Όταν ο Αλέξης Τσίπρας έθεσε ως πρώτη από τις επτά δεσμεύσεις της ΕΛΑΣ τη «ζωή με Αξιοπρέπεια», ο Μάκης Βορίδης ένα από τα σημαίνοντα στελέχη της σημερινής Νέας Δημοκρατίας, απάντησε ειρωνικά.
«Και τι σημαίνει αξιοπρέπεια», είπε, μεταξύ άλλων, με το γνωστό του ύφος, καλώντας τον Τσίπρα να πει συγκεκριμένα ότι θα αυξήσει μισθούς και συντάξεις ή ότι θα μειώσει φόρους.
Η απαίτηση για κοστολογημένες προτάσεις είναι ασφαλώς θεμιτή. Η ειρωνεία, όμως, για την ίδια την έννοια αποτελεί κλασικό παράδειγμα πολιτικής άγνοιας κινδύνου.
Πρώτον, επειδή ακριβώς αυτό το ζήτημα, της «ζωής με αξιοπρέπεια» απασχολεί διεθνώς οικονομολόγους και πολιτικούς, κι όχι άδικα.
Και δεύτερον, επειδή η Ελλάδα δεν είναι μια ήρεμη και αισιόδοξη κοινωνία που απλώς περιμένει καλύτερα προγράμματα, κοστολογημένα από το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο, που ελάχιστοι ούτως ή άλλως θα διαβάσουν.
Σε πρόσφατη έρευνα, η απογοήτευση ήταν το κυρίαρχο συναίσθημα για το 49% των πολιτών και ο θυμός για το 36%, ενώ η ελπίδα περιοριζόταν στο 10% και το αίσθημα ασφάλειας στο 5%. Ομοίως, σε πρόσφατο Ευρωβαρόμετρο, το 59% των Ελλήνων δήλωνε απαισιόδοξο για το μέλλον της χώρας, έναντι 40% που δήλωνε αισιόδοξο.
Όταν λοιπόν το κοινωνικό κλίμα είναι τόσο ταραγμένο, δεν είναι απλώς άστοχο να αντιμετωπίζεις την αξιοπρέπεια σαν ένα αστείο, γενικόλογο σύνθημα. Είναι και επικίνδυνο. Ιδίως όταν αυτή η καθόλου αστεία λέξη, μπορεί να αποτυπωθεί πλέον με μεγάλη ακρίβεια, στο εισόδημα, στη στέγη, στην εργασία και στην αίσθηση ασφάλειας των πολιτών.
Η ανάπτυξη που δεν φτάνει στο πορτοφόλι
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat για το 2025, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας, σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, βρίσκεται στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δυστυχώς, πρόκειται για τη χαμηλότερη επίδοση στην ΕΕ, μαζί με τη Βουλγαρία. Το 2015 όμως, η Βουλγαρία βρισκόταν στο 49% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Δέκα χρόνια μετά, μας έχει φτάσει.
Ακόμη πιο ενοχλητικό είναι το γεγονός ότι αυτή η «επίδοση» έρχεται μετά από χρόνια ανάπτυξης στην Ελλάδα, με ρυθμούς υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, επιστροφή στην επενδυτική βαθμίδα, σημαντικές ξένες επενδύσεις και υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα.
Που σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν συγκλίνει με αρκετή ταχύτητα. Άλλες οικονομίες της περιοχής μειώνουν γρηγορότερα την απόσταση με τους μέσους όρους της ΕΕ.
Δεν είναι τυχαίο ότι και η πραγματική ατομική κατανάλωση, που αποτυπώνει καλύτερα το υλικό βιοτικό επίπεδο των νοικοκυριών, κινείται περίπου στο 80% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Με άλλα λόγια, η μακροοικονομική σταθερότητα και η οικονομική ανάπτυξη, δεν περνά αυτομάτως στο πορτοφόλι.
Η πρόοδος που έχει σημειωθεί στην οικονομία, δεν γίνεται αισθητή με την ίδια ένταση από το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας, παρά τη μείωση της ανεργίας, την αύξηση του κατώτατου μισθού τις φορολογικές ελαφρύνσεις και τα επιδόματα.
Η απάντηση βρίσκεται φυσικά στην «ακρίβεια» που οι περισσότεροι συζητούν στην καθημερινότητά τους. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, από τον Απρίλιο του 2021 έως τον Απρίλιο του 2026 οι τιμές στα τρόφιμα αυξήθηκαν σωρευτικά περίπου κατά 39%, ενώ στην ευρύτερη κατηγορία της στέγασης —ενοίκια, ρεύμα, αέριο και θέρμανση— η αύξηση πλησίασε το 37%.
Την ίδια ώρα, οι κατά κεφαλήν αμοιβές εξαρτημένης εργασίας είναι φέτος υψηλότερες κατά 21,3% σε ονομαστικές τιμές και μάλιστα όχι σε σχέση με το 2021, αλλά με το 2019, σύμφωνα με τα στοιχεία του προϋπολογισμού.
Όταν λοιπόν σημαντικό μέρος του μισθού εξαϋλώνεται με αυτό τον τρόπο, επόμενο είναι πολλοί πολίτες να αισθάνονται ότι «τρέχουν όλη μέρα», αλλά πηγαίνουν προς τα πίσω!
Ακόμη περισσότερο όταν σύμφωνα με έρευνα της Eurostat που δημοσιεύτηκε στο τέλος Ιουλίου σχεδόν ένας στους δύο Έλληνες (το 46,6%) άνω των 16 ετών δηλώνει πως δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να κάνουν ούτε μια εβδομάδα διακοπές εκτός σπιτιού, έναντι ποσοστού 27,5% κατά μέσο όρο στις χώρες της ΕΕ.
