Μια περίεργη υπόθεση εκτυλίσσεται στην Κύπρο με επίκεντρο τον χώρο των Fintech. Κατά κανόνα στον κόσμο των εταιρειών αυτού του τύπου, οι περισσότεροι κοιτούν μπροστά. Στην περίπτωση της εταιρείας ηλεκτρονικών πληρωμών Payabl. όμως, ίσως μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαδρομή… προς τα πίσω.
Μια διαδρομή που περνά από δύο πρόσωπα με σημαντικές θέσεις στη Wirecard, μια ποινική υπόθεση στο Ισραήλ και μια πολύκροτη εμπορική διαφορά, για το ποιος είχε το πραγματικό οικονομικό συμφέρον στην εταιρεία.
Και διανθίζεται από την παρουσία πρώην κορυφαίων κυβερνητικών στελεχών της Κύπρου στη διοίκησή της, όπως και από κυρώσεις και σημαντικό πρόστιμο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου-ΚΤΚ (φωτ. ο διοικητής Χριστόδουλος Πατσαλίδης).
Τελευταία όμως προστέθηκε στην εικόνα και κάτι ακόμη. Ένα deal αξίας άνω των €100 εκατ. με την ECM Partners, που χρειάζεται τώρα την έγκριση των εποπτικών αρχών.
Όπως θα δούμε, οι ψηφίδες του παρελθόντος συνθέτουν ένα περίεργο «μωσαϊκό» που δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για μια εταιρεία η οποία τελεί, υπό αυστηρό έλεγχο των εποπτικών αρχών.
Σύμφωνα άλλωστε με τις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της ιρλανδικής Roteral Ltd, μητρικής του ομίλου Payabl., δεν μιλάμε για ένα σχήμα μικρού μεγέθους, καθώς το 2024 καταγράφηκαν έσοδα €120,7 εκατ., καθαρά έσοδα από προμήθειες €59 εκατ. και κέρδη €32,6 εκατ.
Είναι ίσως ενδεικτικό και το ότι μεταξύ των directors της κυπριακής θυγατρικής εταιρείας έχουν περάσει και δύο γνωστά ονόματα της πολιτικής ζωής της Κύπρου.
Πρόκειται για την πρώην υπουργό Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας Νατάσα Πηλείδου και τον Κωνσταντίνο Πετρίδη, που είχε διατελέσει υπουργός Εσωτερικών από το 2017 έως το 2019 και υπουργός Οικονομικών από τον Δεκέμβριο του 2019 έως τον Φεβρουάριο του 2023.
Η Roteral, σημειώνουμε, κατείχε το 100% της Payabl.CY, ενώ οι ίδιες καταστάσεις εμφανίζουν ως Ultimate Beneficial Owners (UBO) της Roteral τον Rüdiger Trautmann και τον Nissim Zarfati, με 50% ο καθένας.
Από τη Wirecard στην Payabl.
Υπάρχουν δύο πρόσωπα που συνδέονται με την ιστορία της Payabl. και είχαν προηγουμένως κάνει καριέρα στη Wirecard, αποκτώντας εμπειρία στον χώρο των ηλεκτρονικών πληρωμών. Ο Rüdiger Trautmann υπήρξε μέλος του Management Board της γερμανικής εταιρείας και Chief Sales Officer, θέσεις από τις οποίες αποχώρησε στις 31 Ιανουαρίου 2010.
Ο Dietmar Knoechelmann είχε επίσης εργαστεί σε εταιρείες του ομίλου Wirecard και εμφανιζόταν ως director της Wirecard Payment Solutions Holdings έως το 2009.
Εν τούτοις -και πρέπει να το διευκρινίσουμε αυτό- αποχώρησαν χρόνια πριν από την κατάρρευση της Wirecard το 2020, ενώ ούτε ο ένας ούτε ο άλλος κατηγορήθηκαν στη μεγάλη ποινική υπόθεση που την ακολούθησε.
Στην περίπτωση του Knoechelmann, ωστόσο, προέκυψε ένα άλλο αποδεδειγμένο ποινικό επεισόδιο.
Το 2017, στο Ισραήλ, παραδέχθηκε στο πλαίσιο ποινικής διαπραγμάτευσης (plea agreement) συνέργεια σε απάτη που αφορούσε την παραπλανητική παρουσίαση συναλλαγών online gambling προς διεθνή δίκτυα καρτών και αμερικανικούς issuers. Του επιβλήθηκαν έξι μήνες φυλάκιση με αναστολή, πρόστιμο 1,5 εκατ. σέκελ και οικονομική κύρωση/καταβολή επιπλέον 7,5 εκατ. σέκελ, αλλά δεν εξέτισε ποινή φυλάκισης.
