Η πιο εντυπωσιακή ομιλία που έγινε στο Νταβός, ήταν σίγουρα εκείνη του πρωθυπουργού του Καναδά, Μαρκ Κάρνι, που έκανε τον επικήδειο της προηγούμενης παγκόσμιας τάξης. Πιο σημαντικό σημείο της, ότι κάλεσε προσκλητήριο στις μεσαίες δυνάμεις ανά τον κόσμο να συγκροτήσουν ένα είδος «Κινήματος των Αδεσμεύτων», όπως αυτό που λειτούργησε, μεταξύ των δύο αντίπαλων στρατοπέδων, την περίοδο του ψυχρού πολέμου.
Δυστυχώς, παρά τις ζωηρές επευφημίες διαφόρων σχολιαστών, η (απόλυτα ορθή) πρόσκληση του, μάλλον δεν θα βρει ουσιώδη ανταπόκριση από την Ευρώπη. Χωρίς να το επιδιώκει, την απάντηση την έδωσε προκαταβολικά, ο πρωθυπουργός του Βελγίου Μπάρτ Ντε Βέβερ λέγοντας σε πάνελ «είναι άλλο να είσαι χαρούμενος υποτακτικός, κι άλλο δυστυχισμένος σκλάβος».
Αυτή η «χαρούμενη υποταγή» αποτελεί την πεμπτουσία του ευρωατλαντισμού. Με αυτή γαλουχήθηκαν, όλες οι φιλελεύθερες «ελίτ» της Ευρώπης, με (οριακή) εξαίρεση τα τέκνα του ντε Γκωλ, στη Γαλλία.
Αυτές οι ελίτ, δεν φαίνεται να έχουν καμία πρόθεση να επιδιώξουν τη «στρατηγική αυτονομία» της Ευρώπης, παρά τα όσα λένε. Ελπίζουν να επιβιώσουν στα υπόλοιπα τρία χρόνια της διοίκησης Τραμπ, μήπως και ξαναγίνουν «χαρούμενοι υποτακτικοί», μιας πιο… ευγενικής αμερικανικής διοίκησης.
Τι δείχνει το «ιστορικό» και η τελευταία Σύνοδος της ΕΕ
Αν ήθελαν αυτονομία, είχαν την ιστορική ευκαιρία να την αποκτήσουν, όταν κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση. Μόνο οι Γερμανοί το προσπάθησαν δειλά, αλλά ακόμη και επί Μέρκελ, δεν το κατάφεραν.
Το περίφημο «fuck the EU» της Βικτώρια Νούλαντ, το 2014, στη τότε συνομιλία της με τον μετέπειτα «δικό μας» Τζέφρι Πάιατ (την οποία αξίζει να διαβάσετε εδώ από το BBC) είναι δυστυχώς σημαδιακό μιας ολόκληρης πορείας στις προεδρίες του νεότερου Μπους, του Ομπάμα και του Μπάιντεν, που κορυφώθηκε με τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το ότι η διάθεση υποταγής της ευρωπαϊκής πολιτικής ελίτ συνεχίζεται (κατά προτίμηση χωρίς… ταπείνωση), κατέστη άλλωστε οφθαλμοφανές και στην έκτακτη Σύνοδο Κορυφής της περασμένης εβδομάδας.
Όταν, αφού ο Τραμπ έκανε για μια ακόμη φορά την πιρουέτα του, από την ανεξέλεγκτη επίθεση για τη Γροιλανδία, στην… αναγκαστική διαπραγμάτευση (ακριβώς όπως με τους δασμούς στην Ευρώπη), το έριξαν στην… ομαδική ψυχοθεραπεία.
Και το μόνο που αποφάσισαν, ήταν να… τροχοδρομήσουν άμεσα την υπογραφή της εμπορικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ, μήπως και χάσουν το… κελεπούρι!
Στη πραγματικότητα, παρά την ενόχληση τους για τους πολιτικούς τρόπους του Τραμπ, κάνουν τελικά αυτό που επιδιώκει. Δεν αυξάνουν μόνο τις δαπάνες για την άμυνα, αλλά και την ισχυρή εξάρτηση τους (και ενεργειακή πλέον) από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Μάταιος κόπος. Ο σφιχτός «ευρωατλαντισμός» πεθαίνει, με ή χωρίς Τραμπ.
