Προ μηνών, ο Μιχάλης Σάλλας, άνθρωπος τον οποίο δύσκολα θα κατέτασσε κάποιος στους αντισυστημικούς επικριτές των αγορών, διατύπωσε έναν εύστοχο αφορισμό για την κρίση στο πολιτικό σύστημα της Δύσης.
Έγραψε ότι ο νεοφιλελευθερισμός «μετέτρεψε τους πολιτικούς σε σερβιτόρους των αγορών, υποχρεωμένους να μεταφέρουν αποφάσεις χωρίς να τις λαμβάνουν».
Σε μια περίοδο όμως που οι αγορές, τα χρέη, η γεωπολιτική και η εκρηκτική ακρίβεια στενεύουν τα περιθώρια πολιτικής, συμβαίνει πλέον και κάτι άλλο. Οι ίδιοι οι πολιτικοί γίνονται αναλώσιμοι. Δεν τιμωρούνται μόνο για όσα κάνουν, αλλά και για όσα οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούν πια να κάνουν.
Οι δρόμοι για να φτάσουμε στη σημερινή κατάσταση ήταν κυρίως δύο. Η ασύμμετρη παγκοσμιοποίηση και η υπερχρέωση των κρατών, ειδικά στην Ευρώπη σε συνδυασμό και με τη νομισματική ένωση.
Το αποτέλεσμα ήταν να χάσουν τα περισσότερα κράτη τη δυνατότητα ουσιαστικής αυτονομίας στην οικονομική πολιτική, στη φορολόγηση του πλούτου- και στην περίπτωση της Ευρώπης, τα εργαλεία της αυτόνομης νομισματικής πολιτικής.
Η υπερχρέωση, απότοκο ως έναν βαθμό της νοοτροπίας των πολιτικών να βλέπουν ως ορίζοντα την τετραετία της εξουσίας τους, αποτελεί την άλλη όψη του νομίσματος.
Λειτούργησε συχνά ως υποκατάστατο των ανεπαρκών κρατικών εσόδων, με σκοπό να δημιουργηθεί στους ψηφοφόρους μια εικόνα επίπλαστης ευμάρειας, που δεν στηριζόταν πλέον σε πραγματικές παραγωγικές δυνατότητες.
Στο ίδιο διάστημα, τα περίφημα «διεθνή ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα» της παγκοσμιοποίησης δημιουργούσαν, ανισομερώς, χρόνο με τον χρόνο, νικητές και χαμένους. Νικητές, πολύ συχνά, εκτός Δύσης και χαμένους εντός Δύσης.
Δεν είναι, βεβαίως, η οικονομία ο μοναδικός παράγοντας. Η κρίση πολιτικής εμπιστοσύνης τροφοδοτείται και από το μεταναστευτικό, τα κοινωνικά δίκτυα και την αίσθηση πολιτισμικής ανασφάλειας. Κοινός παρονομαστής όλων όμως, είναι ότι οι κυβερνήσεις εμφανίζονται όλο και λιγότερο ικανές να ελέγξουν τις εξελίξεις.
Μικρότερο μερίδιο στην πίτα, αύξηση στις ανισότητες
Στις ΗΠΑ, ηγέτιδα δύναμη της παγκοσμιοποίησης, το αποτέλεσμα ήταν μια θεμελιώδης αντιδιαστολή. Από τη μία, η ιδιωτική οικονομία που ανθεί, κι από την άλλη, ένα κράτος υπερδανεισμένο, με τεράστια ελλείμματα.
Στην Ευρώπη, η σταδιακή υπερχρέωση πολλών χωρών συνοδεύτηκε από συγκριτικά χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, λόγω μιας σειράς αγκυλώσεων, όπως η προσθήκη νέων επιπέδων γραφειοκρατίας από τις ευρωπαϊκές αρχές και διαδικασίες, η αναλογικά μικρή διείσδυση της καινοτομίας, η υπερβολή στις «πράσινες πολιτικές» και, σε πολλές χώρες, οι παρενέργειες του κοινού νομίσματος.