Η υπόθεση στο Ισραήλ και το ερώτημα περί ιδιοκτησίας
Λίγα χρόνια αργότερα, τον Ιούλιο του 2024, γνωστός τοπικός επιχειρηματίας, μία ισραηλινή και μία κυπριακή εταιρεία κατέθεσαν στο Περιφερειακό Δικαστήριο του Τελ Αβίβ αγωγή ύψους 445,5 εκατ. σέκελ (περίπου 125 εκατ. ευρώ σε σημερινές ισοτιμίες) κατά του Nissim Zarfati και του ζεύγους Dietmar και Ayelet Knoechelmann, μετά τη μη ολοκλήρωση συμφωνίας για την εξαγορά της Payabl.
Σύμφωνα με όσα υποστήριξαν οι ενάγοντες, στις 12 Οκτωβρίου 2023 είχε ήδη υπογραφεί συμφωνία για την απόκτηση της δραστηριότητας του ομίλου, με τίμημα έως €120,8 εκατ.
Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον βρίσκεται σε όσα αναφέρονταν στην αγωγή για το ιδιοκτησιακό καθεστώς. Σύμφωνα με την αγωγή, στη συνάντηση στην Κύπρο το ζεύγος Knoechelmann εξήγησε στους ενάγοντες ότι ήταν οι πραγματικοί δικαιούχοι του 50% των δικαιωμάτων στην Payabl., με τις μετοχές καταχωρημένες στο όνομα του Zarfati λόγω «ρυθμιστικών περιορισμών», και ότι το υπόλοιπο 50% ανήκε στον Rüdiger Trautmann, μακροχρόνιο συνεργάτη τους.
Κατά την ίδια εκδοχή, ο Trautmann και ο Dietmar Knoechelmann διατηρούσαν την αποκλειστική εξουσία απόφασης για την πώληση του ομίλου, ενώ οι ενάγοντες επικαλούνταν σειρά εγγράφων που, κατά την άποψή τους, τεκμηρίωναν σχετικό μηχανισμό καταπιστεύματος.
Η αγωγή υποστήριζε ακόμη ότι ο Zarfati, ο οποίος κατά τους ενάγοντες λειτουργούσε ως trustee/nominee της επίμαχης συμμετοχής έναντι αρχικά συμφωνημένης αμοιβής €1 εκατ., άρχισε να απαιτεί πολύ μεγαλύτερα ποσά προκειμένου να συναινέσει στη συναλλαγή και απειλούσε, σύμφωνα πάντα με την αγωγή, ότι θα γνωστοποιήσει στον κυπριακό επόπτη το «ειδικό καθεστώς» μεταξύ των μετόχων.
Οι καταγγελίες αυτές δεν κρίθηκαν ποτέ επί της ουσίας. Τον Δεκέμβριο του 2024 το Περιφερειακό Δικαστήριο του Τελ Αβίβ απέρριψε την υπόθεση σε προκαταρκτικό στάδιο, κρίνοντας μεταξύ άλλων ότι το Ισραήλ δεν αποτελούσε το κατάλληλο forum για μια διαφορά με ισχυρότερους δεσμούς με την Κύπρο και άλλες δικαιοδοσίες. Δεν αποφάνθηκε συνεπώς για το αν οι καταγγελίες περί πραγματικής ιδιοκτησίας ήταν αληθείς ή ψευδείς.
Το Εuro2day.gr απέστειλε email με γραπτά ερωτήματα για την υπόθεση τόσο στον Nissim Zarfati όσο και στον Rüdiger Trautmann, μέσω αρμοδίου στελέχους επικοινωνίας της payabl., ζητώντας τη διαβίβαση τους, χωρίς όμως να λάβει κάποια απάντηση, έως τη δημοσίευση αυτού του κειμένου
Κεντρική Τράπεζα Κύπρου: Πέντε χρόνια για ένα πρόστιμο
Στις 30 Σεπτεμβρίου 2025 η ΚΤΚ επέβαλε στην Payabl.CY πρόστιμο €350.000 για παραβάσεις υποχρεώσεων που προβλέπει η νομοθεσία κατά του ξεπλύματος χρήματος. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση, η απόφαση βασίστηκε σε ευρήματα που προέκυψαν από έλεγχο που διενεργήθηκε στη διάρκεια του 2020.
