Όταν μια ήπειρος βρίσκεται επί χρόνια αντιμέτωπη με αναιμική ανάπτυξη, χάνει συνεχώς έδαφος στον διεθνή ανταγωνισμό και βλέπει την κοινωνική δυσαρέσκεια να διογκώνεται, η λογική επιβάλλει ουσιαστικές αλλαγές πολιτικής.
Στην Ευρώπη, όμως, συμβαίνει κάτι παράδοξο. Οι πολιτικές ηγεσίες των περισσότερων κρατών, που συγκροτούν το περίφημο «διευρυμένο κέντρο», εξακολουθούν να ακολουθούν, με μικρές παραλλαγές, την ίδια πορεία. Ωσάν να περιμένουν ότι τα προβλήματα θα λυθούν… από μόνα τους.
Πρόκειται για μια πολιτική που αποκτά ολοένα περισσότερο «αυτοκτονικά» χαρακτηριστικά, μέσα στην ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία που διάγουμε.
Για αυτό και το τίμημά της είναι πολύ πιθανό ότι θα αποτυπωθεί μέσα στους επόμενους 18 μήνες, όχι μόνο στην οικονομία, αλλά και με μια δραματική μεταβολή του πολιτικού χάρτη της Ευρώπης στις επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις.
H ενεργειακή/πληθωριστική κρίση λειτουργεί ήδη ως επιταχυντής των εξελίξεων, μέσω πλέον και της αγοράς ομολόγων.
Τα προειδοποιητικά σημάδια είναι μπροστά μας
Στη Γαλλία, το δημόσιο χρέος προσεγγίζει το 120% του ΑΕΠ, οι αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων έχουν πλησιάσει το 5%, ξεπερνώντας ακόμη και τις αντίστοιχες ελληνικές και ιταλικές, ενώ οι κοινωνικές κινητοποιήσεις και οι συγκρούσεις στους δρόμους αναδεικνύουν τα αδιέξοδα της οικονομικής πολιτικής.
Η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης βρίσκεται σε συμπληγάδες. Από τη μία, οι αγορές απαιτούν δημοσιονομική προσαρμογή. Από την άλλη, σημαντικά τμήματα της κοινωνίας αρνούνται να επωμιστούν το κόστος της, ενώ το πολιτικό «κέντρο» έχει σχεδόν εξαϋλωθεί, διότι απέτυχε να αποτρέψει την πτωτική πορεία.
Και όλα αυτά ενώ πλησιάζουν οι προεδρικές εκλογές του Απριλίου 2027, με τις αντισυστημικές πολιτικές δυνάμεις να διεκδικούν αποφασιστικό ρόλο. Τελευταίες δημοσκοπήσεις ανεβάζουν την απήχηση των υποψηφίων από ακραίους πολιτικούς σχηματισμούς έως και στο 59% με τη «ριζοσπαστική» ακροδεξιά να αθροίζει περίπου 40-41%.
Αλλά και η Γερμανία, η άλλοτε ατμομηχανή της ευρωπαϊκής οικονομίας, αντιμετωπίζει σοβαρή βιομηχανική δυσπραγία, με την αυτοκινητοβιομηχανία, τη χημική βιομηχανία και άλλους παραδοσιακούς κλάδους να πιέζονται από το ενεργειακό κόστος και τον διεθνή ανταγωνισμό.
Οι πολιτικές συνέπειες είναι ήδη εντυπωσιακές. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της INSA, το AfD προηγείται κατά 13 μονάδες του CDU με 30,5%, ενώ οι σοσιαλδημοκράτες βρίσκονται στο 14,5%. Δηλαδή τα δύο μεγάλα κόμματα που σφράγισαν τη μεταπολεμική γερμανική ιστορία συγκεντρώνουν αθροιστικά μόλις το 32%!
Η πορεία των δημοσκοπήσεων σε αυτές αλλά και σε αρκετές άλλες χώρες, εδώ και πολύ καιρό, δείχνει ότι δεν πρόκειται για συγκυριακή δυσφορία, αλλά για την πολιτική έκφραση μιας βαθύτερης κρίσης, την οποία οι ευρωπαϊκές ελίτ εξακολουθούν να υποτιμούν.
