Για δεκαετίες, από την εποχή ακόμη των περίφημων «ραντιέρηδων» του Ανδρέα Παπανδρέου, η αποταμίευση ήταν περίπου συνώνυμη της ασφάλειας. Ο,τι περίσσευε πήγαινε στην τράπεζα, ενίοτε σε κάποια προθεσμιακή ή σε έντοκα γραμμάτια και κρατικά ομόλογα, απέφερε ασφάλεια και σημαντική απόδοση, κι ο αποταμιευτής είχε ήσυχο το κεφάλι του.
Εδώ και αρκετά χρόνια, όμως, αυτή η «ασφάλεια» έχει σοβαρό κόστος. Τα χρήματα μπορεί να παραμένουν στον λογαριασμό, αλλά η αγοραστική τους δύναμη μειώνεται.
Οι πραγματικές αποδόσεις των καταθέσεων, ακόμη και των προθεσμιακών, έχουν γίνει συχνά αρνητικές, φαινόμενο που εντάθηκε μετά τις πληθωριστικές αναταράξεις του 2021.
Τον Αύγουστο που μόλις πέρασε, ο πληθωρισμός ανέβηκε στο 3,3% στην ευρωζώνη και στο 3,7% στην Ελλάδα. Μεγάλο μέρος της τελευταίας αύξησης οφείλεται στην ενέργεια, που «έτρεξε» με 14,3% στην ευρωζώνη, ενώ ο δομικός πληθωρισμός βρίσκεται χαμηλότερα, στο 2,4%.
Ακόμη όμως κι αν αφήσουμε στην άκρη το τελευταίο ενεργειακό σοκ, το πρόβλημα για τον αποταμιευτή παραμένει.
Οι αποταμιεύσεις χάνουν τη μάχη της ακρίβειας
Η μέση νέα προθεσμιακή έως ενός έτους στην Ελλάδα απέδιδε τον Ιούλιο μόλις 1,24%, έναντι 2,10% στην ευρωζώνη. Οι απλές καταθέσεις των ελληνικών νοικοκυριών είχαν σχεδόν μηδενική απόδοση.
Συνεπώς, ο πίνακας δείχνει δύο διαφορετικά προβλήματα. Το πρώτο είναι γενικό: οι καταθέσεις υπολείπονται του πληθωρισμού. Το δεύτερο είναι καθαρά ελληνικό. Στη χώρα μας οι αποδόσεις των καταθέσεων είναι πενιχρότατες. Παρότι έχουμε το ίδιο νόμισμα, την ίδια κεντρική τράπεζα, υπάρχει 86 μονάδες βάσης διαφορά, ενώ από αυτή την πενιχρή απόδοση θα πρέπει να αφαιρεθεί και ο ελληνικός φόρος 15%.
Εάν συγκρίνουμε με τον επίσημο πληθωρισμό, υπάρχουν βέβαια κάποιες άλλες λύσεις που μπορούν να τον ξεπεράσουν, έστω και λίγο. Τα έντοκα γραμμάτια, τα money market funds και τα βραχυπρόθεσμα ομόλογα, προσφέρουν κατά περίπτωση καλύτερες αποδόσεις, με σχετικά χαμηλό κίνδυνο.
Οι λύσεις αυτές όμως απλώς κρατούν τον αποταμιευτή «περίπου στα ίσα», δεν τον πάνε μπροστά. Αποδίδουν περίπου όσο ο πληθωρισμός και, μετά τη φορολογία, συνήθως κάτι λιγότερο, χωρίς να είναι δεδομένο ότι αυτό θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια.
Όλα αυτά όμως αφορούν τον επίσημο πληθωρισμό. Για τον πολίτη υπάρχει και μια δεύτερη πραγματικότητα. Η ακρίβεια που βλέπει και αισθάνεται στην καθημερινότητά του.
Πρόκειται για σημαντικό χάσμα το οποίο καταγράφει και η ίδια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Τον περασμένο Μάιο, για παράδειγμα, οι Ευρωπαίοι εκτιμούσαν ότι ο πληθωρισμός που είχαν βιώσει το προηγούμενο δωδεκάμηνο ήταν 4%. Ακόμη πιο εντυπωσιακό, είναι ότι περίμεναν αύξηση του ονομαστικού τους εισοδήματος κατά μόλις 1%, ενώ εκτιμούσαν ότι οι δαπάνες τους είχαν αυξηθεί κατά 5,4%.
Γιατί η κατάσταση δεν αναμένεται να αλλάξει
Αρκετοί, ιδίως στον χώρο της πολιτικής και των κεντρικών τραπεζών, υποστηρίζουν ότι ο πληθωρισμός θα καταπολεμηθεί και θα επιστρέψει στην περιοχή του 2%, που είναι και ο στόχος.
Η εμπειρία των τελευταίων ετών, όμως, δείχνει ότι η πορεία κάθε άλλο παρά ευθύγραμμη είναι. Από τη μία κρίση περνάμε στην άλλη, με απρόβλεπτες αναζωπυρώσεις της ακρίβειας. Πρώτα ήταν οι μεταπανδημικές συνέπειες και το «μποτιλιάρισμα» στις μεταφορές, μετά η Ουκρανία και πιο πρόσφατα η σύρραξη στον Περσικό Κόλπο.
Πέρα όμως από τα επόμενα «απρόοπτα», υπάρχει κι ένας ελέφαντας που έχει στρογγυλοκαθίσει στο δωμάτιο: τα τεράστια χρέη και ελλείμματα σε πολλές χώρες της Ευρώπης και στις ΗΠΑ.
Το παγκόσμιο δημόσιο χρέος βρίσκεται ήδη κοντά στο 94% του ΑΕΠ και το ΔΝΤ προβλέπει ότι θα φτάσει το 100% το 2029.