Η Payabl έχει προσφύγει κατά του προστίμου και η δικαστική επανεξέταση παραμένει εκκρεμής. Ωστόσο, από τον έλεγχο μέχρι την επιβολή του προστίμου πέρασαν περίπου πέντε χρόνια.
Η ίδια η ΚΤΚ επισημαίνει ότι προηγείται η προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία και το δικαίωμα ακρόασης. Αυτό εξηγεί μέρος της καθυστέρησης. Δεν εξηγεί όμως από μόνο του το διάστημα των πέντε ετών.
Γιατί πήρε τόσο χρόνο η επιβολή του προστίμου;
Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον από ένα άλλο γεγονός. Στις 4 Ιανουαρίου 2024 η ΚΤΚ χορήγησε στην Payabl.CY άδεια Electronic Money Institution, ενώ η απόφαση για τον έλεγχο του 2020 δεν είχε ακόμη εκδοθεί. Αυτό καταγράφεται στις ίδιες τις οικονομικές καταστάσεις του ομίλου. Οι καταστάσεις διευκρινίζουν μάλιστα ότι κατά την ημερομηνία υπογραφής τους η ενεργοποίηση της συγκεκριμένης άδειας εκκρεμούσε.
Από τα δημόσια στοιχεία δεν προκύπτει σε ποιο στάδιο βρισκόταν τότε η αξιολόγηση του ελέγχου του 2020 ή αν και με ποιον τρόπο ελήφθη υπόψη στη διαδικασία αδειοδότησης. Πρόκειται λοιπόν για ένα ακόμη ερώτημα προς την ΚΤΚ.
Όπως προκύπτει επίσης από τις οικονομικές καταστάσεις της μητρικής Roteral, στις 27 Οκτωβρίου 2025, μόλις 27 ημέρες μετά την απόφαση επιβολής προστίμου, η ΚΤΚ εξέδωσε ξεχωριστές αποφάσεις προς τους μετόχους με τις οποίες απαγορευόταν η περαιτέρω πληρωμή μερισμάτων από την Payabl.CY —εκτός της περίπτωσης λύσης— και έμενε ανοικτό το ενδεχόμενο, έξι μήνες αργότερα, αναστολής των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων.
Οι μέτοχοι δήλωναν στις οικονομικές καταστάσεις ότι αμφισβητούν τα ευρήματα που οδήγησαν στις αυστηρές κυρώσεις και ότι θα προσφύγουν, ενώ η ίδια η Roteral σημείωνε ότι ενδεχόμενη αποτυχία των προσφυγών θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις ακόμη και στη μελλοντική ιδιοκτησία της Payabl.CY.
Δεν καταφέραμε να εντοπίσουμε δημόσια ανακοίνωση της ΚΤΚ που να εξηγεί το σκεπτικό αυτών των αποφάσεων.
Πριν από την απαγόρευση διανομής μερισμάτων, καταβλήθηκαν πάντως μερίσματα €25,5 εκατ. το 2024, έναντι €13,6 εκατ. το 2023, ενώ στις 4 Απριλίου του 2025 η Payabl.CY κατέβαλε στη Roteral επιπλέον €17 εκατ.
Συνολικά δηλαδή €42,5 εκατ. σε περίπου 15 μήνες. Από τα στοιχεία που έχουμε δεν προκύπτει πάντως ότι οι συγκεκριμένες διανομές συνδέονταν με την εποπτική διαδικασία.
Το euro2day.gr απέστειλε email με γραπτά ερωτήματα για την υπόθεση σε αρμόδια στελέχη της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, (επικεφαλής της οποίας ανέλαβε τον Απρίλιο του 2024 ο Χριστόδουλος Πατσαλίδης αντικαθιστώντας στην θέση τον Κωνσταντίνο Ηροδότου), έλαβε όμως ως απάντηση από το τμήμα επικοινωνίας της, ότι «η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δεν σχολιάζει ζητήματα που αφορούν συγκεκριμένες εποπτευόμενες οντότητες».
ECM: Ο νέος αγοραστής με ελληνικό ενδιαφέρον
Και κάπου εδώ εμφανίζεται η ECM Partners, η οποία, σύμφωνα με δημοσιεύματα, συμφώνησε να αποκτήσει το 50% της Payabl. έναντι ποσού άνω των €100 εκατ.