Η αποστασιοποίηση των ΗΠΑ και το πρόβλημα στη Βαλτική
Οι λόγοι για τους οποίους οι ΗΠΑ αποστασιοποιούνται στρατιωτικά/γεωπολιτικά από την Ευρώπη (και το ΝΑΤΟ) είναι διαρθρωτικοί και μακροχρόνιοι, όπως θα έπρεπε να έχουν καταλάβει προ πολλού οι Ευρωπαίοι, ήδη από την προεδρία Ομπάμα οπότε και πρωτοκυκλοφόρησε το αμερικανικό «Pivot to Asia». Η τάση όμως αυτή συνεχώς θα ενισχύεται. Ο Τραμπ πλέον το κάνει «μπρούτα», το ίδιο θα πράξουν όμως και οι επόμενοι πρόεδροι, ίσως κρατώντας περισσότερο τα επικοινωνιακά προσχήματα.
Ο ένας λόγος για αυτό, εξηγείται αναλυτικά και στο νέο Αμυντικό Δόγμα των ΗΠΑ. Η Ευρώπη έπαψε να έχει την κεντρική σημασία που είχε στη λειτουργία του κόσμου. Η θέση αυτή πέρασε στην Ασία, με επίκεντρο την Κίνα. Η Ρωσία είναι μια μεγάλη δύναμη, αλλά δεν έχει τη δυνατότητα να ηγεμονεύσει σε ολόκληρη την Ευρώπη. Οπότε το βάρος των συμβατικών εξοπλισμών, «πρέπει» να το αναλάβει το σκέλος του ΝΑΤΟ στη γηραιά ήπειρο, πάντα όμως υπό την «υψηλή εποπτεία» των ΗΠΑ.
Ο δεύτερος λόγος είναι ίσως εξίσου σημαντικός. Με πρωτοβουλία των ΗΠΑ, εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ παραμεθόριες χώρες που θα μπορούσαν να είναι, ή να έχουν παραμείνει, ουδέτερες εντός της ΕΕ, όπως έγινε με την Αυστρία. Χώρες όπως οι Βαλτικές Δημοκρατίες, με πολύ μικρή έκταση και πληθυσμό, που δεν έχουν από μόνες τους καμία δυνατότητα να αντισταθούν σε μια στρατιωτική επίθεση της Ρωσίας.
Έγιναν αυτά σε μια περίοδο απόλυτης ισχύος των ΗΠΑ και κατάπτωσης της Ρωσικής Ομοσπονδίας, με την εκτίμηση ότι οι συσχετισμοί αυτοί θα είναι μόνιμοι και οι κίνδυνοι ελάχιστοι. Αυτό όμως δεν συνέβη.
Όπως αποδείχθηκε στον πόλεμο της Ουκρανίας (δεύτερη μεγαλύτερη χώρα της Ευρώπης, σε έκταση, με προπολεμικό πληθυσμό σχεδόν 40 εκατ. κατοίκων), η Ρωσία έδειξε «βαθιά αποθέματα» στρατιωτικής και βιομηχανικής ισχύος και πολιτική αντοχή για «παρατεταμένο πόλεμο» στην ευρύτερη «γειτονιά» της. Ακριβώς αυτό καταγράφεται αυτολεξεί στο νέο αμυντικό δόγμα των ΗΠΑ.
Που σημαίνει, ότι στη περίπτωση π.χ. των μικρών δημοκρατιών της Βαλτικής (σε δύο από τις οποίες υπάρχει σοβαρή ρωσική μειονότητα), μπορεί να τεθούν μεγάλα -και άκρως επικίνδυνα- στρατιωτικά διλήμματα για το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ.
Αυτά τα διλλήματα θέλει να αποφύγει ο Τραμπ, αφενός προκρίνοντας στο νέο Δόγμα Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ τη «στρατηγική σταθερότητα» με τη Ρωσία, κι αφετέρου πετώντας το μπαλάκι της προστασίας των μικρών κρατών της παραμεθόριας ΒΑ Ευρώπης στους Ευρωπαίους.
