Ένας καλόπιστος παρατηρητής οφείλει να δώσει εύσημα στην κυβέρνηση για την προσπάθεια προσέλκυσης επενδυτικών εταιρειών —και των στελεχών τους— στη χώρα μας, ιδίως σε ό,τι αφορά το timing του σχεδιασμού της.
Οι κινήσεις που καταγράφονται, με τον δισεκατομμυριούχο Ρόκος και τη Millennium Management, ενώ και η Verition Fund Management φαίνεται να κινείται προς την ίδια κατεύθυνση, εκδηλώνονται σε μια συγκυρία που καθορίζεται από τρεις μακροπαράγοντες:
- Σε μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες έχει ενταθεί η συζήτηση για τη φορολόγηση του πλούτου, ενώ ειδικά η Βρετανία έχει καταργήσει ευνοϊκά μέτρα, με αποτέλεσμα να σημειώνεται κύμα φυγής.
- Δημοφιλείς προορισμοί πλουσίων στη Μέση Ανατολή, με πρώτο το Ντουμπάι, έχουν παρασυρθεί στη δίνη της σύρραξης. Ταυτόχρονα, αρκετοί πολίτες του Ισραήλ φαίνεται να αναζητούν «plan B» σε τυχόν δυσάρεστες εξελίξεις, στην άλλη πλευρά της Μεσογείου.
- Οι ανταγωνισμοί μεταξύ Δύσης και Ανατολής και η εξάπλωση της κινεζικής επιρροής δημιουργούν ένα νέο περιβάλλον. Η παγκοσμιοποίηση μετασχηματίζεται σε ζώνες, όπου ακόμη και το επενδυτικό παιχνίδι παίζεται με διαφορετικούς όρους, επηρεάζοντας ακόμη και τη Σιγκαπούρη, παρά το εξαιρετικά επιτυχημένο μοντέλο της.
Με αυτά τα δεδομένα, φαίνεται ότι ο Κυριάκος Πιερρακάκης και ο σύμβουλός του Βασίλης Καρατζάς έφτιαξαν ένα ανταγωνιστικό «πακέτο» απέναντι σε παραδοσιακούς προορισμούς ξένων πλουσίων και των κεφαλαίων τους, όπως η Κύπρος και η Μάλτα, αλλά και η Ιταλία, που εν μέρει παίζει στο ίδιο παιχνίδι.
Προφανώς δεν είναι εύκολο να γίνει ξαφνικά η Αθήνα Μιλάνο, κι ακόμη περισσότερο λονδρέζικο City. Είναι όμως πολύ μεγαλύτερη και πλουσιότερη σε επιλογές και εμπειρίες από τη Βαλέτα, τη Λευκωσία ή τη Λεμεσό.
Παράλληλα, αποκτά φιλοδοξίες περιφερειακού επενδυτικού κέντρου, με την ένταξη του Χρηματιστηρίου στο δίκτυο της Euronext και την αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς.
Η χώρα έχει κερδίσει έδαφος ως προορισμός κεφαλαίων, όχι μόνο στο real estate αλλά και ευρύτερα, εν μέρει επειδή είχε μείνει πίσω στα χρόνια της κρίσης.
Σε μια Ευρώπη όπου μεγάλες χώρες όπως η Βρετανία, η Γαλλία και η Γερμανία χαρακτηρίζονται από οικονομικές δυσκολίες, που παλαιότερα ήταν αδιανόητες, η Ελλάδα φαίνεται πιο καθαρά ως φιλικός προορισμός για χρηματοοικονομικές δραστηριότητες και επενδύσεις σε υπηρεσίες, τουρισμό και real estate, αποτελώντας ταυτόχρονα «σταυροδρόμι» μεταξύ Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Ασίας.
Ρόλο έχει παίξει ασφαλώς και ο ελληνικός εφοπλισμός, μέσω της διεθνούς ισχύος του, αλλά και του σχηματισμού των πρώτων ελληνικών «νησίδων πλούτου» στα νότια και τα βόρεια προάστια της Αθήνας.
Θα ήταν αφελές να πιστέψουμε ότι η προσέλκυση τέτοιων χρηματοοικονομικών μεγαθηρίων θα ήταν εφικτή χωρίς την ανάπτυξη του πολυτελούς real estate, ιδίως της Αθηναϊκής Ριβιέρας και του Ελληνικού, μαζί με την εγγύτητα προορισμών πολυτελούς αναψυχής στα νησιά.
Εν ολίγοις, η κυβέρνηση επιδιώκει να μετατρέψει την Ελλάδα σε αποδέκτη ξένου πλούτου, προσφέροντας ένα πακέτο, αλλού καλύτερο και αλλού χειρότερο από εκείνα των άμεσων ανταγωνιστών της, μέσα σε μια ευνοϊκή συγκυρία.