Όσο αυξάνονται τα χρέη, όμως, τόσο μεγαλύτερες γίνονται και οι δημοσιονομικές συνέπειες μιας παρατεταμένης περιόδου υψηλών επιτοκίων. Γι' αυτό και η Isabel Schnabel της ΕΚΤ έχει προειδοποιήσει για τον μελλοντικό κίνδυνο του fiscal dominance.
Να υπάρξει δηλαδή σύγκρουση μεταξύ της ανάγκης καταπολέμησης του πληθωρισμού και της βιωσιμότητας των κρατικών χρεών. Μέχρι σήμερα ο κίνδυνος αυτός δεν έχει εκδηλωθεί. Η ΕΚΤ δεν δείχνει να έχει εγκαταλείψει τον στόχο του 2% και οι αγορές αναμένουν αύξηση επιτοκίων τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ.
Όσο όμως διογκώνεται το κόστος εξυπηρέτησης των χρεών, τόσο στενεύουν τα περιθώρια σημαντικής ανόδου των επιτοκίων για μεγάλο χρονικό διάστημα. Πολύ περισσότερο όταν ο απροσδόκητος πληθωρισμός μειώνει σταδιακά το πραγματικό βάρος του ήδη υφιστάμενου χρέους, ενώ, αντίθετα, τα υψηλά επιτόκια αυξάνουν το κόστος αναχρηματοδότησής του.
Οι ηγεσίες της ΕΕ θέλουν τον αποταμιευτή επενδυτή
Υπάρχει όμως και κάτι περισσότερο. Περίπου το 70% των αποταμιεύσεων των ευρωπαϊκών νοικοκυριών, δηλαδή περί τα 10 τρισ. ευρώ, βρίσκονται σε τραπεζικές καταθέσεις.
Η Κομισιόν δημιουργεί τη λεγόμενη Savings and Investments Union ακριβώς για να διοχετευθεί μεγαλύτερο μέρος αυτών των κεφαλαίων σε παραγωγικές επενδύσεις και στις κεφαλαιαγορές. Στόχος είναι να αυξηθούν η ανάπτυξη και η καινοτομία και να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή κεφαλαιαγορά, ώστε η γηραιά ήπειρος να μη μείνει ακόμη περισσότερο πίσω από τις ΗΠΑ και την Κίνα.
Κατά συνέπεια, η επίτευξη καλών αποδόσεων από τον παραδοσιακό αποταμιευτή βρίσκεται πολύ χαμηλά στη σημερινή πολιτική ατζέντα. Η πυξίδα έχει στραφεί στην κινητοποίηση των αποταμιεύσεων προς τις επενδύσεις, οπότε προς αυτή την κατεύθυνση είναι λογικό να προκύψουν και τα περισσότερα κίνητρα.
Ο αποταμιευτής πρέπει να μάθει να επενδύει
Από τα παραπάνω προκύπτει ένα περιβάλλον στο οποίο οι αποδόσεις που μπορούν όχι απλώς να καλύψουν τον πληθωρισμό, αλλά να προσφέρουν ουσιαστική πραγματική αύξηση του κεφαλαίου, απαιτούν πλέον μεγαλύτερη έκθεση σε επενδυτικά περιουσιακά στοιχεία και ανάληψη ελεγχόμενου κινδύνου.
Από μετοχές και ομόλογα έως χρυσό, ακίνητα και εμπορεύματα.
Ασφαλώς, τα χρήματα που μπορεί να χρειαστεί κάποιος σύντομα πρέπει να παραμένουν σε ρευστές και χαμηλού κινδύνου τοποθετήσεις. Για τα πραγματικά περισσευούμενα κεφάλαια όμως, η προσήλωση στις καταθέσεις και στα παραδοσιακά χαμηλού κινδύνου προϊόντα εγκυμονεί σοβαρό κίνδυνο μείωσης της αγοραστικής τους δύναμης.
Με τα σημερινά δεδομένα, για κάποιον που επιδιώκει όχι απλώς να διατηρεί ονομαστικά το κεφάλαιό του αλλά να αυξάνει μακροπρόθεσμα την πραγματική του αξία, μια μέση ετήσια απόδοση της τάξης του 6% (από ένα διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο με σταθμισμένο κίνδυνο) μοιάζει περισσότερο με ελάχιστη φιλοδοξία παρά με υψηλό στόχο, όπως φαίνεται και από το ακόλουθο παράδειγμα.
Κατά συνέπεια, όποιος διαθέτει αποταμιεύσεις που δεν θα χρειαστεί σύντομα, καλό είναι να μάθει να επενδύει. Να καταλάβει δηλαδή τι σημαίνουν έννοιες όπως επίπεδα κινδύνου, χρονικός ορίζοντας και διασπορά χαρτοφυλακίου σε διαφορετικά είδη αξιών, αγορές και διάρκειες.
Σήμερα μετοχές, ομόλογα, ακίνητα, χρυσός, commodities, αμοιβαία κεφάλαια και ETF επιτρέπουν διασπορά σε επενδύσεις και αγορές που παλαιότερα ήταν απρόσιτες σε όλους εκτός από τους μεγάλους επενδυτές. Κι ευτυχώς, διότι τα παραδοσιακά «εύκολα» μέσα έχουν περάσει στο μακρινό παρελθόν.
Για δεκαετίες μαθαίναμε από νωρίς ότι το να επενδύεις ενέχει πάντα ρίσκο. Καιρός είναι τώρα να εμπεδώσουμε και το αντίστροφο. Ρίσκο -και μάλιστα σημαντικό- έχει και το... να μην επενδύεις.