Μόνο η Ρουμανία που βρίσκεται σε φάση μεγάλης οικονομικής δυσπραγίας μας ξεπερνά με ποσοστό 61,4%, ενώ η γειτόνισσα Βουλγαρία βρίσκεται σε σχετικά καλύτερη θέση με 39,1%.
Η αξιοπρέπεια κρίνεται στη στέγη και στη δουλειά
Η στέγη είναι ίσως το καθαρότερο παράδειγμα. Το 2024, για το 28,9% του πληθυσμού στην Ελλάδα οι στεγαστικές δαπάνες ξεπερνούσαν το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος, έναντι μόλις 8,2% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Έτσι είναι η καθημερινότητα σε χιλιάδες νοικοκυριά. Για αυτό οι νέοι αργούν να φύγουν από το πατρικό σπίτι και συχνά συγκατοικούν από ανάγκη, ενώ οικογένειες ζουν σε μικρότερα σπίτια από αυτά που απαιτούν οι ανάγκες τους και με μόνιμη αγωνία για την επόμενη αύξηση του ενοικίου.
Υπάρχει όμως και μια σκληρότερη πλευρά. Το 2025 αναγγέλθηκαν στην Επιθεώρηση Εργασίας 20.498 εργατικά ατυχήματα, από 11.957 το 2021. Πρόκειται για αύξηση άνω του 70%, ενώ οι 20.498 αναγγελίες αποτελούν τον υψηλότερο αριθμό από τη δημιουργία της υπηρεσίας.
Στην απολογιστική καταγραφή εμφανίζονται 47 θανατηφόρα περιστατικά -42 οριστικοποιημένα και πέντε υπό διερεύνηση σε προηγούμενη διευκρίνιση της Επιθεώρησης- ενώ η ΟΣΕΤΕΕ, με πολύ ευρύτερη περίμετρο, καταγράφει 201 θανάτους. Η τεράστια απόσταση μεταξύ τους, δείχνει ότι ακόμη και η καταγραφή παραμένει πεδίο σοβαρής διαφωνίας!
Η αξιοπρέπεια, συνεπώς, δεν εξαντλείται στο ύψος των απολαβών. Περιλαμβάνει και το στοιχειώδες δικαίωμα να ζει και να εργάζεται κάποιος σε συνθήκες που δεν θέτουν τη ζωή του σε αδικαιολόγητο κίνδυνο.
Από το σύνθημα στο πρόγραμμα
Η συζήτηση περί αξιοπρέπειας δεν είναι καινούργια, φαίνεται όμως να αποκτά ολοένα και πιο επίκαιρο χαρακτήρα. Η Ιζαμπέλα Βέμπερ, του πανεπιστημίου της Μασαχουσέτης στο Άμχερστ , πολύ γνωστή στους οικονομικούς κύκλους για το φαινόμενο του «sellers inflation» (γνωστότερο ως greedflation μέσω των ΜΜΕ) κυκλοφορεί στις 20 Οκτωβρίου το βιβλίο «Anti-Fascist Economics, In Defense of Affordability, Dignity, and Democracy».
Βασική της θέση είναι ότι η αδυναμία πρόσβασης στα βασικά αγαθά —στέγη, τρόφιμα, ενέργεια και φροντίδα— υπονομεύει την εμπιστοσύνη στη δημοκρατία και τροφοδοτεί την «πολιτική της μνησικακίας».
Στην ίδια κατεύθυνση, ο Τζιν Σπέρλινγκ, που διετέλεσε διευθυντής του National Economic Council των ΗΠΑ υπό δύο προέδρους, τον Μπιλ Κλίντον και τον Μπαράκ Ομπάμα, πρότεινε ήδη από το 2020 την «οικονομική αξιοπρέπεια» ως πυξίδα της οικονομικής πολιτικής.
Όχι αντί του ΑΕΠ, αλλά ως το κριτήριο που δείχνει αν η ανάπτυξη βελτιώνει πραγματικά τη ζωή των ανθρώπων.
Ο Τσίπρας, λοιπόν, έπιασε σωστά έναν διεθνή παλμό. Αυτό δεν σημαίνει ότι παρουσίασε και ολοκληρωμένο πρόγραμμα. Για να αποκτήσει περιεχόμενο η «ζωή με αξιοπρέπεια», χρειάζονται συγκεκριμένοι στόχοι:
Ταχύτερη αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων (που σημαίνει πρακτικά σημαντική αλλαγή οικονομικού μοντέλου με έμφαση στους τομείς υψηλής παραγωγικότητας), μείωση της στεγαστικής επιβάρυνσης, ουσιαστική πολιτική κοινωνικής κατοικίας, αποτελεσματικότερους ελέγχους στην αγορά και ισχυρότερη ασφάλεια στην εργασία.
Όλα αυτά κοστίζουν. Απαιτούν χρήματα, σχέδιο, προτεραιότητες και συγκρούσεις. Η έλλειψή τους, όμως, έχει ακόμη μεγαλύτερο κόστος. Σε εμπιστοσύνη, κοινωνική συνοχή και, τελικά, σε δημοκρατία.
Κι όποιος δεν αντιλαμβάνεται πόσο έντονα αναζητά σήμερα η κοινωνία την αξιοπρεπή διαβίωση, διατρέχει τον κίνδυνο να το καταλάβει όταν θα είναι ήδη αργά.