Η άλλη όψη του νομίσματος
Η κυβέρνηση κινείται, όμως, κόντρα στο ευρωπαϊκό ρεύμα. Τα μεγάλα χρέη και ελλείμματα, η κοινωνική δυσαρέσκεια και η αύξηση των ανισοτήτων δημιουργούν στο μεγαλύτερο μέρος της γηραιάς ηπείρου πίεση για μεγαλύτερη φορολόγηση των πλουσίων.
Η αντίδραση εκδηλώνεται και στη χώρα μας, με την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα να επιτίθεται στην κυβέρνηση για τα μέτρα προσέλκυσης των funds, ενώ η ίδια έχει εξαγγείλει φορολόγηση του μεγάλου πλούτου με τη ρουμπρίκα «1% στο πλουσιότερο 1%».
Eντούτοις, οι επικείμενες εκλογές δεν φαίνεται να επηρεάζουν το ενδιαφέρον των ξένων funds. Προεξοφλούν ίσως ότι η επόμενη κυβέρνηση δεν θα αλλάξει τις ευνοϊκές διατάξεις. Έως τη λήξη πάντως της επταετούς διάρκειας ορισμένων από αυτές, θα έχουν μεσολαβήσει όχι μία, αλλά δύο εκλογικές αναμετρήσεις.
Υπάρχει όμως και το κοινωνικό ρίσκο. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε μονάδες αγοραστικής δύναμης βρίσκεται περίπου στο 70% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Ένας μισθωτός φορολογείται με 44% για κάθε ευρώ πάνω από τις 60.000 ετησίως, όταν για στέλεχος ξένου fund μπορεί να απαλλάσσεται το 50% του μισθού και τα bonus να φορολογoύνται με 5%.
Το επιχείρημα ότι πρόκειται για εισόδημα που διαφορετικά δεν θα ερχόταν στην Ελλάδα είναι οικονομικά σωστό. Το θέμα είναι κατά πόσο θα γίνει αντιληπτό από την κοινή γνώμη, ιδίως αν τα έμμεσα οφέλη διαχέονται μόνο σε έναν στενό κύκλο γύρω από την πολυτελή διαβίωση.
Η Ελλάδα έχει την εμπειρία του εφοπλισμού, όχι όμως μακρά συνύπαρξη με ξένους πλούσιους που φορολογούνται διαφορετικά. Υπάρχει ωστόσο η παραπλήσια εμπειρία της Golden Visa και της βραχυχρόνιας μίσθωσης. Ο ενοικιαστής στο Κουκάκι πιθανότατα δεν έχει γνωρίσει hedge fund manager. Έχει γνωρίσει όμως τι σημαίνει να μπαίνει ξένο κεφάλαιο στην αγορά κατοικίας του.
Η διάχυση των επιπτώσεων και οι «νησίδες πλούτου»
Τα προβλήματα της στέγασης είναι γνωστά, οπότε δεν θα τα αναλύσουμε. Το σίγουρο είναι ότι αν πετύχουν τα μέτρα, θα προστεθεί ζήτηση από στελέχη με πολύ υψηλά εισοδήματα, συγκεντρωμένη σε κατοικίες και γραφεία συγκεκριμένων περιοχών.
Η επίδραση αυτή θα διαχυθεί και σε υπηρεσίες που απευθύνονται στους ίδιους ανθρώπους, όπως εστιατόρια, γυμναστήρια, ιδιωτικά σχολεία, ιατρικές υπηρεσίες κ.λπ.
Θα δημιουργηθούν φυσικά νέες θέσεις εργασίας, (ο λεγόμενος τοπικός πολλαπλασιαστής), αλλά και ένα δεύτερο επίπεδο τιμών μέσα στην ίδια πόλη. Κι επειδή η νέα ζήτηση θα συναντήσει εισοδήματα που δεν έχουν ανακάμψει, πολλοί μπορεί να τη νιώσουν ως εκτοπισμό και όχι ως ευημερία.
Έτσι δημιουργούνται οι «νησίδες πλούτου», δηλαδή περιοχές με δικές τους τιμές και καθημερινότητα, μέσα σε μια χώρα που ζει με άλλους όρους.
Η διαφορά είναι ότι έως τώρα κατοικούνταν κυρίως από Έλληνες που πλήρωναν ελληνικούς φόρους. Οι νέες ή διευρυμένες νησίδες θα κατοικούνται και από ξένους με ειδική φορολογική μεταχείριση.
Κανένα από τα παραπάνω δεν σημαίνει ότι η πολιτική είναι λάθος. Ίσως η χώρα έχει, για πρώτη φορά, την ευκαιρία να εξελιχθεί σε χρηματοοικονομικό κόμβο της ευρύτερης περιοχής, έχοντας ήδη τοποθετηθεί στον χάρτη ως ενεργειακός και, εν δυνάμει, διαμετακομιστικός κόμβος.
Η επιτυχία της όμως δεν θα κριθεί μόνο από το πόσα ξένα funds θα έρθουν, αλλά και από το πώς η κυβέρνηση, τρέχουσα και επόμενη, θα αντιμετωπίσει τις παρενέργειες, με πρώτη προτεραιότητα τη στέγαση.