Αυτή την περίοδο ζούμε τα επίχειρα προηγούμενων επιλογών. Η Κίνα έχει εξελιχθεί σε βιομηχανικό υπερ-πρωταθλητή, ενώ άλλες μεγάλες χώρες του Παγκόσμιου Νότου, με πολύ νεότερους πληθυσμούς, διεκδικούν αυξανόμενο μερίδιο της «πίτας».
Για το μεγάλο κεφάλαιο στη Δύση, αυτός ο αδυσώπητος ανταγωνισμός έχει δημιουργήσει νέα δεδομένα. Μαζί με τη χρηματιστηριοποίησή του, έχει δώσει στην ανέκαθεν υπαρκτή επιθυμία για υψηλότερα κέρδη το πρόσθετο κίνητρο της ανάγκης.
Οι σχετικά μεγάλες επιχειρήσεις της Δύσης έχουν αποσυνδεθεί από τις αγορές στην έδρα τους, επεκτεινόμενες σε τρίτες χώρες, γι’ αυτό και βλέπουμε το λεγόμενο «decoupling» ανάμεσα στα χρηματιστήρια και τις τοπικές οικονομίες να ενισχύεται.
Το ίδιο φαινόμενο όμως εμφανίζεται και στις κοινωνίες. Τα επιχειρηματικά κέρδη ενισχύονται ταχύτερα από τους μισθούς, οι οποίοι δεν μπορούν να παρακολουθήσουν την αυξανόμενη ακρίβεια, ιδίως σε βασικά αγαθά όπως η στέγαση, η υγεία και η διαβίωση.
Το αποτέλεσμα είναι η διεύρυνση των ήδη υπαρχουσών ανισοτήτων και, στην πορεία, η συσσώρευση κοινωνικών και, εν τέλει, πολιτικών εντάσεων.
Όταν οι αγορές ψηφίζουν πριν από τους πολίτες
Στη σημερινή εποχή, ακόμη και ο πανίσχυρος πρόεδρος των ΗΠΑ ζει με την «απειλή» της αγοράς ομολόγων. Το είδαμε το 2025 με την υπόθεση των δασμών. Το είδαμε και το 2026 με τον πόλεμο στον Περσικό Κόλπο.
Πόσο μάλλον οι ηγέτες των ευρωπαϊκών κρατών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Βρετανία, η οποία, μπροστά στα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει, οδεύει προς τον έβδομο πρωθυπουργό μέσα σε μία δεκαετία πολιτικής αστάθειας. Δεν είναι όμως μόνη της.
Σύμφωνα με πανευρωπαϊκή έρευνα του YouGov που δημοσιεύτηκε στις 8 Ιουνίου, η δημοφιλία του Καγκελάριου Μερτζ στη Γερμανία βρίσκεται στο 16%, παρότι κυβερνά λίγο περισσότερο από έναν χρόνο! Η δημοφιλία του Γάλλου προέδρου Μακρόν, που έχει αλλάξει επτά πρωθυπουργούς σε εννέα χρόνια, βρίσκεται πια στο 18%. Αμφότεροι παρουσιάζουν χαμηλότερη δημοφιλία από το 21% του Κιρ Στάρμερ, που ήδη υποχρεώθηκε να παραιτηθεί
Την ίδια εικόνα δίνει και η μελέτη των αποτελεσμάτων στις εκλογές των τελευταίων τεσσάρων ετών. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, ειδικά από το 2022 και μετά, το να ανακηρυχθεί κάποιος πρωθυπουργός σε κράτος της Ευρώπης σχεδόν προεξοφλεί την ήττα του ιδίου και της παράταξής του στις επόμενες εκλογές.
Υπήρξαν βεβαίως και εξαιρέσεις. Ανάμεσά τους ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην Ελλάδα και ο Πέδρο Σάντσεθ στην Ισπανία.
Η επιτυχία του τελευταίου οφείλεται, λένε αναλυτές, κυρίως στη φτηνή ενέργεια που εξασφάλισε η χώρα του και στη μετανάστευση ισπανόφωνων από τη Λατινική Αμερική, που απελευθέρωσε παραγωγικές δυνάμεις χωρίς να δημιουργήσει εντάσεις, λόγω κοινής κουλτούρας και παράδοσης.