Η ECM έχει σημαντική παρουσία στην Ελλάδα και την Κύπρο. Διατηρεί γραφείο στην Αθήνα, με επικεφαλής τον Γιώργο-Στυλιανό Έξαρχο, ο οποίος έχει την ευθύνη για την επενδυτική στρατηγική, την εκτέλεση συναλλαγών και τη διαχείριση χαρτοφυλακίου στην χώρα μας, ενώ σύμφωνα με την ίδια την ECM εστιάζει και σε επενδύσεις στην Κύπρο.
Στην Ελλάδα έχει κάνει αρκετές δουλειές, από τη FAMAR και τις τιτλοποιήσεις κόκκινων δανείων, έως την αγορά ξενοδοχείου στη Σάμο. Αρκετή δημοσιότητα απέκτησε όμως η συναλλαγή της για τη Μάρμαρα Παυλίδης, που κατέληξε στη συνέχεια σε δικαστική διαμάχη μεταξύ των τότε μετόχων της.
Θυμίζουμε ότι θυγατρική της ECM αγόρασε το 2023 το 100% της Μάρμαρα Παυλίδης, αλλά το μεταβίβασε περίπου πέντε μήνες αργότερα σε έναν από τους αρχικούς πωλητές/μετόχους, τον Χριστόφορο Παυλίδη.
Εναντίον του τελευταίου, έχουν στραφεί δικαστικά οι πρώην μέτοχοι Χριστίνα και Κυριάκος Παυλίδης, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η αρχική πώληση και η επαναγορά ήταν μέρος σχεδίου που τους ζημίωσε. Ο Χριστόφορος Παυλίδης έχει απορρίψει δημόσια τις καταγγελίες, ενώ από τα στοιχεία που έχουμε εντοπίσει δεν προκύπτει ότι η ECM ή στελέχη της περιλαμβάνονται μεταξύ των κατηγορουμένων στην υπόθεση.
Η ίδια η ECM περιγράφει τη βασική επενδυτική στρατηγική της ως «opportunistic», με τοποθετήσεις σε distressed και «special situations» περιουσιακά στοιχεία. Έχει λοιπόν ενδιαφέρον τι ακριβώς βλέπει στην Payabl. και με τι χρονικό ορίζοντα.
Απευθύναμε γραπτά ερωτήματα και προς στελέχη της ECM σε Ελλάδα και Κύπρο, μεσω των εταιρικών email αλλά έως τη δημοσίευση του κειμένου δεν λάβαμε κάποια απάντηση.
H νέα συναλλαγή των 100 εκατ ευρώ
Σύμφωνα με κυπριακά δημοσιεύματα, η ECM Partners πρόκειται να αποκτήσει το 50% της Payabl., ενώ η σημερινή CEO της εταιρείας Ugnė Buračienė, θα βρεθεί με το άλλο 50%.
Η επίσημη γνωστοποίηση στην Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού της Κύπρου περιγράφει τη συναλλαγή πιο σύνθετα. Από εκεί φαίνεται ότι αφορά την απόκτηση των PAYABL.CY, TECHPAVE.CY και PAYABL.SOLUTIONS GmbH από τη SUPERIOR BENEFITS LTD, μέσω της DOABLE LTD.
Είναι ασαφές αν η Ugnė Buračienė πληρώνει κάποιο τίμημα για την απόκτηση του 50% ή αν και ποιος τη χρηματοδοτεί για την εξαγορά του ποσοστού.
Τα ερωτήματα αποκτούν ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν λάβει κανείς υπόψη ότι η εξαγορά της payabl. πραγματοποιείται μέσω των SUPERIOR BENEFITS LTD και DOABLE LTD, όπως προκύπτει από την επίσημη κοινοποίηση στην Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού.
Στη DOABLE LTD εμφανίζονται ως Directors η CEO της payabl., Ugnė Buračienė, η Deputy Group CEO και CCO Χριστία Ευαγόρου Παπαμιχαήλ και ο Chairman της ECM Partners, Σάββας Λιασής. Τα ίδια τρία πρόσωπα περιλαμβάνονται, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία και μεταξύ των Directors της SUPERIOR BENEFITS LTD., που συστάθηκε ένα μήνα πριν ανακοινωθεί το deal.