Οι δύο αποτυχίες που πληρώνονται ακριβά
Πώς φτάσαμε όμως στην παρακμή που απεικονίζουν τα παραπάνω στοιχεία, σε συνδυασμό με τη γενικότερα αναιμική ανάπτυξη και τη σχεδόν διαρκή άνοδο χρεών και ελλειμμάτων;
Η πρώτη μεγάλη αποτυχία ήταν καθαρά στρατηγικής φύσεως. Η Ευρώπη δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως ότι η μετατροπή της Κίνας σε παγκόσμια βιομηχανική υπερδύναμη θα ανέτρεπε τις ισορροπίες στις οποίες είχε στηριχθεί η μεταπολεμική ευημερία της.
Βρέθηκε έτσι ανάμεσα στις ΗΠΑ, που χρησιμοποιούν ολοένα περισσότερο την οικονομική και τεχνολογική τους ισχύ, για την εξυπηρέτηση εθνικών συμφερόντων, και στην Κίνα, η οποία διαθέτει τεράστια παραγωγική δυναμικότητα, χαμηλότερα κόστη και συγκροτημένη βιομηχανική στρατηγική.
Τώρα που η Ευρώπη ανακαλύπτει έστω διστακτικά τον κίνδυνο, ίσως και να είναι ήδη αργά.
Επιπλέον, οι ευρωπαϊκές ηγεσίες υποτίμησαν τις μακροχρόνιες οικονομικές και γεωπολιτικές συνέπειες της εμπλοκής τους στον πόλεμο της Ουκρανίας. Η ρωσική εισβολή ασφαλώς δεν άφηνε περιθώρια αδιαφορίας.
Άλλο όμως η αναγκαία στήριξη μιας χώρας που δέχθηκε επίθεση, κι άλλο η υιοθέτηση μιας εντελώς «ανένδοτης» πολιτικής χωρίς επαρκή πρόβλεψη για το οικονομικό κόστος, τη διάρκειά της, ή τις προϋποθέσεις μιας βιώσιμης διπλωματικής διεξόδου.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ευρώπη έχασε την πρόσβαση στη φθηνή ρωσική ενέργεια, επιβάρυνε την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας της και ανέλαβε σχεδόν απόλυτα το οικονομικό βάρος του πολέμου.
Επιπλέον, εξαιτίας της κλιμάκωσης απέναντι στη Ρωσία, η ΕΕ ( ή τουλάχιστον ο Βορράς της) αισθάνεται υποχρεωμένη να εκτοξεύσει και τις αμυντικές δαπάνες της κατά μερικά… τρισεκατομμύρια ευρώ, για τα επόμενα χρόνια.
Κι αυτό, παρότι ήδη δαπανά τα τριπλάσια από τη Ρωσία σε ονομαστικές τιμές και 60% περισσότερα σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης (PPP).
Ξεπερνά τα 300 δισ. η στήριξη της ΕΕ στην Ουκρανία
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η συνολική ευρωπαϊκή στήριξη προς την Ουκρανία, συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής, οικονομικής και ανθρωπιστικής βοήθειας, αλλά και των δαπανών για πρόσφυγες, έχει ήδη φτάσει τα 227,4 δισ. ευρώ.
Στο μεταξύ όμως, έχει εγκριθεί νέο δανειακό πρόγραμμα 90 δισ. ευρώ για το 2026–2027, από το οποίο έχουν ήδη εκταμιευθεί 15,7 δισ. Το υπόλοιπο ανέρχεται σε 74,3 δισ. ευρώ, ανεβάζοντας τις συνολικές καταγεγραμμένες ενισχύσεις και τις εκκρεμείς δανειακές υποχρεώσεις πάνω από τα 300 δισ. ευρώ.
Κι ο λογαριασμός συνεχίζει να αυξάνεται. Ο Ζελένσκι ζήτησε επειγόντως πρόσθετη χρηματοδότηση 27 δισ. δολαρίων για τις αμυντικές ανάγκες του 2026, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε την 1η Οκτωβρίου ότι βρέθηκαν τρόποι κάλυψης του σχετικού κενού από «διαθέσιμους πόρους».
Έπεται βεβαίως το 2027, για το οποίο οι συνολικές ακάλυπτες χρηματοδοτικές ανάγκες της Ουκρανίας εκτιμώνται ήδη σε περίπου 70 δισ. ευρώ.