Με εξαίρεση τους δύο «μπαλαντέρ» που θα του επιτρέπουν, όπως και τώρα στην Ουκρανία, να ασκεί μεγάλη επιρροή, χωρίς να εμπλέκει στρατεύματα. Την πυρηνική «ομπρέλα» των ΗΠΑ και τις δυνατότητες τους σε θέματα ηλεκτρονικού πολέμου, στρατηγικής ανίχνευσης και βαθιάς κρούσης.
Οι Ευρωπαίοι όμως δεν είναι καθόλου έτοιμοι να παίξουν αυτό το ρόλο. Τρέμουν πολιτικά, ακόμη και στη σκέψη ότι μπορεί να χρειαστεί να στείλουν ισχυρά στρατεύματα (που σήμερα δεν διαθέτουν) για να πολεμήσουν στις Βαλτικές χώρες, αν γίνει μια μεγάλη ρωσική επίθεση. Και η λύση που βρήκαν, εκ φύσεως προσωρινή, είναι να συνεχίζεται ο πόλεμος στην Ουκρανία, απασχολώντας τα ρωσικά στρατεύματα.
H Ουκρανία και ο ανασχεδιασμός της ασφάλειας στην Ευρώπη
Κατά συνέπεια, όπως έχουμε ήδη αναφέρει και σε άλλα προηγούμενα σημειώματα, ο μόνος δρόμος για να αποκτήσει η Ευρώπη «στρατηγική αυτονομία», περνά μέσα από την ειρήνευση στην Ουκρανία, σε συνδυασμό όμως τη δημιουργία μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας στη γηραιά ήπειρο, που θα λαμβάνει υπόψιν της και τα συμφέροντα της σήμερα «μισητής» Ρωσίας.
Το πρώτο ενδεχόμενο αρχίζει να φαίνεται στον ορίζοντα, κάτω από τη διπλή πίεση που δέχεται πλέον η Ουκρανία. Όχι μόνο στο πεδίο της μάχης, αλλά και στο σύστημα ενέργειας της, το οποίο βρίσκεται σήμερα, μέσα στο καταχείμωνο, υπό απειλή άμεσης κατάρρευσης.
Από μόνη της όμως, μια συμφωνία ειρήνευσης δεν θα αλλάξει τη στρατηγική τροχιά των εξελίξεων. Εάν δεν υπάρξει μια νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας (μαζί με τον λελογισμένο επανεξοπλισμό της υπόλοιπης Ευρώπης) ώστε να μειωθεί η ένταση των σχέσεων με τη Ρωσία, οι Ευρωπαίοι θα παραμείνουν υποτακτικοί των ΗΠΑ, (λιγότερο ή περισσότερο… ταπεινωμένοι), για τους λόγους που αναφέρθηκαν προηγουμένως.
Μια κατάσταση που στο καλύτερο σενάριο θα κρατήσει για 1-2 δεκαετίες, όπως άλλωστε αναγνωρίζουν όλοι οι σοβαροί αμυντικοί αναλυτές. Τις ανοησίες περί άμεσης στρατηγικής αυτονομίας, ενόσω διαρκεί η σκληρή αντιπαράθεση με τη Ρωσία, τις λένε είτε πολιτικοί αναλυτές με άλλη ατζέντα, είτε «opinion leaders» και αρθρογράφοι της κατηγορίας «όλα τα σφάζω κι όλα τα μαχαιρώνω».
«Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα», θα πουν οι περισσότεροι-και μάλλον θα έχουν δίκιο. Ο ταραγμένος κόσμος του σήμερα, απαιτεί δύσκολες, ρεαλιστικές αποφάσεις. Υπάρχουν όμως και εκείνοι στην Ευρώπη, που θα απορρίψουν κατευθείαν οποιαδήποτέ συνεννόηση με τη Ρωσία, χρησιμοποιώντας μανιχαϊστικά, τις «αξίες» της Δύσης και την «παγκόσμια τάξη με κανόνες». Η προηγούμενη παγκόσμια τάξη όμως μας τελείωσε, μαζί με το καθεστώς της μόνης υπερδύναμης.
Κι όπως τόνισε ο πρωθυπουργός του Καναδά, στην εντυπωσιακή ομιλία του, «η νοσταλγία δεν είναι στρατηγική».