Επί πολλά χρόνια οι Ηνωμένες Πολιτείες καταρτίζουν σχέδια αποτροπής για το ενδεχόμενο ναυτικού αποκλεισμού της Ταιβάν από την «επιθετική» Κίνα.
Από αυτή την πλευρά, είναι μάλλον ιστορική ειρωνεία ότι η διοίκηση Τραμπ είναι εκείνη που ανακοίνωσε ναυτικό αποκλεισμό στο Ιράν, το πετρέλαιο του οποίου έχει, σε ποσοστό περίπου 90%, ως τελικό προορισμό την ασιατική υπερδύναμη.
Έναν αποκλεισμό που επιβάλλεται από αεροναυτικές δυνάμεις, οι οποίες συγκεντρώθηκαν στην περιοχή του Περσικού, αποψιλώνοντας εκείνες ακριβώς τις μονάδες που έχουν ως αποστολή την αποτροπή της κινεζικής δράσης στην ευρύτερη περιοχή της Ταϊβάν.
Περίπου το ένα τρίτο του αμερικανικού στόλου επιφανείας έχει μετακινηθεί στη Μέση Ανατολή, μαζί με συστήματα αεράμυνας THAAD που αποσύρθηκαν από τη Νότια Κορέα — μια ανακατανομή δυνάμεων που, κατά τους αναλυτές, ενισχύει τη θέση της Κίνας στον Ειρηνικό.
Αν αυτά σας φαίνονται κάπως παράδοξα, δεν έχετε άδικο. Με τον πόλεμο που ξεκίνησε στο Ιράν, ο πρόεδρος Τραμπ υπέπεσε στο σφάλμα που συχνά χαρακτηρίζει τις μεγάλες δυνάμεις.
Στην «ύβρη της ισχύος», που προκύπτει όταν η στρατηγική και η οριοθέτηση συγκεκριμένων, ρεαλιστικών στόχων αντικαθίστανται από την υπερβολική εμπιστοσύνη στην εξόφθαλμη διαφορά στρατιωτικής δύναμης, ως μέσου άμεσης και καθολικής επιβολής.
Από τη στιγμή που αυτό δεν συνέβη, ο Αμερικανός πρόεδρος εναλλάσσει διάφορους τακτικισμούς (τελεσίγραφα, επιλεκτικά χτυπήματα σε υποδομές, εξωφρενικές απειλές ολικής καταστροφής που αναιρούνται στο παρά πέντε), προκειμένου να βρει τρόπο να φέρει τους Ιρανούς στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους δικούς του όρους.
Μέχρι τώρα δεν το έχει επιτύχει, ίσως διότι τόσο ο ίδιος όσο και το επιτελείο του αδυνατούν να «διαβάσουν» σωστά τον τρόπο σκέψης και δράσης των αντιπάλων τους, όπως υποστηρίζουν εδώ και καιρό έγκυροι αναλυτές με βαθιά γνώση του Ιράν και της Μέσης Ανατολής.
Αποκλεισμός χωρίς εγγυημένο αποτέλεσμα
Το γεγονός ότι οι ΗΠΑ παίζουν τώρα το χαρτί του ναυτικού αποκλεισμού δείχνει πόσο αναποτελεσματική ήταν η μέχρι τώρα στρατηγική, αλλά και την ανακολουθία των ενεργειών τους.
Θυμίζουμε ότι από την αρχή του Μαρτίου πολλά πλοία μπαινοβγαίνουν ανενόχλητα στα Στενά του Ορμούζ, μεταφέροντας ιρανικό πετρέλαιο στην Κίνα, είτε «για να μην ανέβουν οι τιμές», όπως υποστήριξε δημοσίως ο υπουργός Οικονομικών Μπεσέντ, είτε για να μη δημιουργηθεί πρόβλημα με την έτερη υπερδύναμη.
* Οι εξαγωγές προς Βενεζουέλα που αναφέρονται στο infographic, ήταν στην πραγματικότητα ανταλλαγές διυλισμένων προϊόντων, ενώ τα ΗΑΕ λειτουργούσαν ως κόμβος μεταφόρτωσης πιθανότατα και πάλι προς την Κίνα. Η Συρία προμηθευόταν επί χρόνια πετρέλαιο από το Ιράν, χωρίς να είναι γνωστό αν συνεχίζει.
Στο πλαίσιο αυτό, μάλιστα, δόθηκε στις 20 Μαρτίου και προσωρινή εξαίρεση για την πώληση και εκφόρτωση ήδη φορτωμένου ιρανικού πετρελαίου, κάτι που επέτρεψε και στην Ινδία να παραλάβει σημαντικές ποσότητες, για πρώτη φορά από το 2019.
Αυτή η τακτική φαίνεται τώρα να ανατρέπεται πλήρως, προκειμένου να επιφέρει τον οικονομικό στραγγαλισμό του Ιράν, ή και να υποχρεώσει την Κίνα να πιέσει περισσότερο την Τεχεράνη, ώστε να ενδώσει στις αμερικανικές απαιτήσεις.
Εκ πρώτης όψεως, είναι μια λογική κίνηση, με μικρότερο στρατιωτικό κίνδυνο από τα προηγούμενα σχέδια που είχαν κυκλοφορήσει για κατάληψη της νήσου Χαργκ, του βασικού τερματικού σταθμού για τις εξαγωγές πετρελαίου του Ιράν.
Συνιστά επίσης μια υποχώρηση των ΗΠΑ από τα καθαρά στρατιωτικά σχέδια καταστροφής υποδομών του Ιράν, που αναπόφευκτα θα δημιουργούσαν οδυνηρή έκρηξη σε ολόκληρη τη γύρω περιοχή.
Ωστόσο, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα επιφέρει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.
Πληροφορίες της Kpler αναφέρουν ότι υπάρχουν ήδη περίπου 170 εκατ. βαρέλια ιρανικού πετρελαίου σε καράβια που είτε βρίσκονται «εν πλω», είτε είναι φορτωμένα και αγκυροβολημένα εκτός των Στενών. Εάν ισχύει αυτό, θα περάσει αρκετός χρόνος πριν νιώσει το Ιραν, τα οικονομικά αποτελέσματα του αποκλεισμού.
Στο μεταξύ, οι τιμές του πετρελαίου αναμένεται να σημειώσουν περαιτέρω άνοδο, ενώ η σταδιακή μείωση της παραγωγής πετρελαίου στο Ιράν θα επιφέρει νέες σημαντικές ελλείψεις σε βάθος χρόνου.
Η κατάσταση θα χειροτερέψει ακόμη περισσότερο, εάν οι Χούθι -που διαθέτουν αποδεδειγμένη ικανότητα να πλήξουν εμπορικά πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα- επιχειρήσουν συντονισμένο κλείσιμο του στενού Μπαμπ ελ-Μαντέμπ.
Ένα ταυτόχρονο μπλοκάρισμα Ορμούζ και Ερυθράς Θάλασσας θα στερούσε στο πετρέλαιο του Κόλπου τις δύο κύριες θαλάσσιες εξόδους του. Η τιμή του πετρελαίου δεν αποκλείεται να εκτοξευτεί και πάνω από τα 150 δολάρια το βαρέλι, σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών της πετρελαϊκής αγοράς.
Η «καραμπόλα» με την Κίνα
Τρίτο και πολύ σημαντικό: ο ναυτικός αποκλεισμός λειτουργεί ως επικίνδυνη «καραμπόλα», καθώς ενδέχεται να φέρει σε ανοικτή αντιπαράθεση τις δύο υπερδυνάμεις.
Χθες, ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών της Κίνας έκανε μια μάλλον ουδέτερη δήλωση, έχοντας ήδη γνώση των ανακοινώσεων περί ναυτικού αποκλεισμού.
Κάλεσε όλα τα μέρη να επιδείξουν «ψυχραιμία και αυτοσυγκράτηση», χαρακτηρίζοντας το Στενό του Ορμούζ ζωτική διεθνή εμπορική οδό, ενώ ζήτησε τήρηση της κατάπαυσης του πυρός και επίλυση των διαφορών μέσω διπλωματίας.
Αξίζει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι παράλληλα με αυτή την επίσημη γραμμή, κυκλοφορούν σε ασιατικά μέσα δηλώσεις σε πιο σκληρή γλώσσα, αποδιδόμενες στον υπουργό Άμυνας Ντονγκ Τζουν. Η απόκλιση αυτή ίσως αποδειχθεί σημαντική, αφήνοντας εύρος επιλογών, ανοικτό για το Πεκίνο.
Με δεδομένο όμως ότι τουλάχιστον το 90% του πετρελαίου του Ιράν καταλήγει στην Κίνα, είναι περίπου αναπόφευκτο ότι κινεζικά πλοία, που μεταφέρουν μεγάλο μέρος αυτού του πετρελαίου, θα βρεθούν αργά ή γρήγορα αντιμέτωπα με αμερικανικά πολεμικά που θα θελήσουν να τα σταματήσουν.
Προφανώς ο πρόεδρος Τραμπ ποντάρει ότι θα βρεθεί λύση πριν συμβεί κάτι τέτοιο ή ότι η Κίνα θα αποφύγει την αντιπαράθεση, μένοντας πιστή στη γραμμή της «ήρεμης δύναμης» που έχει χαράξει μέχρι σήμερα.
Εντούτοις, για το κινεζικό καθεστώς, το να μπλοκαριστούν πλοία του στην ανοικτή θάλασσα χωρίς συνέπειες, ίσως αποδειχθεί βαρύ πλήγμα κύρους, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό.
Σε αυτή την περίπτωση, το ρεπερτόριο πιθανών αντιδράσεων του Πεκίνου είναι ευρύ. Από εμπορικά αντίμετρα (δασμοί, περιορισμοί σε σπάνιες γαίες) και οικονομική πίεση (μείωση αγορών αμερικανικού χρέους), μέχρι ναυτική συνοδεία των κινεζικών δεξαμενόπλοιων.
Ακόμη και η πραγματοποίηση κινήσεων στη Νότια Σινική Θάλασσα, δεδομένης και της απουσίας μεγάλου μέρους των αμερικανικών δυνάμεων από τον Ειρηνικό, θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος μιας αντίδρασης.
Μένει λοιπόν να φανεί αν ο Αμερικανός πρόεδρος, στην προσπάθειά του να διορθώσει τη λάθος εκτίμηση για τις στρατιωτικές αντιδράσεις και τις αντοχές του Ιράν, έχει υποπέσει σε μεγαλύτερο λάθος, κι αν θα καταφέρει τελικά με κάποιο τρόπο, να σώσει την παρτίδα, ή έστω τα προσχήματα.