Η πράσινη μετάβαση και το παράδοξο της Κίνας
Η δεύτερη μεγάλη αποτυχία αφορά την ενεργειακή και βιομηχανική πολιτική. Η Ευρώπη ανέδειξε εδώ και πολλά χρόνια ως κορυφαία προτεραιότητα την πράσινη μετάβαση. Μόνο που παρέλειψε να εξασφαλίσει ότι οι επιχειρήσεις της θα παρέμεναν ανταγωνιστικές κατά τη διάρκειά της.
Το αποτέλεσμα είναι σχεδόν κωμικοτραγικό. Η ΕΕ διεκδικεί τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή στην πράσινη μετάβαση, αλλά είναι η Κίνα εκείνη που κέρδισε ακόμη και αυτή τη συγκεκριμένη βιομηχανική μάχη.
Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, η Κίνα κυριαρχεί στην παραγωγή φωτοβολταϊκών, καλύπτει περίπου τα τρία τέταρτα της παγκόσμιας παραγωγής ηλεκτρικών αυτοκινήτων και πάνω από το 80% της παραγωγής μπαταριών, ενώ διαθέτει ισχυρότατη θέση στην εφοδιαστική αλυσίδα των ανεμογεννητριών.
Δηλαδή η Ευρώπη βγάζει κανόνες και χρονοδιαγράμματα, ενώ η Κίνα κατασκευάζει και πουλάει τις τεχνολογίες που απαιτούνται για την εφαρμογή τους! Και την ίδια ώρα, οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες εξακολουθούν να πληρώνουν ηλεκτρική ενέργεια σε τιμές πολλαπλάσιες από τις αμερικανικές.
Οπότε η περίφημη ενεργειακή μετάβαση, (που είναι βεβαίως αναγκαία, αλλά με άλλους όρους) από αναπτυξιακή ευκαιρία μετατράπηκε σε μηχανισμό αποβιομηχάνισης.
Η πολυτέλεια της αδράνειας τελειώνει
Το χειρότερο είναι ότι, παρά τη σοβαρότητα των προβλημάτων, η παραδοσιακή ευρωπαϊκή βραδύτητα στη λήψη αποφάσεων συνεχίζεται, καθώς αποτελεί ενδημικό, ή καλύτερα δομικό στοιχείο, της συγκρότησης της ΕΕ.
Οι διαπιστώσεις περισσεύουν και επαναλαμβάνονται κάθε λίγους μήνες. Οι εκθέσεις, όπως εκείνη του Μάριο Ντράγκι για την ανταγωνιστικότητα, περιγράφουν με σαφήνεια τους κινδύνους.
Οι ουσιαστικές αποφάσεις, όμως, εξακολουθούν να καθυστερούν, παγιδευμένες στις εθνικές αντιθέσεις και στους πολύπλοκους μηχανισμούς των Βρυξελλών.
Μόνο που ο κόσμος αλλάζει με ρυθμούς τους οποίους η Ευρώπη δεν έχει πλέον την πολυτέλεια να αγνοεί, καθώς η αντιμετώπιση αυτής της κρίσης, απαιτεί πολύ περισσότερα, από τις «διορθωτικές κινήσεις» που αρέσουν στις Βρυξέλλες.
Χρειάζεται αναθεώρηση της ενεργειακής και βιομηχανικής στρατηγικής, ρεαλισμός στη γεωπολιτική και, κυρίως, αποφάσεις που θα αποκαθιστούν την ανταγωνιστικότητα και την προοπτική ευημερίας των ευρωπαϊκών κοινωνιών.
Διαφορετικά, οι αλλαγές θα έρθουν ούτως ή άλλως. Όχι επειδή θα τις επιλέξουν οι σημερινές ηγεσίες, αλλά επειδή θα τις επιβάλουν οι ψηφοφόροι.
Και τότε ίσως και οι πλέον αιθεροβάμονες που αποφεύγουν την κριτική, ελπίζοντας ότι «τα προβλήματα είναι προσωρινά», θα αντιληφθούν το μείζον.
Ότι το μεγαλύτερο κόστος της αδράνειας είναι πολιτικό, όπως πολιτική είναι και η μεγαλύτερη απειλή για την περαιτέρω ύπαρξή της. Τουλάχιστον με τη μορφή που όλοι κάποτε οραματιζόμασταν.