Αποστείλαμε μια σειρά ερωτημάτων προς την κα Buračienė, μέσω αρμοδίου στελέχους της payabl. (όπως και στον κ. Λιασή ως στέλεχος της ECM), για τη συγκεκριμένη συναλλαγή και την ευρύτερη υπόθεση, ωστόσο δεν λάβαμε απάντηση έως τη δημοσίευση του τελικού κειμένου.
Σημειωτέον ότι από τη γνωστοποίηση προς την κυπριακή επιτροπή ανταγωνισμού, δεν προκύπτει ότι αντικείμενο της συναλλαγής είναι η Roteral Ltd, η οποία εμφανίζεται στις οικονομικές καταστάσεις ως μητρική της Payabl.CY. Αυτό κάνει τη δομή της συναλλαγής ένα ακόμη σημείο προς αποσαφήνιση.
Το ενδιαφέρον γίνεται ακόμη μεγαλύτερο καθώς οι συζητήσεις για το deal φέρονται να ξεκίνησαν τον Νοέμβριο του 2025, μόλις λίγες εβδομάδες μετά τις αποφάσεις της ΚΤΚ κατά των τότε μετόχων.
Σύμφωνα με τα ίδια κυπριακά δημοσιεύματα, η αξιολόγηση της συναλλαγής από την ΚΤΚ βρίσκεται σε εξέλιξη και, εφόσον η διαδικασία προχωρήσει ομαλά, η έγκριση εκτιμάται ότι μπορεί να δοθεί εντός του Οκτωβρίου.
Τα ερωτήματα που ζητούν απάντηση από την ΚΤΚ
Στην υπόθεση της Payabl. και τις «ουρές» της, τις οποίες παραθέσαμε, τα επιμέρους περιστατικά μπορεί να έχουν απολύτως θεμιτή εξήγηση. Τίποτε από αυτά, μόνο του, δεν είναι επιλήψιμο.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως έχουμε μια ασυνήθιστη συσσώρευση γεγονότων. Την ποινική καταδίκη ενός από τα πρόσωπα της υπόθεσης στο Ισραήλ, τις καταγγελίες ότι η εμφανιζόμενη μετοχική ιδιοκτησία δεν αντανακλούσε την πραγματική οικονομική ιδιοκτησία —οι οποίες δεν κρίθηκαν ποτέ επί της ουσίας—, την πενταετή απόσταση μεταξύ εποπτικού ελέγχου και προστίμου, με χορήγηση νέας άδειας στο μεσοδιάστημα.
Κι ακόμη, τις αποφάσεις κατά των μετόχων που έφτασαν έως την απαγόρευση μερισμάτων και άφηναν ανοικτό το ενδεχόμενο αναστολής των δικαιωμάτων ψήφου, αποφάσεις οι οποίες δεν εντοπίσαμε να έχουν δημοσιευτεί, ενώ τώρα η ΚΤΚ καλείται να αξιολογήσει μια νέα συναλλαγή αλλαγής ιδιοκτησίας που, σύμφωνα με δημοσιεύματα, υπερβαίνει τα €100 εκατ. και ενδέχεται να εγκριθεί σύντομα.
Επόμενο είναι να προκαλούνται ερωτήματα. Και το πρώτο μέρος στο οποίο πρέπει να απευθυνθούν, σε σχέση με μια εταιρεία που ανήκει σε αυστηρά εποπτευόμενο τομέα, είναι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, η οποία όμως δεν θέλησε να απαντήσει στα όσα θέσαμε υπόψιν της, επικαλούμενη πάγια πρακτική.
Τι ακριβώς συνέβη από το 2020 έως σήμερα; Ποιο ήταν το σκεπτικό των αποφάσεων της 27ης Οκτωβρίου 2025; Πότε γνωστοποιήθηκαν στην Payabl.CY τα αρχικά ευρήματα; Υπήρξαν συμπληρωματικοί έλεγχοι; Πότε κλήθηκε η εταιρεία σε ακρόαση; Υπήρξαν καθυστερήσεις από την εταιρεία ή από την εποπτική αρχή;
Κι ακόμη, ποιες ενέργειες έγιναν στο μεσοδιάστημα για την αντιμετώπιση όσων είχαν εντοπιστεί, και με ποια κριτήρια πρόκειται τώρα να εξετάσει η ΚΤΚ την επερχόμενη συναλλαγή αλλαγής ιδιοκτησίας της Payabl., προκειμένου να αξιολογήσει την ταυτότητα και την καταλληλότητα των νέων ιδιοκτητών/πραγματικών δικαιούχων»;