθμιση έχει σαφές νομοθετικό υπόβαθρο. Η Οδηγία (ΕΕ) 2018/843 (AMLD5) είχε ήδη επισημάνει ότι οι νέες μορφές κινδύνου απαιτούσαν προσαρμογή του ευρωπαϊκού πλαισίου.

Η οδηγία τόνιζε ότι η αποτελεσματική πρόληψη εξαρτάται από την αύξηση της διαφάνειας στο οικονομικό και χρηματοπιστωτικό περιβάλλον της Ένωσης, ιδίως σε σχέση με εταιρικά σχήματα και άλλες νομικές μορφές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων ή της πραγματικής ταυτότητας όσων τα ελέγχουν.

Η αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων δεν εξαντλείται στον εντοπισμό ύποπτων συναλλαγών, αλλά προϋποθέτει και τη μείωση της αδιαφάνειας που επιτρέπει την ανάπτυξή τους.

Στο ίδιο πνεύμα, η AMLD5 έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις τεχνολογικές εξελίξεις. Η ένταξη των παρόχων υπηρεσιών ανταλλαγής μεταξύ εικονικών και παραστατικών νομισμάτων, καθώς και των παρόχων θεματοφυλακής ψηφιακών πορτοφολιών, στο πεδίο εφαρμογής της ενωσιακής νομοθεσίας υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική.

Ο ευρωπαϊκός νομοθέτης αναγνώρισε ότι η σχετική ανωνυμία των εικονικών περιουσιακών στοιχείων μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετους κινδύνους και ότι οι αρμόδιες αρχές όφειλαν να αποκτήσουν κατάλληλα εργαλεία παρακολούθησης και ανάλυσης των σχετικών συναλλαγών. Ήδη από το 2018 είχε καταστεί σαφές ότι η χρηματοπιστωτική εποπτεία δεν μπορεί να περιορίζεται στα παραδοσιακά τραπεζικά εργαλεία.

Εποπτεία

Η Οδηγία (ΕΕ) 2024/1640 εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πακέτο μεταρρυθμίσεων που συγκροτεί το νέο νομικό και θεσμικό πλαίσιο AML/CFT της Ένωσης και στηρίζει ρητά τη δημιουργία της AMLA. Το κρίσιμο στοιχείο είναι η μετατόπιση από ένα καθεστώς κυρίως εθνικής εφαρμογής των οδηγιών προς ένα μοντέλο ισχυρότερης εναρμόνισης, θεσμικού συντονισμού και κοινής εποπτικής αναφοράς.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το νέο πακέτο δεν βασίζεται αποκλειστικά σε Οδηγίες που απαιτούν εθνική μεταφορά, αλλά περιλαμβάνει και τον Κανονισμό για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων (AMLR), ο οποίος εφαρμόζεται άμεσα και με εναρμονισμένο τρόπο σε όλα τα κράτη-μέλη. Η επιλογή αυτή αποσκοπεί στη μείωση των αποκλίσεων που χαρακτήριζαν το προηγούμενο καθεστώς και ενισχύει σημαντικά το βαθμό εναρμόνισης των κανόνων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η νέα Αρχή δεν αναμένεται απλώς να παρακολουθεί την εφαρμογή των κανόνων. Αναλαμβάνει να λειτουργήσει ως ευρωπαϊκός κόμβος εποπτικής συνέπειας, διασυνοριακής συνεργασίας και ανάπτυξης κοινών μεθοδολογιών.

Η νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας αποτελούν κατεξοχήν διασυνοριακά φαινόμενα. Αξιοποιούν αποκλίσεις μεταξύ έννομων τάξεων, διαφορετικά επίπεδα εποπτικής έντασης και αδυναμίες στην ανταλλαγή πληροφοριών.

Όταν η οικονομική δραστηριότητα είναι ενιαία αλλά η πρόληψη παραμένει αποσπασματική, το σύστημα καθίσταται ευάλωτο ακριβώς στα σημεία χαμηλότερης συνοχής. Η AMLA επιδιώκει να περιορίσει αυτές τις ασυμμετρίες και να ενισχύσει τη λειτουργική ενότητα του ευρωπαϊκού χώρου.

Διαφάνεια

Ιδιαίτερη σημασία έχει η έμφαση που δίνει το νέο πλαίσιο στα μητρώα πραγματικών δικαιούχων. Η Οδηγία 2024/1640 θεωρεί τα μητρώα αυτά καθοριστικά για την πρόληψη της κατάχρησης νομικών προσώπων και νομικών μορφωμάτων. Τα στοιχεία πραγματικής ιδιοκτησίας πρέπει να συλλέγονται και να τηρούνται σε κεντρικά μητρώα, σε μορφή αξιοποιήσιμη και μηχανικώς αναγνώσιμη.

Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι τα κράτη-μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν την επάρκεια, την ακρίβεια και την επικαιρότητα των δεδομένων αυτών, καθώς και την ύπαρξη διαδικασιών επαλήθευσης και διόρθωσης ασυνεπειών.

Η σημασία των μητρώων πραγματικών δικαιούχων έχει αναδειχθεί και από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία έχει υπογραμμίσει την ανάγκη εξισορρόπησης μεταξύ της επιδίωξης διαφάνειας και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η συζήτηση, συνεπώς, δεν αφορά μόνο τη διαθεσιμότητα των πληροφοριών αλλά και τους όρους πρόσβασης και χρήσης τους.

Η προσέγγιση αυτή αντανακλά μια ουσιώδη μεταβολή στην ενωσιακή πολιτική AML/CFT. Η προσοχή δεν στρέφεται πλέον αποκλειστικά στη συναλλαγή, αλλά και στη νομική και οικονομική δομή μέσα από την οποία αυτή πραγματοποιείται. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιο ποσό διακινήθηκε, αλλά και ποιος βρίσκεται πίσω από το νομικό πρόσωπο που εμφανίζεται στην επιφάνεια της συναλλαγής.

Πρόσβαση

Το νέο πλαίσιο δεν αρκείται στη δημιουργία μητρώων, αλλά ρυθμίζει και το ζήτημα της πρόσβασης. Οι Μονάδες Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών, οι εποπτικές και δικαστικές Αρχές, καθώς και οι σχετικοί ενωσιακοί φορείς, πρέπει να διαθέτουν άμεση και αποτελεσματική πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με την (πραγματική) ιδιοκτησία. Η πρόσβαση αυτή είναι κρίσιμη για την πρόληψη, τον εντοπισμό, τη διερεύνηση και τη δίωξη σχετικών αδικημάτων.

Η ίδια η AMLA προβλέπεται να διαθέτει πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές κατά την άσκηση της εποπτικής της αποστολής, γεγονός που ενισχύει το ρόλο της ως κεντρικού θεσμού του νέου ευρωπαϊκού πλαισίου.

Διακύβευμα

Παρά τη σαφή κατεύθυνση της μεταρρύθμισης, η επιτυχία της δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη. Το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσον η νέα αρχιτεκτονική θα καταφέρει να συνδυάσει την εναρμόνιση με την αναλογικότητα και την αποτελεσματικότητα.

Ένα πλαίσιο υπερβολικά άκαμπτο ή υπερβολικά τυπικό ενδέχεται να ενισχύσει τη γραφειοκρατική και μόνο συμμόρφωση χωρίς να βελτιώσει ουσιαστικά την ικανότητα εντοπισμού και αποτροπής των σχετικών κινδύνων.

Αντιθέτως, ένα σύστημα που επενδύει στη διαφάνεια, στη διαλειτουργικότητα των πληροφοριών, στην ποιότητα των δεδομένων και στη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων Αρχών, αλλά και μεταξύ των αρμόδιων λειτουργιών συμμόρφωσης των εποπτευόμενων οντοτήτων, μπορεί να αναβαθμίσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ικανότητα πρόληψης.

Η πραγματική πρόκληση για την AMLA δεν είναι να εκδώσει νέες κατευθυντήριες γραμμές ούτε να δημιουργήσει πρόσθετες διαδικασίες συμμόρφωσης. Είναι να αποδείξει ότι η Ευρώπη μπορεί να λειτουργήσει ως ενιαίος εποπτικός χώρος απέναντι σε εγκληματικά δίκτυα που ήδη δρουν χωρίς σύνορα.

Αν πετύχει, θα ενισχύσει ουσιαστικά την αξιοπιστία της ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής αγοράς. Αν αποτύχει, η AMLA κινδυνεύει να προστεθεί στον κατάλογο των θεσμών με υψηλές προσδοκίες αλλά περιορισμένο πρακτικό αντίκτυπο.

 

* Ο Σπύρος Παπαθανασίου είναι αναπληρωτής καθηγητής χρηματοοικονομικής, τμήμα οικονομικών επιστημών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

** Η Καΐνη Μαρία είναι υποψήφια διδάκτωρ στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Διεύθυνση Κανονιστικής Συμμόρφωσης, Alpha Bank

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων