Γιώργος Παπανικολάου

Διευθυντής του Euro2day.gr και της Media2day, σκοπευτής, σύζυγος και πατέρας. Στο χρόνο που περισσεύει, σκέφτομαι, συζητάω και διαβάζω, όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά.

Ο Τραμπ, η Ουκρανία και το ζοφερό μέλλον της Γηραιάς Ηπείρου

Η νέα τακτική του Τραμπ απέναντι στο «ευρωατλαντικό» κλαμπ και η αυτοπαγίδευση των Βορειοευρωπαίων στη σκληρή αντιπαράθεση με τη Ρωσία, αυξάνει τους κινδύνους μόνιμης περιθωριοποίησης για όλη την Ευρώπη.

Δημοσιεύθηκε: 12 Ιανουαρίου 2026 - 06:44

Load more

Σκοπός του ΝΑΤΟ, είχε πει ο πρώτος του γενικός Γραμματέας, ο βρετανός Λόρδος Χάστινγκς Ισμέι είναι «να κρατά τους Ρώσους έξω, τους Αμερικανούς μέσα, και τους Γερμανούς κάτω».

Πολλά βεβαίως άλλαξαν από τότε. Η Σοβιετική Ένωση και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας κατέρρευσαν, η Γερμανία επανενώθηκε, ακόμη και η «Pax Americana», την οποία υπηρέτησε το ΝΑΤΟ, στη Σερβία, το Ιράκ, το Αφγανιστάν και τη Λιβύη, έλαβε τέλος.

Αυτό που δεν φαίνεται να έχουν αντιληφθεί οι ευρωπαίοι ηγέτες, είναι ότι η τακτική του Τραμπ σήμερα, απέναντι στην Ευρώπη, θα μπορούσε επίσης να περιγραφεί με μια παράφραση της ρήσης του προ πολλού αποθανόντος Λόρδου:

Έχει στόχο «Να κρατά τους Αμερικανούς πάνω, τους Ευρωπαίους κάτω και τους Ρώσους… απασχολημένους».

Δεν είναι βέβαιο ότι ξεκίνησε έτσι. Στην αρχή της θητείας του έδειξε όντως να επιθυμεί μια γρήγορη λύση στην Ουκρανία, για να αποσπάσει δάφνες ειρηνοποιού. Έως ότου διαπίστωσε ότι αυτό είναι το μοναδικό θέμα στο οποίο οι Ευρωπαίοι φέρνουν τεράστια αντίσταση, κι ότι οι Ρώσοι δεν είναι καθόλου πρόθυμοι να συμβιβαστούν όπως-όπως, όταν η πλάστιγγα του πολέμου γέρνει σχεδόν αμετάκλητα προς όφελος τους.

Η αυτοπαγίδευση των Ευρωπαίων και η Γροιλανδία

Ο Τραμπ έχει αποδείξει ότι είναι ταλαντούχος πολιτικός οπορτουνιστής. Ακολούθησε λοιπόν το μονοπάτι της μικρότερης αντίστασης. Φόρτωσε στους Ευρωπαίους όλο το κόστος του πολέμου και ελέγχει την εξέλιξη του, δια της ισχύος που του παρέχει η σχεδόν απόλυτη εξάρτηση της Ευρώπης, από την αμερικανική αμυντική ομπρέλα.

Θέλει να τον τερματίσει, αλλά δεν έχει κανένα λόγο να βιαστεί. Ούτως ή άλλως, τα συμφέροντα της χώρας του, όπως εκείνος τα εννοεί, εξυπηρετούνται. Ο φανατικός αντι-ρωσισμός στη Βόρεια Ευρώπη δύσκολα πια θα σταματήσει, ακόμη κι αν ο πόλεμος τελειώσει. Ομοίως και η σχεδόν απόλυτη εξάρτηση από τις ΗΠΑ, τουλάχιστον για μία κρίσιμη δεκαετία, στο καλύτερο σενάριο.

Ο ίδιος (και οι ΗΠΑ) δεν έχουν τίποτε να χάσουν, μόνο να κερδίσουν. Αντίθετα με τους Ευρωπαίους ηγέτες, όπως άλλωστε φάνηκε και από τη στάση του Αμερικανού προέδρου το τελευταίο διάστημα.

Μέσω της μίνι-επέμβασης στη Βενεζουέλα και των ανοικτών διεκδικήσεων στη Γροιλανδία, διατράνωσε ότι μπορεί να κάνει ότι θέλει, χωρίς ουσιαστικές αντιδράσεις, στα πλαίσια του νέου ανταγωνισμού για φυσικούς πόρους.