Στην περίπτωση των κυβερνήσεων Μητσοτάκη, δύσκολο να αποσυνδέσει κάποιος την επιτυχία στις εκλογές του 2023 από την αποσυμπίεση του ελατηρίου στην οικονομία, μετά από χρόνια κρίσης και την περίοδο της Covid.
Εν ολίγοις, πρόκειται για εξαιρέσεις που μάλλον επιβεβαιώνουν τον κανόνα, καθώς οι στενοί κορσέδες των παγκοσμιοποιημένων αγορών και της «κρατούσας» οικονομικής πολιτικής περιορίζουν ασφυκτικά τα περιθώρια, σε μια περίοδο έντονης πίεσης στην αγοραστική δύναμη του πολίτη.
Πολιτικοί ηγέτες «μίας χρήσεως»
Έτσι, οι πολιτικοί του κατεστημένου συστήματος, που «σερβίρουν» περίπου τις ίδιες λύσεις, γίνονται μέρος του «μενού».
Γίνονται ηγέτες «μίας χρήσεως», καθώς μεγάλο μέρος των πολιτών δυσφορεί, αναπολώντας το παρελθόν, με αποτέλεσμα να στρέφεται ολοένα και περισσότερο σε άλλες, βαθμηδόν πιο αντισυμβατικές λύσεις, αναζητώντας διέξοδο στα προβλήματα και τις προσδοκίες του.
Η Ελλάδα δεν βρίσκεται έξω από αυτή την τάση. Απλώς την εκφράζει με τη δική της καθυστέρηση και τις δικές της ιδιομορφίες.
Είναι αυτή η τάση που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τα σημερινά ποσοστά της Νέας Δημοκρατίας (πρόθεση ψήφου στην περιοχή του 25%), την αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να καταστεί βασικός αντιπολιτευτικός πόλος, όπως και τη σχεδόν αυτόματη δημοσκοπική άνοδο της ΕΛΑΣ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Όπως έδειξε όμως και η πορεία της κάποτε «αντισυστημικής» Τζώρτζια Μελόνι στην Ιταλία, όποιος κι αν εκλεγεί μάλλον θα υποχρεωθεί να παίξει με τους όρους του κυρίαρχου συστήματος, διακινδυνεύοντας να γίνει κι εκείνος, μέρος του μενού.
Είναι χαρακτηριστικό ότι και η Μελόνι που παραμένει ανάμεσα στους πιο δημοφιλείς πολιτικούς στην Ευρώπη, με δημοτικότητα της τάξης του 38%, σύμφωνα με το YouGov, κινείται προς αλλαγή του εκλογικού συστήματος ενόψει των εκλογών του 2027, προκειμένου να ισχυροποιήσει τη θέση της και την «κυβερνητική σταθερότητα».
Η ανισορροπία μεταξύ Δημοκρατίας και Καπιταλισμού
Το πρόβλημα είναι λοιπόν βαθύτερο. Ξεπερνά τις φυσιογνωμίες και τις δυνατότητες των πολιτικών ηγετών, διότι η ισορροπία ανάμεσα στη φιλελεύθερη δημοκρατία και τον καπιταλισμό, που φάνηκε να λειτουργεί αρμονικά σε παλαιότερες δεκαετίες, έχει πια ανατραπεί, προς όφελος του δεύτερου.
Κάτι που δεν αναμένεται να αλλάξει εύκολα, λόγω και του αδυσώπητου ανταγωνισμού μεταξύ του δυτικού καπιταλισμού και των «υβριδίων» του στις μεγάλες αναπτυσσόμενες οικονομίες, με πρώτη την Κίνα.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ποιος θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές και που. Είναι πόσο ακόμη μπορούν να αντέξουν τα πολιτικά συστήματα των δυτικών χωρών μια περίοδο κατά την οποία οι πολίτες ψηφίζουν για αλλαγή, αλλά οι κυβερνήσεις έχουν όλο και λιγότερα περιθώρια να την προσφέρουν.
Και, εν τέλει, πόσο μπορεί να αντέξει σε αυτή την πίεση το ίδιο το πολίτευμα, με τη μορφή που το γνωρίσαμε.