Ταυτόχρονα, παρέδωσε σχεδόν περιφρονητικά το… μονοπώλιο της υπεράσπισης της δυτικής «διεθνούς τάξης» (που εκ των πραγμάτων καταρρέει, τουλάχιστον στη μορφή που τη γνωρίσαμε), στους ελάχιστους ηγέτες της Ευρώπης, οι οποίοι τόλμησαν να αρθρώσουν κριτική.

Γνωρίζει πλέον ότι στην πράξη όλοι οι «σύμμαχοι» είναι έτοιμοι να υποκύψουν στη θέληση του, ακόμη κι όταν προχωρά σε πρωτοφανείς κινήσεις. Με τα σημερινά δεδομένα, η «τακτοποίηση» των αμερικανικών διεκδικήσεων στη Γροιλανδία, με τρόπο που να τον ικανοποιεί, δείχνει θέμα μάλλον σύντομου χρόνου.

Η ανάγκη για ειρήνευση και νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας

Πρόσθετο όφελος για τον Τραμπ, από την ολοένα κλιμακούμενη αντιπαράθεση των Ευρωπαίων με την Ρωσία και τον πόλεμο στην Ουκρανία, η δυσκολία της Μόσχας να διατηρήσει τις έστω περιορισμένες εστίες επιρροής της στη Μέση Ανατολή και τη Λατινική Αμερική, ή να τις επεκτείνει στην Αφρική.

Μιλώντας για την ανάγκη εγκαθίδρυσης «στρατηγικής ισορροπίας» και αποκλιμάκωσης με τη Ρωσία, η νέα στρατηγική ασφαλείας του Τραμπ εμφανίζεται να κατανοεί τόσο την ισχύ, όσο και τα συμφέροντα της τελευταίας στην Ευρώπη. Επιδιώκει επίσης να χαλαρώσει το σφιχτό εναγκαλισμό της με την Κίνα, αντλώντας και οικονομικά οφέλη, σε επίπεδο φυσικών πόρων.

Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι θα παραλείψει να εκμεταλλευτεί τις αδυναμίες της, ειδικά όταν κρίνει ότι το «κόστος» είναι διαχειρίσιμο και συγκυριακό.

Ωστόσο για την Ευρώπη, η κατάσταση είναι πολύ πιο σοβαρή. Οι συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία, επηρεάζουν δραστικά την οικονομία της, με μηδενικά περιθώρια γεωπολιτικού ή οικονομικού κέρδους, (αυτά έχουν κάθε πρόθεση να τα καρπωθούν οι ΗΠΑ), ελαχιστοποιώντας και τις ελπίδες «στρατηγικής αυτονόμησης», σε ένα πολυπολικό κόσμο.

Την ίδια ώρα η πλήρης ταπείνωση των ηγετών της (που συχνά λαμβάνει μορφή αυτό-ταπείνωσης) και η αποξένωση τους από τον στοιχειώδη ρεαλισμό, εκμηδενίζει δραστικά την παρεμβατικότητα της παγκοσμίως, καθιστώντας την Ευρώπη περίγελο των διεθνών γεωπολιτικών εξελίξεων, στα μάτια όλων των υπολοίπων παικτών.

Μόνο η λήξη του πολέμου στην Ουκρανία και η εγκαθίδρυση μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας με τη Ρωσία, θα μπορούσε να κατεβάσει τις ανάγκες αποτροπής σε επίπεδα διαχειρίσιμα από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, με την προϋπόθεση ότι θα γίνει λελογισμένος επανεξοπλισμός τους. Μειώνοντας έτσι αισθητά την τρέχουσα στρατηγική εξάρτηση από τις ΗΠΑ, αλλά και επιτρέποντας ισορροπημένη πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες, που η ίδια δεν διαθέτει.

Κρίνοντας από τις πρόσφατες δηλώσεις, πρώτα του Εμανουέλ Μακρόν και εν συνεχεία της Τζώρτζια Μελόνι, ότι η Ευρώπη θα πρέπει να ξαναρχίσει να μιλά με τη Ρωσία, κάποιοι στη γηραιά ήπειρο μάλλον έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται την παγίδα στην οποία έχουν πέσει.

Δεν θα είναι όμως καθόλου εύκολο να βγουν από αυτή.

Ο ρόλος του φιλελεύθερου ευρωατλαντικού «κλαμπ»

Δεν είναι τυχαίο ότι ο ένας Ευρωπαίος ηγέτης που μίλησε για το θέμα είναι Γάλλος και ο άλλος μια «ακροδεξιά» Ιταλίδα. Για διαφορετικούς λόγους, στη μία περίπτωση εθνικής παράδοσης και στην άλλη πολιτικής απόχρωσης, αμφότεροι δεν αποτελούν τυπικά μέλη του φιλελεύθερου «ευρωατλαντικού κλαμπ» που έχει κυριαρχήσει στις πολιτικές «ελίτ» της Ευρώπης, εδώ και δεκαετίες.

Οι περισσότεροι ευρωπαίοι ηγέτες όμως, ανήκουν στο συγκεκριμένο κλαμπ. Για εκείνους, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι στην πραγματικότητα μια έκφραση του ευρωατλαντικού φιλελεύθερου διεθνισμού, κι όχι εργαλείο ανάπτυξης στρατηγικής αυτονομίας. Για εκείνους προέχει η συνέχιση της πολιτικής της προηγούμενης αμερικανικής διοίκησης στο Ουκρανικό, σχεδόν με κάθε κόστος- και η ανένδοτη αντιπαράθεση με τη Ρωσία.

Ο Τραμπ είναι μεν μια αφόρητη ενόχληση, την οποία όμως είναι πρόθυμοι να υπομείνουν αγόγγυστα, ακόμη κι αν υποχρεώνονται σε απανωτές ταπεινώσεις. Διότι εκτιμούν, ή έστω ελπίζουν, ότι στις εκλογές του 2028 οι ΗΠΑ θα επιστρέψουν στην κανονικότητα του επεκτατικού «φιλελεύθερου διεθνισμού» και της (αμερικανικής) διεθνούς τάξης.

Οπότε και οι ίδιοι, θα επιστρέψουν στη διακριτική αλλά απολύτως υπαρκτή υποταγή, απέναντι σε έναν πολύ πιο «κομψό» και «πολιτικά ορθό» προστάτη.

Οι κίνδυνοι περιθωριοποίησης για όλη την γηραιά ήπειρο

Όλα αυτά θα ήταν ίσως πιο ρεαλιστικά, αν ο κόσμος λειτουργούσε όπως την περίοδο του ψυχρού πολέμου, όταν υπήρχαν δύο ισχυροί πόλοι, με ανταγωνιστικές ιδεολογίες, ή στην εποχή της αμερικανικής παντοκρατορίας.

Σήμερα η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. Οι ΗΠΑ παραμένουν η ισχυρότερη δύναμη, δεν έχουν όμως πλέον τη δυνατότητα παγκόσμιας κυριαρχίας, για στρατιωτικούς και οικονομικούς λόγους.

Δεν είναι μόνο η Κίνα το ζήτημα. Ολοένα και περισσότερες χώρες αναδύονται στο παγκόσμιο στερέωμα ως υπολογίσιμες δυνάμεις με διαφορετική οικονομική, πολιτική και ιδεολογική ταυτότητα. Δυνάμεις που δεν αποδέχονται την δυτική επικυριαρχία και επιδιώκουν την χειραφέτηση τους, αντί της υποταγής στον ίδιο ή και σε κάποιον άλλο ηγεμόνα.

Σε αυτή τη συγκυρία, που θα μπορούσε να έχει μοναδικά πλεονεκτήματα για την «ήπια ισχύ» της Ευρώπης, σε σχέση με τις κανονικές υπερδυνάμεις, η ίδια φαίνεται να καταδικάζει τον εαυτό της στο ρόλο του συμβατικού στρατιωτικού αντίβαρου, απέναντι στη Ρωσία, με τεράστιο κόστος.

Είναι αυτή η απόλυτη αυτό-τοποθέτηση, που αλλάζει τις οικονομικές προτεραιότητες (όπως η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της ενιαίας αγοράς) και θα μεγαλώσει το χάσμα των δυνατοτήτων της απέναντι στις ΗΠΑ και την Κίνα, πιθανώς και απέναντι στην Ινδία, τα επόμενα χρόνια. Μετατρέποντας την σε ολοένα και πιο αδύναμο δορυφόρο της αμερικανικής πολιτικής, είτε αυτή είναι «τραμπική», είτε όχι.

Μάλλον αντίστοιχες θα είναι και οι οικονομικές συνέπειες για τη Ρωσία, σε σχέση με την Κίνα. Όσο θα συνεχίζεται ο υπέρμετρος ανταγωνισμός με την υπόλοιπη Ευρώπη, ακόμη και μετά τη λήξη του πολέμου στην Ουκρανία, τόσο θα φθείρεται, τόσο περισσότερο θα υποχρεωθεί να στηρίζεται, ετεροβαρώς, στην ασιατική οικονομική υπερδύναμη.

Σφραγίζοντας ίσως έτσι, το άδοξο γεωπολιτικό τέλος ολόκληρης της γηραιάς ηπείρου.

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων